diax
Agioi1

Ὅσιος Συμεὼν ὁ ἐν τῷ Θαυμαστῷ ὄρει (24 Μαΐου)

15 Ὅσιος Συμεών γεννήθηκε στήν Ἀντιόχεια, ἀπό τήν ὁποία καταγόταν καί ἡ μητέρα του Μάρθα, ἐνῶ ὁ πατέρας του Ἰωάννης καταγόταν ἀπό τήν Ἔδεσσα καί ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Σέ ἡλικία ἕξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἔμεινε ὀρφανός ἀπό τόν πατέρα του, ὁ ὁποῖος φονεύθηκε μέσα στήν οἰκία του πού κατέρρευσε ἀπό σεισμό, μέ θεία ὑπόδειξη ὁδηγήθηκε στή Σελεύκεια καί παραδόθηκε στήν πνευματική προστασία καί καθοδήγηση τοῦ περίφημου γιά τίς ἀρετές του ἀσκητή Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ἀσκήτευε κοντά στό ὄρος τοῦ χωριοῦ Πίλασα. Ἀπό αὐτόν ὁ Ὅσιος Συμεών διδάχθηκε τά ὑψηλά διδάγματα τῆς Χριστιανικῆς πολιτείας. Μιμούμενος τόν διδάσκαλό του ἀνήγειρε στύλο καί ἀφοῦ ἀνῆλθε ἐπ’ αυτoῦ, παρέμεινε προσευχόμενος ἐπί δώδεκα ἔτη. Ἀφοῦ διέπρεψε στήν ἀρετή καί ὁσιότητα καί διακρίθηκε γιά τήν θερμότητα τῆς πίστεως καί τή διαφλέγουσα αὐτόν ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἀξιώθηκε παρ’ Αὐτοῦ διά τῆς χάριτος τῆς προοράσεως καί τῆς θεραπείας κάθε ἀσθένειας.
Ἔτσι προανήγγειλε τήν κοίμηση τοῦ διδασκάλου του, τήν κοίμηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἐφραίμ (545 μ.Χ.), τούς σεισμούς τῆς Ἀντιόχειας καί Κωνσταντινουπόλεως (557 μ.Χ.) καί ἄλλα γεγονότα.
Ἀφοῦ κατῆλθε ἀπό τόν στύλο, μετέβη στό λεγόμενο Θαυμαστό ὄρος, ὅπου, ἀφοῦ ἵδρυσε μοναστήρι γιά τούς μαθητές του, ἀνήγειρε γιά τόν ἑαυτό του στύλο, καί ἀνεβασμένος ἐπί αὐτοῦ παρέμεινε προσευχόμενος ἐπί σαράντα ἔτη.
Ἡ φήμη τῆς ἁγιοσύνης του εἶχε διαδοθεῖ σέ ὅλη τή χώρα, πλῆθος δέ συνέρεε πρός αὐτόν αἰτώντας τήν ἴαση καί τῆν εὐλογία του. Ὁ δέ Ἐπίσκοπος Σελευκείας, ἀφοῦ προσῆλθε καί ἀνέβηκε στόν στύλο, τόν χειροτόνησε Πρεσβύτερο.
Ἔτσι θεοσεβῶς, μέ κάθε σκληραγωγία, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Συμεών, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 590 μ.Χ., σέ ἡλικία ὀγδόντα πέντε ἐτῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὡς ἀείφωτος λύχνος δωρεῶν τῆς ἀσκήσεως, ἐν τῷ Θαυμαστῷ Πάτερ Ὄρει, διαπρέψας ἀνέλαμψας, καί κλίμακα ἐκ γῆς, πρός οὐρανόν, τόν στῦλόν σου ὑπέθου ἀληθῶς, Συμεών θαυματοφόρε τοῖς εὐσεβῶς, προστρέχουσι τῇ Μάνδρᾳ σου. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιο. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τά ἄνω ποθῶν, τῶν κάτω μεθιστάμενος, καί ἄλλον οὐρανόν, τόν στῦλον τεκτηνάμενος, δι’ αὐτοῦ ἀπήστραψας, τῶν θαυμάτων τήν αἴγλην Ὅσιε, καί Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύεις ἀπαύστως, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Ὄρος κατοικήσας τό Θαυμαστόν, τόν ἐξ αἰωνίων, ἀπαυγάζοντα θαυμαστῶς, ὀρέων Δεσπότην, δοξάσας θείοις πόνοις, λαμπρῶς ἐθαυμαστώθης, Συμεών Ὅσιε.

Ἅγιος Μελέτιος ὁ στρατηλάτης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Μάρτυρες (24 Μαΐου)

15ἱ Ἅγιοι αὐτοί Μάρτυρες κατάγονταν ἀπό τήν Γαλατία καί ἔζησαν κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἀντωνίνου (138 – 160 μ.Χ.). Κατηγορήθηκαν στόν ἡγεμόνα τῶν Ταβιανῶν Μάξιμο καί διώκονταν ἀπό τούς ἐθνικούς. Ὅταν συνελήφθηκαν, ὁδηγήθηκαν ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος, ὁ ὁποῖος τούς διέταξε νά θυσιάσουν στά εἴδωλα. Οἱ Ἅγιοι ἀρνήθηκαν καί τότε ἄρχισαν τά βασανιστήρια. Τούς καταξέσχισαν τά πλευρά, τούς κτύπησαν μέ σιδερόσφαιρες τούς ἀστραγάλους καί κάρφωσαν τά πόδια τους σέ ξύλα. Στήν συνέχεια τούς ἔχυσαν στά αὐτιά καυτό λάδι, ἀλλά οἱ Μάρτυρες μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἔμειναν ἀβλαβεῖς, οἱ δέ δήμιοι ἀπό τήν ζέστη διαλύθηκαν σάν τό κερί καί ἀμέσως κάηκαν ὅλοι οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἡγεμόνος.
Μόλις ἄρχισε νά ξημερώνει Ἄγγελοι Κυρίου πῆραν τούς Ἁγίους Μάρτυρες καί τούς μετέφεραν στό ναό τοῦ Δία, ὅπου οἱ Ἁγιοι κατέρριψαν τό χάλκινο εἴδωλο αὐτοῦ. Μόλις τό ἄγαλμα κατέπεσε, ἐξῆλθαν ἀπό αὐτό δαίμονες πού κραύγαζαν ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα τῆς ἐκπληρώσεως τῆς προφητείας γιά τήν καταστροφή τοῦ Δία ἀπό τόν στρατηλάτη Μελέτιο. Τό θαῦμα αὐτό ἔγινε ἀφορμή νά βαπτισθεῖ Χριστιανός ὁ εὐγενής Σεραπίων, πού ἔγινε Ἐπίσκοπος. Οἱ Ἅγιοι Μελέτιος, Ἰωάννης καί Στέφανος ὁδηγήθηκαν καί πάλι μπροστά στόν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος προσκάλεσε τούς κόμητες, τούς τριβούνους καί τούς πρίγκιπες Φῆστο, Φαῦστο, Μάρκελλο, Θεόδωρο, Μελετίωνα, Σέργιο, Μαρκελλίνο, Φίλικα, Φωτεινό, Θεοδωρίσκο, Μερκούριο καί Δίδυμο.

Τότε ὁ ἡγεμόνας λέγει πρός αὐτούς: «Γιατί καταστρέψατε τό ναό τοῦ μεγάλου θεοῦ Δία;». Αὐτοί δέ ἀπάντησαν: «Ἐμεῖς δέν εἴμασταν ἐκεῖ, ἀλλά αὐτός πού καταφρόνησες, ὁ Μελέτιος, μέ τίς οὐράνιες δυνάμεις συνέτριψε αὐτόν». Καί ἀμέσως ἄρχισαν νά ἐλέγχουν τόν ἡγεμόνα γιά τήν ἄνοια καί τήν ἀσέβεια αὐτοῦ. Τότε ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολή νά τούς κτυπήσουν μέ λωρίδες ἀπό μολύβι καί νά τούς βάλουν σέ πυρακτωμένο καμίνι. Οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στήν φωτιά κρατώντας ὁ ἕνας τό χέρι τοῦ ἄλλου καί ἔνιωθαν σάν νά δροσίζονταν στόν παράδεισο. Οἱ εἰδωλολάτρες ἄρχισαν νά ρίχνουν νερό, γιά νά σβήσει ἡ φωτιά καί νά πνίξουν τούς Ἁγίους ἀπό τίς ἀναθυμιάσεις. Ἀλλά οὔτε πάλι κατάφεραν τίποτε. Τότε τούς ὁδήγησαν στό ναό τοῦ Ἀσκληπιοῦ. Μόλις οἱ Ἅγιοι εἰσῆλθαν στόν εἰδωλολατρικό ναό καί προσευχήθηκαν, μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ ὁ ναός σείσθηκε καί τό ἄγαλμα τοῦ εἰδώλου συνετρίβη. Τότε ἔνδυσαν τόν Ἅγιο Μελέτιο μέ θώρακα καί περικεφαλαία πού ἔκαιγαν, ἀλλά τό σίδερο ἔγινε κρύο. Τό μαρτύριο συνεχίσθηκε. Ὁ ἡγεμόνας διέταξε τότε νά φέρουν μπροστά του δύο παιδιά, πού ὀνομάζονταν Χριστίνος καί Κυριάκος. Τά ρώτησε λέγοντας: «Πεῖτε μας, παιδιά, ποιός Θεός εἶναι μεγαλύτερος, ὁ Δίας ἢ ὁ Χριστός;». Καί ἐκεῖνα ἀποκρίθηκαν: «Ἰησοῦς ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, Αὐτός πού δημιούργησε μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τά πάντα». Τότε τά κτύπησαν καί ἀκολούθως ἀπέκοψαν τίς τίμιες κεφαλές αὐτῶν καί τοῦ διδασκάλου τους «ἐν τῷ ὄρει Μηνόει».
Ὁ Ἅγιος Σεραπίων ἐτελειώθη διά ξίφους καί ἐνταφιάσθηκε στό ὄρος τῶν Καδακορέων.
Πάλι ὁ παράνομος ἡγεμόνας ἔδωσε στόν Ἅγιο Μελέτιο νά πιεῖ δηλητήριο πού ἦταν κατασκευασμένο ἀπό τόν μάγο Καλλίνικο. Μόλις ὁ μάγος Καλλίνικος εἶδε τό παράδοξο θαῦμα, πίστεψε στόν Χριστό καί ἔλεγξε τά εἴδωλα ὡς δαιμόνια. Καί ἀμέσως παρακάλεσε τόν Ἅγιο Μελέτιο νά τοῦ δώσει τήν σφραγίδα τοῦ Κυρίου καί νά γίνει Χριστιανός. Ἔτσι μαρτύρησε καί ὁ Καλλίνικος, ὁ ὁποῖος ἐνταφιάσθηκε μέ τόν Ἐπίσκοπο Σεραπίωνα. Στήν συνέχεια ὁ ἡγεμόνας ἔφερε στό βῆμα τίς γυναῖκες τῶν Ἁγίων Φήστου, Φαύστου, Μαρκελλίνου καί Αἰδεσίου, τή Σωσάννα, τή Μαρκιανή, τήν Παλλαδία καί τή Γρηγορία, οἱ ὁποῖες, ἀφοῦ ὁμολόγησαν τόν Χριστό, μαρτύρησαν.
Ὁ ἡγεμόνας, τυφλωμένος ἀπό τήν ἀσέβεια, δέν μποροῦσε νά δεῖ τήν ἀλήθεια. Ἀμέσως ἔδωσε ἐντολή νά κρεμάσουν τόν Ἅγιο Μελέτιο σέ ἕνα πεῦκο καί νά τοῦ καρφώνουν τό σῶμα μέ πυρακτωμένα καρφιά. Τό ἔργο αὐτό ἀνέλαβε ὁ Καρτέριος ὁ χαλκέας μέ τούς δώδεκα μαθητές αὐτοῦ. Μόλις ἄρχισαν νά καρφώνουν τό σῶμα τοῦ Ἁγίου Μελετίου, τά πυρακτωμένα καρφιά συντρίβονταν καί ἔπεφταν κατά πρόσωπο ἐκείνων πού τά κάρφωναν καί τούς τύφλωναν. Ἔτσι ὁ Καρτέριος καί οἱ μαθητές του πίστεψαν στόν Χριστό καί ἀπετμήθησαν τίς τίμιες κεφαλές αὐτῶν στό ὄρος τῶν Καδακορέων.
Καί ἐνῶ ὁ Ἅγιος Μελέτιος ἦταν κρεμασμένος στό δένδρο, φωνή ακούσθηκε ἀπό τόν οὐρανό πού ἔλεγε: «Ἔλα, ἀθλητά μου, Μελέτιε, ἀνάβαινε στά ταμεῖα τοῦ Παραδείσου καί στό χορό τῶν ἐκλεκτῶν μου Ἀγγέλων καί στή συνδρομή ὅλων τῶν Δικαίων μου. Νά, ὅλοι οἱ Ἅγιοι στέκονται καί σέ προσδοκοῦν, γιά νά σοῦ δώσουν τά βραβεῖα, διότι ἐσύ ἐποίησες τό θέλημά μου ἐπί τῆς γῆς».
Τότε κατέβηκαν Ἄγγελοι ἀπό τόν οὐρανό καί παρέλαβαν τήν ψυχή τοῦ Ἁγίου Μελετίου καί τήν ἀνέφεραν στόν οὐρανό σάν περιστερά λευκή ἀπαστράπτουσα. Ἄγγελος Κυρίου κατῆλθε καί πῆρε τό λείψανο τοῦ Ἁγίου Μελετίου καί τό ἔφερε στό ὄρος, ὅπου τελειώθηκε καί τό στράτευμα αὐτοῦ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ὅσιος Κυριακὸς ἐξ Εὐρύχου Κύπρου (24 Μαΐου)

OsiosKyriakos4έν εἶναι γνωστό πότε ἔζησε ὁ Ὅσιος Κυριακός, ὁ ἀσκητής τῆς Εὐρύχου. Ἐκεῖνο πού γνωρίζουμε ἀπό τήν ἀκολουθία του εἶναι ὅτι ἀπό βρέφος «ἐγένου τοῦ Κυρίου ἐραστής». Ἀγάπησε τόν Θεό καί Τόν ἀκολούθησε. Ἄφησε τόν κόσμο καί ἔγινε πολιστής τῆς ἐρήμου καί ἐραστής τῆς ἡσυχίας.
Στό ἀσκητήριό του τόν ἐπισκέπτονταν πλήθη πιστῶν, γιά νά τόν δοῦν, νά τόν συμβουλευθοῦν καί νά λάβουν τῆν εὐχή του. Καί ὁ Ὅσιος τούς δεχόταν ὅλους μέ ἀγάπη καί ὑπομονή. Τούς δίδασκε καί τούς παρηγοροῦσε. Τούς συμβούλευε νά ἀφήσουν τά μίση καί τίς κακίες μεταξύ τους καί νά μετανοήσουν.
Ὁ Τριαδικός Θεός τόν προίκισε μέ τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας. «Φέρων τόν σταυρόν ἐπ’ ὤμων σου… καί πάθη θανατώσας τά τοῦ σώματος συντόνοις ἀγρυπνίαις καί δεήσεσι χάριν ἀπείληφας, Ὅσιε, τοῦ θεραπεύειν νοσήματα», γράφει ὁ ὑμνογράφος. Καθημερινά στό κελλί του, μαζί μέ τήν διδασκαλία πού προσέφερε, θεράπευε ἀσθενεῖς καί πάσχοντες.
Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Κυριακός ὡς ἄγγελος στήν ψυχή καί Θαυματουργός, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Νικήτας ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Στυλίτης (24 Μαΐου)

OsiosNikitas15 Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Νικήτας ἔζησε τόν 12ο αἰώνα μ.Χ. στήν πόλη Περεγιασλάβλ τῆς Ρωσίας. Ἐργαζόταν ὡς φοροεισπράκτορας τοῦ πρίγκιπα Ντολγκορούκιγ καί εἰσέπραττε ἀπό τούς φορολογούμενους τεράστια ποσά, πού ἦσαν ὑποχρεωμένοι νά δίδουν γιά τήν οἰκοδόμηση τῆς πόλεως καί ἑνός ναοῦ. Πέρασαν ἔτσι πολλά χρόνια. Ἀλλά ὁ φιλεύσπλαχνος Θεός, πού θέλει ὅλοι νά ὁδηγηθοῦν σέ μετάνοια καί νά σωθοῦν, δέν ἐγκατέλειψε τόν Νικήτα καί προετοίμασε τήν ὁδό τῆς ἐπιστροφής του. Ὅταν μία ἡμέρα ὁ Νικήτας πῆγε στήν ἐκκλησία, ἄκουσε τά λόγια τοῦ Προφήτου Ἡσαΐα: «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τάς πονηρίας ἀπό τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπό τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλόν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ῥύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καί δικαιώσατε χήραν». Ἡ κεκοιμημένη συνείδησή του ξύπνησε καί ὁδηγήθηκε σέ μεταμέλεια. Ἔτρεξε ἀμέσως στή μονή τοῦ Περεγιασλάβλ – Ζαλέσκϊυ, πού ἦταν ἀφιερωμένη στόν Ἅγιο Νικήτα, ἔπεσε στά πόδια τοῦ πνευματικοῦ καί ἐξομολογήθηκε τά ἁμαρτήματά του.

Ὁ γέροντας πνευματικός, γιά νά διαπιστώσει τήν εἰλικρίνεια τοῦ ἐξομολογουμένου, τοῦ ἔδωσε τήν πρώτη ἐντολή : νά σταθεῖ ἐπί τρεῖς ἡμέρες στίς πύλες τῆς μονῆς καί νά ὁμολογεῖ δημοσίως τά ἁμαρτήματά του. Μέ βαθιά ταπείνωση ὁ Νικήτας ἔκανε ὑπακοή.
Ἔτσι μετά ἀπό λίγο καιρό ἐκάρη μοναχός καί ἄρχισε τήν σκληρή πνευματική ζωή καί τήν ἄσκηση. Ἔσκαψε ἕνα κοίλωμα καί ἐκεῖ τοποθέτησε ἕνα βράχο ἐπάνω στόν ὁποῖο κάθησε φορώντας βαριές ἁλυσίδες, ὡς νέος Στυλίτης.
Ὅμως μία νύχτα τοῦ 1196, πού ὁ Ἅγιος προσευχόταν καί οἱ ἁλυσίδες του ἔλαμπαν σάν ἀσήμι, ληστές τόν φόνευσαν καί ἔκλεψαν τίς σιδερένιες ἁλυσίδες πού νόμιζαν ὅτι ἦσαν πολύτιμες. Ὅταν ἀπομακρύνθηκαν καί κατάλαβαν ὅτι οἱ ἁλυσίδες ἦταν κατασκευασμένες ἀπό σίδερο, τίς πέταξαν στόν ποταμό Βόλγα.
Ὁ Θεός ὅμως θέλησε νά τιμήσει καί αὐτά τά ὁρατά σημεῖα τοῦ μαρτυρίου καί τῆς ἀσκήσεως τοῦ Ὁσιομάρτυρα Νικήτα. Μία νύχτα, ὁ εὐλαβής ἡλικιωμένος μοναχός Συμεών, πού ἀσκήτευε στή μονή τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου τοῦ Γιαροσλάβλ, εἶδε ἐπάνω ἀπό τόν ποταμό τρεῖς φωτεινές ἀκτίνες. Ἀμέσως οἱ Πατέρες τῆς μονῆς ἔτρεξαν, γιά νά δοῦν τί συμβαίνει. Μέ δέος εἶδαν τίς ἁλυσίδες τοῦ Ὁσίου Νικήτα νά ἐπιπλέουν. Μέ εὐλάβεια τίς πῆραν καί τίς μετέφεραν στόν τάφο τοῦ Ὁσίου.
Ὅταν, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1420 – 1425, ἄνοιξαν τόν τάφο τοῦ Ὁσίου, βρῆκαν τό ἱερό λείψανό του ἄφθαρτο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1

 
19 Μαΐου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
20 Μαΐου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
21 Μαΐου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
22 Μαΐου 2019
Νηστεία - Επιτρέπεται το ψάρι
23 Μαΐου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
24 Μαΐου 2019
Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι και ο οίνος
25 Μαΐου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές

Την ανακήρυξη του προέδρου της δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου σε επίτιμο δημότη αποφάσισε το δημοτικό συμβούλιο Μονεμβασίας.Όπως αναφέρεται σε σχετικό ψήφισμα που εκδόθηκε, η απόφαση έρχεται σε ένδειξη αναγνώρισης της τιμητικής του παρουσίας στις εκδηλώσεις εορτασμού της 197ης επετείου απελευθέρωσης της ιστορικής πόλης της Μονεμβάσιας.

 140718

Στις αρχές Μαρτίου του 1821 οι Τούρκοι κάλεσαν τους Μοραΐτες αρχιερείς και προεστούς στην Τριπολιτσά προκειμένου να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες εγγυήσεις σε ενδεχόμενη εξέγερση των Ελλήνων. Ο μητροπολίτης Μονεμβασίας Χρύσανθος Παγώνης έδωσε το πρώτο παράδειγμα ηρωισμού και καθοδήγησε το ποίμνιό του αλλά και τους υπόλοιπους χριστιανούς να αγωνιστούν με ελπίδα και σθένος για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Μετά τη φυλάκιση των αρχιερέων και των προεστώτων του Μοριά στην Τριπολιτσά, ξέσπασε η επανάσταση για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Την 23η Μαρτίου τα ένοπλα σώματα Μανιατών από την Ανατολική Μάνη ξεχύθηκαν στην πεδιάδα του Έλους και της Λακεδαίμονος και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς τη Μονεμβασία. Οι Τσάκωνες ύψωσαν την σημαία της επανάστασης την 25η Μαρτίου και ισχυρή δύναμη ενόπλων ενώθηκε την 27η Μαρτίου με τους Μανιάτες για να προχωρήσουν στην πολιορκία της Μονεμβασίας.
Η πολιορκία της Μονεμβασίας από τα ένοπλα σώματα Μανιατών και Τσακώνων άρχισε τη Δευτέρα της 28ης Μαρτίου του 1821. Στις πρώτες συγκρούσεις οι Μανιάτες υπό την ηγεσία του Τζανετάκη Γρηγοράκη ανάγκασαν τους Τούρκους που είχαν εξορμήσει από το κάστρο να τραπούν σε άτακτη υποχώρηση.
Ο ναυτικός αποκλεισμός της πόλης άρχισε την Κυριακή της 3ης Απριλίου, οπότε οι Σπετσιώτες ύψωσαν την σημαία της επανάστασης και ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα των Μοραϊτών αγωνιστών για την αποστολή πλοίων στην Πελοπόννησο. Το απόγευμα της 5ης Απριλίου δέκα σπετσιώτικα πλοία υπό την ηγεσία του Γεωργίου Πάνου πραγματοποίησαν την πρώτη μεγάλη επίθεση από την πλευρά της θάλασσας. Στις αρχές Μαΐου το πολιορκητικό μέτωπο ενισχύθηκε με δύο υδραίικα πλοία και με μανιάτικα ένοπλα σώματα.
Στις 22 Μαΐου εχθρικό πλοίο από το Ναύπλιο κατάφερε να προσεγγίσει το κάστρο της Μονεμβασίας μεταφέροντας ειδήσεις για τη νικηφόρα πορεία του κεχαγιάμπεη Μουσταφά στην Αργολίδα, καθώς επίσης για τα φιλόδοξα σχέδια του Τούρκου στρατηλάτη να επιχειρήσει τη διάσπαση των πολιορκητικών μετώπων στη Μονεμβασία και στο Ναύπλιο και να επιτρέψει τον εφοδιασμό των δύο κάστρων μέχρις ότου κατέφθανε βοήθεια από τον τουρκικό στόλο. Μετά από αυτές τις ενθαρρυντικές ειδήσεις οι Τούρκοι της Μονεμβασίας αποφάσισαν υπό την πίεση της έλλειψης τροφίμων να εξορμήσουν από το κάστρο. Στο πολιορκητικό στρατόπεδο καθημερινά έφθαναν φυγάδες από τη Μονεμβασία, οι οποίοι παρείχαν πληροφορίες για τη λιμοκτονία μέσα στην πόλη και για την σχεδιαζόμενη εξόρμηση των Τούρκων.
Τα ξημερώματα της 1ης Ιουνίου 168 Τούρκοι επιβιβάσθηκαν σε μια γολέτα και σε ένα τρεχαντήρι με σκοπό να αιφνιδιάσουν το στρατόπεδο των Ελλήνων από τα νώτα. Οι κινήσεις τους, όμως, έγιναν αντιληπτές από τα σπετσιώτικα πλοία, τα οποία άρχισαν να κανονιοβολούν τα εχθρικά κοντά στον κάβο Γέρακα. Η τουρκική γολέτα και το τρεχαντήρι πυρπολήθηκαν, αλλά οι Τούρκοι κατάφεραν τελικά να αποβιβασθούν σε κάποιο βαθύ όρμο στην περιοχή του Ζάρακος, ανάμεσα στο Λιμάνι του Γέρακα και στο Κυπαρίσσι. Ισχυρή δύναμη Τσακώνων και Σπετσιωτών άρχισε την καταδίωξη των εχθρών στα βουνά του Ζάρακος. Στην ορεινή θέση Κουπιά δόθηκε σκληρή μάχη κατά την οποία οι εναπομείναντες Τούρκοι αναγκάσθηκαν να παραδοθούν. Το γεγονός της αποτυχημένης εξόρμησης των Τούρκων της Μονεμβασίας διαδόθηκε γρήγορα ανάμεσα στους Έλληνες αγωνιστές και αναπτέρωσε το ηθικό τους.
Στα μέσα Ιουνίου οι Τούρκοι της Μονεμβασίας άρχισαν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων, ενώ στα τέλη του μηνός διχόνοια ξέσπασε ανάμεσά τους. Οι αγάδες κλείστηκαν στην Πάνω Πόλη με όσα τρόφιμα είχαν απομείνει, ενώ οι Τούρκοι της Κάτω Πόλης ανέλαβαν την πρωτοβουλία να στείλουν πρεσβεία στο στρατόπεδο των Ελλήνων, η οποία πρότεινε την υπό όρους παράδοση της Μονεμβασίας.
Την 23η Ιουνίου ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός, πληρεξούσιος του Δημητρίου Υψηλάντη, κατέφθασε από τα Βέρβαινα στη Μονεμβασία, προκειμένου να διαπραγματευθεί την παράδοση της πόλης. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι κωλυσιεργούσαν και οι διαπραγματεύσεις καθυστερούσαν αποφάσισε να στενέψει τον πολιορκητικό κλοιό με την κυρίευση του πύργου της γέφυρας. Στις 10 ή 11 Ιουλίου ένοπλο σώμα Τσακώνων και Μανιατών κατέλαβε μετά από σκληρή μάχη τον πύργο της γέφυρας εξορμώντας μέχρι τα τείχη της Κάτω Πόλης. Μετά την εξέλιξη αυτή οι Τούρκοι έσπευσαν να αποδεχθούν τη συνθήκη της παράδοσης.
Το Σάββατο της 23ης Ιουλίου ο Τούρκος διοικητής Μουσταφάμπεης Χασάν Μπεηζανδές παρέδωσε τα κλειδιά της πόλης στον Αλέξανδρο Καντακουζηνό. Στη συνέχεια, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατευθύνθηκαν στον μητροπολιτικό ναό του Ελκομένου Χριστού, όπου τελέσθηκε θεία δοξολογία.
Η απελευθέρωση της Μονεμβασίας είχε καθοριστική σημασία για τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, διότι γέμισε αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση τους Έλληνες αγωνιστές. Παράλληλα, τα πολεμοφόδια του κάστρου χρησίμευσαν στην κρητική επανάσταση, καθώς επίσης στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η Μονεμβασία πέρασε στην κυριαρχία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων μετά από 358 χρόνια ξένης κατοχής, καθώς γνώρισε την μακρόχρονη εναλλαγή Βενετών (1463-1540 και 1690-1715) και Τούρκων (1540-1690 και 1715-1821). Το 1463 ήταν το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα της Πελοποννήσου που πέρασε σε ξένη κυριαρχία, ενώ το 1821 ήταν το πρώτο κάστρο που περιήλθε στην ελληνική κυριαρχία.


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ