diax
Agioi1

Ἅγιος Νέστωρ ὁ Μάρτυρας (27 Οκτωβρίου)

AgiosNestor18ήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του Αγίου και ένδοξου μάρτυρα Νέστορα. Και η σημερινή εορτή είναι σαν συνέχεια της χθεσινής, όπου εορτάσαμε την ιερή μνήμη του Αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου του μυροβλύτη. Θα μπορούσαν κι οι δυό μάρτυρες να εορτάζονται μαζί την ίδια μέρα, γιατί μαζί άθλησαν και μαζί στεφανώθηκαν με το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου. Η Εκκλησία όμως, για να τους τιμήσει περισσότερο, τους εορτάζει χωριστά, αφιερώνοντας μια ήμερα για τον καθένα. Όσα λοιπόν θα πούμε σήμερα είναι σχεδόν τα ίδια που θα λέγαμε και χθες.
Ο Άγιος Νέστορας είναι κι αυτός από τα ιερά θύματα του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού στα 296. Ήταν δεν ήταν είκοσι ετών, ένας νέος ωραίος με πίστη και ιερό ενθουσιασμό. Ήταν γνωστός και φίλος του Αγίου Δημητρίου, ο οποίος τώρα βρισκότανε στη φυλακή. Άκουσε λοιπόν ο Νέστορας τον βάρβαρο παλαιστή Λυαίο να καυχιέται στο στάδιο, να υβρίζει και να προκαλεί τους πάντες και δεν το άντεξε. Έτρεξε τότε στη φυλακή και ζήτησε την ευχή και την ενίσχυση του Αγίου Δημητρίου, για να βγει και να ταπεινώσει τον υβριστή και βλάσφημο Λυαίο.
Ο Άγιος Δημήτριος σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον Νέστορα και του είπε· «Και τον Λυαίο θα νικήσεις και για το Χριστό θα μαρτυρήσεις». Αλλ’ αυτός ο λόγος δεν ήταν μόνο για τον Νέστορα, αλλά και για τον ίδιο τον Άγιο Δημήτριο, γιατί κι οι δυό ύστερα μαρτύρησαν για τον Χριστό.
Ο Νέστορας, καταλαβαίνοντας μέσα του δύναμη Θεού, έτρεξε στο στάδιο και όρμησε για να παλέψει με το Λυαίο. Φωνάζοντας δυνατά: «Ο Θεός Δημητρίου, βοήθει μοι», κτύπησε με το σπαθί του κατευθείαν στην καρδιά και ξάπλωσε κάτω νεκρό τον μέχρι τότε αήττητο βάρβαρο και βλάσφημο παλαιστή Λυαίο.
Ἔτσι, με τήν ηρωική αυτή πράξη του ὁ Νέστορας, δίδαξε σε όλους μας ὅτι, σέ κάθε ἀνθρώπινη πρόκληση πρέπει νά ἀναφωνοῦμε: «Κύριος ἐμοί βοηθός, καί οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος;». Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου καί δέ θά φοβηθῶ. Τί θά μοῦ κάνει ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος;
Όμως, ο Νέστορας δεν σκότωσε μόνο το Λυαίο. «Τραυμάτισε» επίσης βαριά τον Μαξιμιανό, που ήταν συμβασιλέας του Διοκλητιανού στην Ανατολή και παρακολουθούσε τώρα τον αγώνα στο στάδιο Θεσσαλονίκης. Ήταν ο προστάτης του Λυαίου και τον έφερνε μαζί του, για να παλεύει στο στάδιο, να σκοτώνει αθώους ανθρώπους και να διασκεδάζει ο λαός. Ήταν η εποχή εκείνη, που οι άνθρωποι ήσαν ευχαριστημένοι όταν είχαν «άρτον και θεάματα». Πολλοί χριστιανοί τότε κατασπαράχθηκαν στα στάδια από τα θηρία, κι οι εξαγριωμένοι όχλοι διασκέδαζαν αλαλάζοντας. Τόσο φτηνή ήταν η ζωή των ανθρώπων.
Ο Μαξιμιανός, μετά τη νίκη του Νέστορα και τη δίκαιη τιμωρία του Λυαίου, έδωσε διαταγή ο Δημήτριος κι ο Νέστορας να θανατωθούν. Τότε, ο μεν Δημήτριος κατατρυπήθηκε από τις στρατιωτικές λόγχες μέσα στη φυλακή όπου βρισκόταν, ο δε Νέστορας αποκεφαλίσθηκε, κι έτσι, με το μαρτυρικό τους θάνατο, έλαβαν κι οι δυό μαζί το στεφάνι της νίκης.
Στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε και ακούμε στον Εσπερινό σε κάθε εορτή Αγίων Μαρτύρων· «Έδοξαν εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι, οι δε εισίν εν ειρήνη», φάνηκαν στα μάτια των ανόητων πως πέθαναν, όμως αυτοί έχουν ειρήνη. Εκείνη την ειρήνη, που αισθάνονται όλοι όσοι πεθαίνουν επάνω στο χρέος των, για να ζήσουν αιώνια μαζί με τον Θεό.
Η μονομαχία του Αγίου Νέστορα με το γίγαντα παλαιστή Λυαίο, ομοιάζει πολύ με τη μονομαχία του Δαβίδ με τον πάνοπλο Γολιάθ, για την οποία διαβάζουμε στο 17 κεφάλαιο της πρώτης Βασιλειών στην Παλαιά Διαθήκη. Έτσι και τότε· ο Γολιάθ καυχιότανε και απειλούσε γη και ουρανό, και το τσοπανόπουλο, ο Δαβίδ, τον έριξε κάτω με μια σφενδόνα. Το ίδιο και τώρα, ο αγέρωχος υβριστής Λυαίος προκαλούσε και φοβέριζε όλο τον κόσμο κι ο Νέστορας τον νίκησε με το σημείο του Σταυρού.
Μεγάλα θαύματα κάνει ο Θεός διά μέσου των Αγίων και δείχνει τη δύναμη του στον κόσμο, καθώς το λέγει και ο Ψαλμός, ότι «θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού». Αμήν.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/2009/10/27/

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀθλητής εὐσεβείας ἀκαταγώνιστος, ὡς κοινωνός καί συνήθης τοῦ Δημητρίου ὀφθείς, ἠγωνίσω ἀνδρικῶς Νέστορ μακάριε· τῇ θεϊκῇ γάρ ἀρωγῇ, τόν Λυαῖον καθελών, ὡς ἄμωμον ἱερεῖον, σφαγιασθείς προσηνέχθης, τῷ Ἀθλοθέτῃ καί Θεῷ ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ἀθλήσας καλῶς, ἀθάνατον τήν εὔκλειαν, κεκλήρωσαι νῦν, καί στρατιώτης ἄριστος, τοῦ Δεσπότου γέγονας, ταῖς εὐχαῖς Δημητρίου τοῦ Μάρτυρος· σύν αὐτῷ οὖν Νέστορ σοφέ, πρεσβεύων μή παύσῃ, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Σθένος ἐζωσμένος ὑπερφυές, νικητής ἐγένου, ἐν ἀγῶσι Νέστορ σοφέ· ὅθεν ἀκηράτων, γερῶν ἠξιωμένος, μετά τοῦ Δημητρίου, ἡμῶν μνημόνευε.

Ἅγιος Λοῦππος (27 Οκτωβρίου)

AgiosLoupos15ρισμένες Συναξαριακές πηγές αυτήν την ημέρα (κατ’ άλλες 26 Ὀκτωβρίου), αναφέρουν την μνήμη του Αγίου Λούππου.
Ο Άγιος αυτός φέρεται ως υπηρέτης του Αγίου Δημητρίου, που ήταν κοντά του την ώρα του μαρτυρίου του.
Λέγεται λοιπόν ότι, μόλις έφυγαν οι στρατιώτες, πήγε γρήγορα, έβγαλε το δαχτυλίδι και το πανωφόρι του Αγίου και τα έβαψε στο αίμα του. Με αυτά ενεργούσε πολλά θαύματα: γιάτρευε αρρώστους και θεράπευε δαιμονισμένους. Ο Μαξιμιανός, μόλις τα ‘μαθε αυτά, έστειλε στρατιώτες και τον αποκεφάλισαν σ’ έναν τόπο ονομαζόμενο Τριβουνάλιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἁγίες Καπιτωλίνα καὶ Ἐρωτηΐδα (27 Οκτωβρίου)

15ἱ Ἅγιες Καπιτωλίνη καί Ἐρωτηΐς ζοῦσαν στήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, ὅταν ἄρχοντας στήν Καππαδοκία ἦταν ὁ Ζιλικίνθιος.
Ἡ Καπιτωλίνη ἦταν εὐγενικῆς καταγωγῆς καί πλουσία. Ὅμως ἡ Ἁγία δέν ἔδωσε καμιά σημασία στά ἐπίγεια πλούτη. Ἔτσι λοιπόν μοίρασε ὅλη της τήν περιουσία στούς φτωχούς καί ἐλευθέρωσε τούς δούλους της. Ἐμφανίστηκε στόν ἄρχοντα Ζιλίκινθο καί ὁμολόγησε τήν πίστη της στόν Χριστό. Ὁ ἄρχοντας διέταξε νά τήν κλείσουν στήν φυλακή καί τήν ἑπόμενη μέρα ἀποκεφαλίστηκε.
Ἡ Ἐρωτηΐς, ἡ ὁποία ἦταν δούλη τῆς Καπιτωλίνης ἅρπαξε πέτρες καί λιθοβόλησε τόν ἄρχοντα. Ἐκεῖνος ἐξοργισμένος πρόσταξε τούς φρουρούς του νά τήν δείρουν ἀνελέητα μέ ράβδους. Ἡ Ἁγία ὅμως, μέ τήν Χάρη τοῦ Χριστοῦ ἔμεινε ἀβλαβής. Τότε ὁ ἄρχοντας πρόσταξε νά τήν ἀποκεφαλίσουν μέ ξίφος.
Ἔτσι βρῆκαν καί οἱ δυό Ἁγίες μαρτυρικό θάνατο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἁγία Πρόκλα σύζυγος τοῦ Πιλάτου (27 Οκτωβρίου)

5νῷ ὁ σύζυγός της δέν ἀνέλαβε τήν εὐθύνη νά ἐλευθερώσει τόν Χριστό, φοβούμενος τούς Ἰουδαίους, ἡ σύζυγός του Πρόκλα, μετά τόν φρικτό θάνατο τοῦ Πιλάτου, προσῆλθε στήν Χριστιανική πίστη καί ἀφοῦ ἔζησε μέ ἀγαθότητα καί εὐσέβεια, παρέδωσε τό πνεῦμα της εἰρηνικά.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
 
26 Οκτωβρίου 2020 
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
27 Οκτωβρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
 
28 Οκτωβρίου 2020 
Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
 
29 Οκτωβρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
  
30 Οκτωβρίου 2020
Νηστεία

  
 31 Οκτωβρίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
1 Νοεμβρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 

Κεφάλαιο 1

1.1 ᾿Ιάκωβος, Θεοῦ καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ χαίρειν. 1.2 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, 1.3 γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν· 1.4 ἡ  δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι. 1.5 Εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς καὶ οὐκ ὀνειδίζοντος, καὶ δοθήσεται αὐτῷ· 1.6 αἰτείτω δὲ ἐν πίστει, μηδὲν διακρινόμενος· ὁ γὰρ διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ῥιπιζομένῳ. 1.7 μὴ γὰρ οἰέσθω ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεταί τι παρὰ τοῦ Κυρίου. 1.8 ἀνὴρ δίψυχος ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ 1.9 καυχάσθω δὲ ὁ ἀδελφὸς ὁ ταπεινὸς ἐν τῷ ὕψει αὐτοῦ, 1.10 ὁ δὲ πλούσιος ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ, ὅτι ὡς ἄνθος χόρτου παρελεύσεται. 1.11 ἀνέτειλε γὰρ ὁ ἥλιος σὺν τῷ καύσωνι καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε, καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπώλετο. οὕτω καὶ ὁ πλούσιος ἐν ταῖς πορείαις αὐτοῦ μαρανθήσεται. 1.12 Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν. 1.13 Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα. 1.14 ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος· 1.15 εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον. 1.16 Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί· 1.17 πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα. 1.18 βουληθεὶς ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχήν τινα τῶν αὐτοῦ κτισμάτων. 1.19 ῞Ωστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν· 1.20 ὀργὴ γὰρ ἀνδρὸς δικαιοσύνην Θεοῦ οὐ  κατεργάζεται. 1.21 διὸ ἀποθέμενοι πᾶσαν ῥυπαρίαν καὶ περισσείαν κακίας ἐν πραΰτητι δέξασθε τὸν ἔμφυτον λόγον τὸν δυνάμενον σῶσαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν. 1.22 Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς. 1.23 ὅτι εἴ τις ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ πρόσωπον τῆς γενέσεως αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ· 1.24 κατενόησε γὰρ ἑαυτὸν  καὶ ἀπελήλυθε, καὶ εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ἦν. 1.25 ὁ δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ παραμείνας, οὗτος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς γενόμενος, ἀλλὰ ποιητὴς ἔργου, οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται. 1.26 Εἴ τις δοκεῖ θρῆσκος εἶναι ἐν ὑμῖν μὴ  χαλιναγωγῶν Γλῶσσαν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἀπατῶν καρδίαν αὐτοῦ, τούτου μάταιος ἡ θρησκεία. 1.27 θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου.

Κεφάλαιο 2

2.1 ᾿Αδελφοί μου, μὴ ἐν προσωποληψίαις ἔχετε τὴν πίστιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τῆς δόξης. 2.2 ἐὰν γὰρ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συναγωγὴν ὑμῶν ἀνὴρ χρυσοδακτύλιος ἐν αἰσθῆτι λαμπρᾷ, εἰσέλθῃ δὲ καὶ πτωχὸς ἐν ῥυπαρᾷ ἐσθῆτι, 2.3 καὶ ἐπιβλέψητε ἐπὶ τὸν φοροῦντα τὴν ἐσθῆτα τὴν λαμπρὰν καὶ εἴπητε αὐτῷ, σὺ κάθου ὧδε καλῶς, καὶ τῷ πτωχῷ εἴπητε, σὺ στῆθι ἐκεῖ ἢ κάθου ὧδε ὑπὸ τὸ ὑποπόδιόν μου, 2.4 καὶ οὐ διεκρίθητε ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐγένεσθε κριταὶ διαλογισμῶν πονηρῶν; 2.5 ᾿Ακούσατε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί. οὐχ ὁ Θεὸς ἐξελέξατο τοὺς πτωχοὺς τοῦ κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ κληρονόμους τῆς βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν; 2.6 ὑμεῖς δὲ ἠτιμάσατε τὸν πτωχόν. οὐχ οἱ πλούσιοι καταδυναστεύουσιν ὑμῶν, καὶ αὐτοὶ ἕλκουσιν ὑμᾶς εἰς κριτήρια; 2.7 οὐκ αὐτοὶ βλασφημοῦσι τὸ καλὸν ὄνομα τὸ ἐπικληθὲν ἐφ᾿ ὑμᾶς; 2.8 εἰ μέντοι νόμον τελεῖτε βασιλικὸν κατὰ τὴν γραφήν, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν, καλῶς ποιεῖτε· 2.9 εἰ δὲ προσωποληπτεῖτε, ἁμαρτίαν ἐργάζεσθε, ἐλεγχόμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς παραβάται. 2.10 ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος. 2.11 ὁ γὰρ εἰπὼν μὴ μοιχεύσῃς, εἶπε καὶ μὴ φονεύσῃς· εἰ δὲ οὐ μοιχεύσεις, φονεύσεις δέ, γέγονας παραβάτης νόμου. 2.12 οὕτω λαλεῖτε καὶ οὕτω ποιεῖτε, ὡς διὰ νόμου ἐλευθερίας μέλλοντες κρίνεσθαι· 2.13 ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος· κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως. 2.14 Τί τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; 2.15 ἐὰν δὲ ἀδελφὸς ἢ ἀδελφὴ γυμνοὶ ὑπάρχωσι καὶ λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, 2.16 εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ ὄφελος; 2.17 οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ᾿ ἑαυτήν. 2.18 ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγὼ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου. 2.19 σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστι· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι. 2.20 θέλεις δὲ γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν; 2.21 ᾿Αβραὰμ ὁ πατὴρ ἡμῶν οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἀνενέγκας ᾿Ισαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον; 2.22 βλέπεις ὅτι ἡ πίστις συνήργει τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ἔργων ἡ πίστις ἐτελειώθη, 2.23 καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα·  ἐπίστευσε δὲ ᾿Αβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος  Θεοῦ ἐκλήθη. 2.24 ὁρᾶτε τοίνυν ὅτι ἐξ ἔργων δικαιοῦται ἄνθρωπος καὶ οὐκ ἐκ πίστεως μόνον. 2.25 ὁμοίως δὲ καὶ ῾Ραὰβ ἡ πόρνη οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ὑποδεξαμένη τοὺς ἀγγέλους καὶ ἑτέρᾳ ὁδῷ ἐκβαλοῦσα; 2.26 ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ἐστιν, οὕτω καὶ ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι.

Κεφάλαιο 3

3.1 Μὴ πολλοὶ διδάσκαλοι γίνεσθε, ἀδελφοί μου, εἰδότες ὅτι μεῖζον κρῖμα ληψόμεθα· 3.2 πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες. εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα. 3.3 ἴδε τῶν ἵππων τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰ στόματα βάλλομεν πρὸς τὸ πείθεσθαι αὐτοὺς ἡμῖν, καὶ ὅλον τὸ σῶμα αὐτῶν μετάγομεν. 3.4 ᾿Ιδοὺ καὶ τὰ πλοῖα, τηλικαῦτα ὄντα καὶ ὑπὸ σκληρῶν ἀνέμων ἐλαυνόμενα, μετάγεται ὑπὸ ἐλαχίστου πηδαλίου ὅπου ἂν ἡ ὁρμὴ τοῦ εὐθύνοντος βούληται. 3.5 οὕτω καὶ ἡ Γλῶσσα μικρὸν μέλος ἐστὶ καὶ μεγαλαυχεῖ. ἰδοὺ ὀλίγον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει! 3.6 καὶ ἡ Γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας. οὕτως ἡ Γλῶσσα καθίσταται ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν ἡ σπιλοῦσα ὅλον τὸ σῶμα καὶ Φλογίζουσα τὸν τροχὸν τῆς γενέσεως καὶ Φλογιζομένη ὑπὸ τῆς γεέννης. 3.7 πᾶσα γὰρ φύσις θηρίων τε καὶ πετεινῶν ἑρπετῶν τε καὶ ἐναλίων δαμάζεται καὶ δεδάμασται τῇ φύσει τῇ ἀνθρωπίνῃ, 3.8  τὴν δὲ Γλῶσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι· ἀκατάσχετον κακόν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου. 3.9 ἐν αὐτῇ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ πατέρα, καὶ ἐν αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ γεγονότας· 3.10 ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐξέρχεται εὐλογία καὶ κατάρα. οὐ χρή, ἀδελφοί μου, ταῦτα οὕτω γίνεσθαι. 3.11 μήτι ἡ πηγὴ ἐκ τῆς αὐτῆς ὀπῆς βρύει τὸ Γλυκὺ καὶ τὸ πικρόν; 3.12 μὴ δύναται, ἀδελφοί μου, συκῆ ἐλαίας ποιῆσαι ἢ ἄμπελος σῦκα; οὕτως οὐδεμία πηγὴ ἁλυκὸν καὶ Γλυκὺ ποιῆσαι ὕδωρ. 3.13 Τίς σοφὸς καὶ ἐπιστήμων ἐν ὑμῖν; δειξάτω ἐκ τῆς καλῆς ἀναστροφῆς τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πραΰτητι σοφίας. 3.14 εἰ δὲ ζῆλον πικρὸν ἔχετε καὶ ἐριθείαν ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν, μὴ κατακαυχᾶσθε καὶ ψεύδεσθε κατὰ τῆς ἀληθείας. 3.15 οὐκ ἔστιν αὕτη ἡ σοφία ἄνωθεν κατερχομένη,  ἀλλ᾿ ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης. 3.16 ὅπου γὰρ ζῆλος καὶ ἐριθεία, ἐκεῖ ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα. 3.17 ἡ δὲ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μὲν ἁγνή ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καὶ καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος καὶ ἀνυπόκριτος. 3.18 καρπὸς δὲ τῆς δικαιοσύνης ἐν εἰρήνῃ σπείρεται τοῖς ποιοῦσιν εἰρήνην.

Κεφάλαιο 4

4.1 Πόθεν πόλεμοι καὶ μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν; 4.2 ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθαι καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς· 4.3 αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε. 4.4 μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται. 4.5 ἢ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν; 4.6 μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. 4.7 ῾Υποτάγητε οὖν τῷ Θεῶ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν· 4.8 ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι. 4.9 ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν. 4.10 ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς. 4.11 Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί. ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καταλαλεῖ νόμου καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ ποιητὴς νόμου, ἀλλὰ κριτὴς. 4.12 εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ τίς εἶ ὃς κρίνεις τὸν ἕτερον; 4.13 ῎Αγε νῦν οἱ λέγοντες· σήμερον καὶ αὔριον πορευσόμεθα εἰς τήνδε τὴν πόλιν καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ ἐμπορευσόμεθα καὶ κερδήσομεν· 4.14 οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη· 4.15 ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. 4.16 νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν. 4.17 εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν.

Κεφάλαιο 5

5.1 ῎Αγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις. 5.2 ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν, 5.3 ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται, καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν. ὡς πῦρ ἐθησαυρίσατε ἐν ἐσχάταις ἡμέραις. 5.4 ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν ὁ ἀπεστερημένος ἀφ᾿ ὑμῶν κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν. 5.5 ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσπαταλήσατε, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς. 5.6 κατεδικάσατε, ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν. 5.7 Μακροθυμήσατε οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. ἰδοὺ ὁ γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν τίμιον καρπὸν τῆς γῆς, μακροθυμῶν ἐπ᾿ αὐτῷ ἕως λάβῃ ὑετὸν πρώῑμον καὶ ὄψιμον. 5.8 μακροθυμήσατε καὶ ὑμεῖς, στηρίξατε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἤγγικε. 5.9 μὴ στενάζετε κατ᾿ ἀλλήλων, ἀδελφοί, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἰδοὺ ὁ κριτὴς πρὸ τῶν θυρῶν ἕστηκεν. 5.10 ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελφοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. 5.11 ἰδοὺ μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν ᾿Ιὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύριος καὶ οἰκτίρμων. 5.12 Πρὸ πάντων δέ, ἀδελφοί μου, μὴ ὀμνύετε μήτε τὸν οὐρανὸν μήτε τὴν γῆν μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ, ἵνα μὴ εἰς ὑπόκρισιν πέσητε. 5.13 Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις· ψαλλέτω. 5.14 ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· 5.15 καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ. 5.16 ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, καὶ εὔχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη. 5.17 ᾿Ηλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν, καὶ προσευχῇ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ· 5.18 καὶ πάλιν προσηύξατο, καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς. 5.19 ᾿Αδελφοί, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, 5.20 γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν.