diax
Agioi1

Ἅγιος Εὐτύχιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (6 Απριλίου)

060415 Ἅγιος Εὐτύχιος γεννήθηκε τό ἔτος 512 μ.Χ. καί ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου. Καταγόταν ἀπό τήν πόλη Θεία Κώμη τῆς Φρυγίας καί ἦταν υἱός τοῦ Ἀλεξάνδρου, σχολαρίου ὑπό τόν στρατηγό Βελισσάριο καί τῆς Συνεσίας. Διδάχθηκε τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί βαπτίσθηκε Χριστιανός ἀπό τόν ἱερέα Ἡσύχιο, ὁ ὁποῖος ἦταν παππούς του καί λειτουργοῦσε στήν Ἐκκλησία τῆς Αὐγουστοπόλεως. Σύμφωνα μέ τό Συναξάρι ὁ Ἡσύχιος εἶχε τό ὀφφίκιο τοῦ σκευοφύλακος καί λόγω τῆς ἁγιότητας τοῦ βίου του εἶχε λάβει ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ἅγιος χειροτονήθηκε ἀναγνώστης ἀπό τόν τότε Ἐπίσκοπο Ἀμασείας στό ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Οὐρβικίου. Στήν συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος καί εἰσῆλθε σέ μονή τῆς Ἀμασείας, πού εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς Μελέτιο καί Σέλευκο, τῆς ὁποίας ἀργότερα ἀνεδείχθη καί ἡγούμενος.
Τά χρόνια πού ἀκολούθησαν δέν ἦταν εἰρηνικά γιά τήν Ἐκκλησία, λόγω τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν πού δίδασκαν νέοι Ὠριγενιστές καί κρυπτομονοφυσίτες. Οἱ ἔριδες τῶν μοναχῶν τῆς Παλαιστίνης περί τοῦ Ὠριγένους ἀποτελοῦν τήν Τρίτη καί τελευταία φάση τῶν ὠριγενιστικῶν ἐρίδων. Προοίμιο αὐτῶν ὑπῆρξε ἡ κατά τό ἔτος 507 μ.Χ. διάσταση λογίων μοναχῶν τῆς Μεγάλης Λαύρας πρός τόν ἡγούμενο αὐτῆς, τόν Ὅσιο Σάββα τόν Ἡγιασμένο, πού ἔφυγαν ἀπό τήν Λαύρα καί ἵδρυσαν περί τό 514 μ.Χ. τή Νέα Λαύρα, ἡ ὁποία κατέστη κέντρο τοῦ ὠριγενισμοῦ. Οἱ ἀντιωριγενιστές μοναχοί ἔκαναν ἔκκληση πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό νά καταδικάσει τόν Ὠριγένη. Τήν αἴτηση αὐτή ὑποστήριξε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς.

Ἔτσι, τό ἔτος 543 μ.Χ., συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη Ἐνδημοῦσα Σύνοδος, ὕστερα ἀπό πρόσκληση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶ, μέ σκοπό τήν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν καταδίκη τῶν αἱρετικῶν. Διά διατάγματος πού ἐκδόθηκε τό ἔτος 543 μ.Χ. ὁ Ἰουστινιανός ἐστράφη κατά τῶν αἱρετικῶν. Καταδίκασε τίς κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένους, θεώρησε τά συγγράμματα αὐτοῦ κακόδοξα καί καταδίκασε αὐτό τό πρόσωπο τοῦ Ὠριγένους. Διά τρίτου διατάγματος ὁ Ἰουστινιανός, τό ἔτος 544 μ.Χ., καταδίκασε τά «Τρία Κεφάλαια», δηλαδή α) τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας καί τά αἱρετικά του συγγράμματα, β) τά κατά τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὑπέρ τοῦ Νεστορίου συγγράμματα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου καί γ) τήν ἐπιστολή τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρός τόν Πέρση Μάρη.
Ὅταν τό ἔτος 552 μ.Χ. κοιμήθηκε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς, ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος ἦλθε ἀπό τήν Ἀμάσεια στή Βασιλεύουσα καί ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Οἱ ταραχές ὅμως τῶν αἱρετικῶν συνεχίζονταν καί ταλάνιζαν τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ε’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη, τό ἔτος 553 μ.Χ. ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἁγίου Εὐτυχίου, ἐπικύρωσε τήν ἀπόφαση τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου καί προέβη στήν καταδίκαση τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων». Ὁ σκοπός ὅμως τῆς καταδίκης τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων» δέν ἐπετεύχθη, διότι οἱ μονοφυσίτες ἐνέμεναν στήν ἀπόσχιση καί στίς αἱρετικές δοξασίες τους. Ἕνεκα τούτου ὁ Ἰουστινιανός τό ἔτος 564 μ.Χ. ἐξέδωσε διάταγμα, διά τοῦ ὁποίου ἐπέβαλε τόν ἀφθαρτοδοκητισμό. Ἡ διδασκαλία αὐτή εἶχε διατυπωθεῖ ἀπό τόν καταφυγόντα στήν Αἴγυπτο μονοφυσίτη Ἐπίσκοπο Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανό. Συγκεκριμένα ὁ Ἰουλιανός δίδασκε ὅτι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἀπό τῆς συλλήψεως καί γεννήσεως Αὐτοῦ, ἀπηλλάγη τῆς φθορᾶς καί ἑπομένως τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν (πείνας, δίψας, καμάτου, ἱδρῶτος, δακρύων κ.τ.λ) – τῶν λεγομένων «ἀδιαβλήτων παθῶν» – καί μόνο «κατ’ οἰκονομίαν» καί «κατά χάριν» φαινόταν ὑποκείμενο σέ αὐτά. Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος καί οἱ λοιποί Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, πρός τούς ὁποίους ἀπευθύνθηκε, δέν δέχθηκαν τό δυσσεβές διάταγμα. Γι’ αὐτό τόν λόγο ὁ Ἅγιος, τό ἔτος 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο ὑπό Συνόδου ἐρήμην, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά παρουσιασθεῖ καί ἐξορίσθηκε ἀρχικά στήν Πρίγκηπο. Στό Συναξάρι του ἀναφέρεται ὅτι μετά κατέφυγε σέ μοναστήρι τῆς Ἀμασείας στό ὁποῖο ζοῦσε ἀσκητικά καί ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἐπιτελεῖ θαύματα.
Μετά ἀπό δώδεκα χρόνια ἐξορίας, ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος ὁ Β’, τό ἔτος 577 μ.Χ., ἀποθανόντος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου τοῦ Γ’, ἐπανέφερε μέ τιμή καί δόξα τόν Ἅγιο στόν πατριαρχικό θρόνο. Κατά τήν δεύτερη πατριαρχία του ὁ Ἅγιος μέ τήν προσευχή του ἔσωσε τόν λαό πού μαστιζόταν ἀπό θανατηφόρα ἐπιδημία. Τό ὀρθόδοξο φρόνημά του καί ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τόν ὁδήγησαν σέ ἀντίθεση μέ τόν ἀποκρισάριο τῆς Ρώμης Γρηγόριο, τόν μετέπειτα Πάπα, λόγῳ τῶν δοξασιῶν του περί ἀναστάσεως σαρκός.
Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 582 μ.Χ. Τό ἱερό λείψανό του ἐναποτέθηκε στό θυσιαστήριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τήν κρηπίδα τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ὅπου κατέκειντο καί τά ἱερά λείψανα Ἀνδρέου, Τιμοθέου καί Λουκᾶ τῶν Ἀποστόλων.
Σώζονται ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου αὐτοῦ «Περί Εὐχαριστίας», «Ἐπιστολή πρός Πάπαν Βιγίλιον περί τῶν Τριῶν Κεφαλαίων» καί «Συνοδική Ἐπιστολή». Τρία ἄλλα ἔργα του χάθηκαν, ἤτοι τό «Περί ἀναστάσεως σαρκός», τό «Κατά Ἀφθαρτοδοκητῶν» καί τό «Κατά τῆς μονοφυσιτικῆς διασκευῆς τοῦ Τρισαγίου». Τόν Βίο τοῦ Ἁγίου συνέταξε ὁ μαθητής του Εὐστράτιος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’ . Τήν ὡραιότητα.
Βίον οὐράνιον, Πάτερ κτησάμενος, σκεῦος ἐπάξιον, ὤφθης τῆς χάριτος, λόγῳ καί πράξει βεβαιῶν, τήν θείαν σοι χορηγίαν· ὅθεν ἱεράτευσας, ἰσαγγέλως τῷ Κτίσαντι, ἔνδοξε Εὐτύχιε, Ἐκκλησίας ὡράϊσμα, ἣν φύλαττε ταῖς σαῖς προστασίαις, πάσης ἀνάγκης ἀνωτέραν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐκληρίας χάριτας θεοδωρήτου, ἱερέ Εὐτύχιε, ἀναβλυστάνεις δαψιλῶς, τοῖς ἐν αἰνέσει κραυγάζουσι· χαίροις Πατέρων φαιδρόν ἀγαλλίαμα.

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης εὐτυχίας πνευματικῆς, ἀμάραντον δένδρον, Ἱεράρχα καρποδοτοῦν, ἀμοιβῶν τήν χάριν, ὥσπερ Ἀγγέλων βρῶσιν, Εὐτύχιε τρισμάκαρ, τοῖς σέ γεραίρουσι.

Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης (6 Απριλίου)

0604 115 Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ὀφείλει τήν ἐπωνυμία του στό ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔλαβε τό μοναχικό σχῆμα. Γεννήθηκε τό ἔτος 1255 στό χωριό Κούκουλο, πλησίων τῶν Κλαζομενῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπό εὐλαβεῖς καί πλούσιους γονεῖς, ἀπό τούς ὁποίους, παράλληλα μέ τούς εὐσεβεῖς διδασκάλους του, ἔμαθε τά πρῶτα ἱερά γράμματα. Κατόπιν πῆγε στήν Κύπρο, ὅπου ἔζησε γιά μικρό χρονικό διάστημα κοντά σέ κάποιον ἐνάρετο μοναχό καί ἔγινε καί ὁ ἴδιος δόκιμος καί στή συνέχεια μετάβη στό ὄρος Σινᾶ. Ἐκεῖ ἔλαβε τή μοναχική κουρά καί ἔζησε ἀσκώντας τήν ὑπακοή καί τήν ταπεινοφροσύνη, μέ αὐστηρή νηστεία, ἀγρυπνία καί προσευχή. Ἀπό τό Σινᾶ ἀναχώρησε γιά τά Ἱεροσόλυμα, ὡς ἐπισκέπτης καί προσκυνητής τοῦ Παναγίου Τάφου καί τῶν λοιπῶν προσκυνημάτων τῆς Παλαιστίνης καί κατόπιν ἦλθε στήν Κρήτη, στούς Καλούς Λιμένες, ὅπου διδάχθηκε τή νοερά προσευχή ἀπό τόν ἐρημίτη Ἀρσένιο τόν Ἁγιοφαραγγίτη.
Στήν συνέχεια μετέβη μέ πλοῖο στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε ὅλες τίς μονές, τίς σκῆτες καί τά κελιά, καθώς καί τούς δύσβατους καί ἐρημικούς τόπους του, κατοίκησε κατ’ ἀρχήν στή σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ, πού βρισκόταν ἀπέναντι ἀπό τήν ἱερά μονή Φιλοθέου καί μετά στίς Καρυές καί σέ ἄλλα σημεῖα τοῦ Ἄθω.
Σέ ὅλα αὐτά τά μέρη, ὅπως ἐπίσης καί στήν περιοχή τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔχτιζε κελιά γιά ὅσους ἔρχονταν πρός αὐτόν. Αὐτοί ἦταν στό σύνολό τους ἐπιφανεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νά ἀκούσουν τήν ψυχωφελέστατη διδασκαλία του καί νά μονάσουν κοντά του. Ἀλλά, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀγαποῦσε τήν ἀναχώρηση καί δέν ἤθελε «οὐδ’ ἐπί στιγμήν νά ἀποχωρισθῇ ἀπό τήν θεωρίαν», μετέβαινε σέ δύσβατα καί ἀπόκρημνα μέρη, ὅπου ἦταν δύσκολο νά τόν πλησιάσουν πολλοί ἄνθρωποι καί νά τοῦ ἐκφράσουν τήν εὐλάβειά τους, διαταράζοντας ἔτσι τήν ἡσυχία πού τόσο ποθοῦσε.
Ὁ Ὅσιος, λοιπόν, ὑπῆρξε ἐξαιρετική φυσιογνωμία στήν ἐποχή του καί διακρίθηκε προπαντός ὡς ὁ πρῶτος καί μεγάλος συστηματικός δάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Φεύγοντας ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ἐξ αἰτίας κυρίως τῶν Καταλανῶν πειρατῶν πού ἐπανειλημμένως τό λυμαίνονταν ἐκείνη τήν ἐποχή, μετέβη στήν Σερβία καί Βουλγαρία, στίς πόλεις Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη καί Ἀλεξανδρούπολη καί στά νησιά Χίο καί Μυτιλήνη, μεταφέροντας παντοῦ τό μήνυμα τῆς ἀθωνικῆς μοναστικῆς πολιτείας. Στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό ταπεινοφροσύνη, ὁ Ὅσιος Γρηγόριος, δέν ἱκανοποίησε τήν ἐπιθυμία τοῦ αὐτοκράτορος Ἀνδρονίκου Β’ τοῦ Παλαιολόγου (1282 – 1328) νά προσέλθει στά ἀνάκτορα.
Ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη ἦλθε στό Κατακεκρυωμένον ὄρος τῆς Θράκης, στά σύνορα Βυζαντίου καί Βουλγαρίας, ἀγωνιζόμενος τόν ἡσυχαστικό ἀγώνα. Τελικά ἐπανῆλθε στό Ἅγιον Ὄρος, γενόμενος πανηγυρικά δεκτός ἀπό τούς μοναχούς τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἔπειτα μετέβη καί πάλι στό ὄρος Κατακεκρυωμένον, ἵδρυσε πολλά μοναστήρια καί ἔγινε εἰσηγητής τοῦ ἡσυχασμοῦ καί στούς Σλάβους καί τούς Βούλγαρους, ὅταν ἐγκαταστάθηκε στά Παρόρια τό 1331 καί πάλι τό 1335.
Σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου ἦταν ἡ συνειδητοποίηση τῆς Χάριτος τοῦ Βαπτίσματος, πού χορηγήθηκε στόν ἄνθρωπο ἀλλά βρίσκεται κρυμμένη ἀπό τήν ἁμαρτία. «Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς πέφτουν στήν ἁμαρτία ἀπό ἀμέλεια καί ἁμαρτωλή συνήθεια στήν ἀναισθησία καί στήν τύφλωση καί δέν ξέρουμε πιά ἀκόμη καί ἂν ὑπάρχει Θεός, ποιοί εἴμαστε, τί μποροῦμε νά φθάσουμε, νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, παιδιά φωτός, παιδιά καί μέλη Χριστοῦ. Εἴχαμε βαπτισθεῖ σέ ὥριμη ἡλικία; Δέν διακρίναμε παρά τό νερό καί ὄχι τό Πνεῦμα. Κι ἂν ἀκόμη εἴμαστε ἀναγεννημένοι μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, πιστεύουμε μέ νεκρή καί ἀδρανή πίστη… Καταντήσαμε σάρκα καί συμπεριφερόμαστε ἀκολουθώντας τή σάρκα… Ὑπάρχουν δύο τρόποι νά ἀνακαλύψουμε τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού δεχθήκαμε μυστηριακά μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα: α) Ἡ δωρεά αὐτή ἀποκαλύπτεται μέ τρόπο γενικό ἀπό τήν ἄσκηση τῶν ἐντολῶν καί μέ θυσία ἐπίπονων προσπαθειῶν καί β) Ἐκδηλώνεται στή ζωή ὑποταγῆς (στόν πνευματικό πατέρα), μέ τήν μεθοδική καί ἐξακολουθητική ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, δηλαδή τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρώτη ὁδός εἶναι ἡ πιό μακρινή, ἐνῷ ἡ δεύτερη ἡ πιό σύντομη, μέ τόν ὅρο νά ἔχεις μάθει νά ἀνασκάπτεις τή γῆ θαρραλέα καί ἐπίμονα γιά νά ἀποκαλύψεις τό χρυσάφι».
Ἡ κυριότερη ἀπασχόληση τοῦ Ὁσίου ἦταν νά προφυλάξει τούς μαθητές του ἀπό φανταστικές ὀπτασίες, πού ὄχι μόνο προέρχονται ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκόμη συχνότερα προκαλοῦνται ἀπό τό δαίμονα. «Ἐραστή τοῦ Θεοῦ, νά εἶσαι πολύ προσεκτικός. Ὅταν, ἀπασχολούμενος στήν ἐργασία σου, βλέπεις ἕνα φῶς ἢ μία φλόγα, μέσα σου ἢ ἔξω ἀπό ἐσένα, τήν αὐτολεγόμενη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, Ἀγγέλους ἢ Ἁγίους, μήν τήν παραδεχθεῖς. Θά κινδυνεύσεις νά τήν πάθεις. Μήν ἐπιτρέπεις, πολύ περισσότερο, στό πνεῦμα σου νά ἐνδυναμωθεῖ ἀπό αὐτή. Ὅλοι οἱ ἐξωτερικοί αὐτοί ἐπίπλαστοι σχηματισμοί ἔχουν ἀποτέλεσμα νά πλανήσουν τήν ψυχή. Ἡ ἀληθινή ἀρχή τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς πού κατακαίει τά πάθη, προκαλεῖ τήν εὐφροσύνη καί τήν χαρά στήν ψυχή καί συμμορφώνει τήν καρδιά σέ μία βέβαιη ἀγάπη καί ἕνα συναίσθημα ἀδιαφιλονίκητης πληρότητος».
Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης «ἐπιμένει ἐδῶ, πάνω σέ οὐσιῶδες χαρακτηριστικό τῆς Ὀρθόδοξης μυστικῆς παράδοσης. Ἡ φαντασία κάτω ἀπό ὅλες τίς ἑκούσιες καί ἀκούσιες μορφές εἶναι ὁ πιό ἐπικίνδυνος ἐχθρός τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό».
Ἀπό τούς πολυπληθεῖς μαθητές καί διαδόχους τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, πού συγκεντρώθηκαν κοντά του πολύ νωρίς, ἰδιαίτερα ὅταν βρισκόταν στήν περιοχή τοῦ χειμάρρου Χρέντελι, μᾶς εἶναι γνωστοί οἱ ἑξῆς: ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ ἐξ Εὐβοίας, ὁ συμπολίτης του Ἰωσήφ πού ἀγωνίσθηκε κατά τῶν Λατίνων, ὁ ἀββᾶς Νικόλαος ἐξ Ἀθηνῶν πού ἀντιστάθηκε ἐπίσης κατά τῶν Λατίνων καί μάλιστα κατά τοῦ λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαήλ Η’ τοῦ Παλαιολόγου καί ὑπέστη γι’ αὐτό πολλά δεινά, ὁ Μᾶρκος ἀπό τίς Κλαζομενές πού ὑπῆρξε θεωρητικός καί ἐνάρετος ἀσκητής καί μαρτυρεῖται ὅτι εἶδε τήν Παναγία νά σκεπάζει τό Ἅγιον Ὄρος δορυφορούμενη ἀπό Ἀρχαγγέλους καί Ἀγγέλους, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος ὁ Α’, ὁ Ἰάκωβος ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας τῆς ἀρετῆς του ἔγινε Ἐπίσκοπος, ὁ Ἀαρῶν καί ὁ Κλήμης.
Ὅλοι αὐτοί διέπρεψαν μέ τή στάση τους στήν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἁγιότητας, γι’ αὐτό καί μερικοί ἔφθασαν μέχρι τά ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας. Κάποιοι ἄλλοι μάλιστα ἀποτέλεσαν καί τούς πρώτους μοναχούς τῆς μονῆς Γρηγορίου, καθώς κατέβηκαν ἀπό τή δύσβατη περιοχή ὅπου βρίσκονταν πρός τήν παραλία, στή σημερινή θέση της, προβαίνοντας ταυτόχρονα στήν ἵδρυση καί τήν τέλεια ἀποκατάστασή της σέ κοινόβιο.
Μετά ἀπό μικρή ἀσθένεια ὁ Ὅσιος Γρηγόριος κοιμήθηκε στίς 27 Νοεμβρίου 1347. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τή μνήμη του, ἐπίσης, στίς 11 Φεβρουαρίου καί στίς 27 Νοεμβρίου.
Τά Νηπτικά Ἔργα τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου διασώζονται στήν Πατρολογία καί στή Φιλοκαλία.
Μεταξύ τῶν συγγραμμάτων του πρέπει νά μνημονευθοῦν δύο δοκίμια, τό «Περί ἡσυχίας καί περί τῶν δύο τρόπων τῆς προσευχῆς» καί τό «Περί τοῦ πῶς δεῖ καθέζεσθαι τόν ἡσυχάζοντα εἰς τήν εὐχήν».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, ὤφθης ταμεῖον, διά νήψεως, νοός παμμάκαρ, καί προσευχῆς νοερᾶς λύχνος ἄσβεστος· ὅθεν ἡμᾶς διεγείρεις Γρηγόριε, πρός ἐργασίαν αὐτῆς θείοις λόγοις σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν Σιναίῳ πρότερον, ἀγγελικῶς βιοτεύσας, ἐν τῷ Ἄθῳ ὕστερον, περιφανῶς διαλάμπεις· πάντας γάρ πρός προσευχῆς θείας κτῆσιν, λόγῳ σου, σοφῶς καί ἔργῳ Πάτερ διδάσκεις· διά τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς θείας δόξης σκεῦος Γρηγόριε.

Μεγαλυνάριον.
Γρήγορος ἐν πᾶσιν ἀναδειχθείς, προσευχῆς ἁγίας, ὤφθης θεῖος ὑφηγητής, πρίς ἣν ἡμᾶς πάντας, ὀτρύνεις τῷ σῷ λόγῳ, Γρηγόριε παμμάκαρ ἀξιοθαύμαστε.

Ἅγιοι Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος, Μιχαὴλ καὶ Γεώργιος οἱ Νεομάρτυρες ἐκ Σαμοθράκης (6 Απριλίου)

15λοι οι Άγιοι κατάγονταν από τη Σαμοθράκη εκτός από τον Μιχαήλ, ο οποίος καταγόταν από την Κύπρο. Όταν έγινε η επανάσταση του 1821 επέδραμαν πολλοί Τούρκοι από τις γύρω περιοχές στη Σαμοθράκη και κατέσφαξαν το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, ιδιαίτερα τους άνδρες, τις δε γυναίκες και τα παιδιά τους πούλησαν σκλάβους σε διάφορα μέρη από την πατρίδα τους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και οι Άγιοι μάρτυρες, οι οποίοι σκλαβώθηκαν και με τη βία αρνήθηκαν τον Χριστό και έγιναν μουσουλμάνοι. Μάλιστα ο Μανουήλ ο οποίος πουλήθηκε στην Αίγυπτο, έμαθε και την αραβική γλώσσα και επιδόθηκε στη μελέτη του Κορανίου και των άλλων βιβλίων των Αράβων.
Όταν ηρέμησε η κατάσταση αργότερα, πολλοί εκπατρισμένοι Έλληνες εύρισκαν τρόπους να επαναπατρισθούν. Το ίδιο έκαναν και οι Άγιοι μάρτυρες. Επέστρεψαν στη Σαμοθράκη, στα κτήματά τους, και, εγκαταλείποντας την πλάνη, μέσα από ειλικρινή μετάνοια ζούσαν πλέον ως Χριστιανοί. Πολλές φορές καταγγέλθηκαν στις τουρκικές αρχές ως επανελθόντες στη χριστιανική πίστη από το Ισλάμ αλλά με την καταβολή χρημάτων έμεναν ανενόχλητοι. Οι Χριστιανοί κάτοικοι του νησιού πολλές φορές τους συμβούλευσαν να φύγουν και να πάνε να εγκατασταθούν στα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, τόσο για να μη γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον εκάστοτε Τούρκο διοικητή, όσο και για να μη κινδυνεύει η ζωή τους. Οι Άγιοι όμως δεν το δέχονταν και παρέμεναν χωρίς να φοβούνται, εμπιστευόμενοι τον εαυτό τους στον Θεό.
Κάποτε όμως ήλθε διοικητής, ο οποίος ήταν ζηλωτής του Ισλάμ και αυστηρός τηρητής των νόμων. Έτσι διέταξε να συλληφθούν οι Άγιοι και να οδηγηθούν στη Μάκρη, όπου ήταν η έδρα της διοίκησης.
Αρχικά οι Άγιοι κλείστηκαν σε ειρκτή, σκοτεινή και απομονωμένη φυλακή, με τα πόδια στην ποδοκάκη. Όταν τους οδήγησαν μπροστά στον διοικητή άρχισε εκείνος με αυστηρότητα να τους ρωτάει για την καταγωγή τους και τη ζωή τους.
Οι Άγιοι με ήρεμο τρόπο του απάντησαν:
Εμείς, άρχοντα, είμαστε Χριστιανοί από Χριστιανούς προγόνους, γεννημένοι και μεγαλωμένοι στη Σαμοθράκη. Όταν έγινε εκείνη η επιδρομή, οι γονείς μας μαζί με πολλούς άλλους θανατώθηκαν, εμείς δε πουληθήκαμε σκλάβοι. Εκεί μας πίεσαν και με το καλό και με την απειλή και δεχθήκαμε την πίστη σας. Όταν όμως μεγαλώσαμε, καταλάβαμε την πλάνη και επανήλθαμε στο φως της αληθινής προγονικής μας πίστης, για την οποία είμαστε έτοιμοι και για τον θάνατο ακόμα, προκειμένου να ζήσουμε την αιώνια ζωή.

Όταν τ’ άκουσε αυτά ο καδής, οργισμένος τους είπε:
Με ποια τόλμη, ανόητοι, περιφρονήσατε την πίστη του Μωάμεθ, η οποία σας χάρισε και τη ζωή, όταν κινδυνεύατε να θανατωθείτε, όπως και οι πρόγονοί σας, και σας υπόσχεται και μελλοντικές μεγάλες απολαύσεις;
Εμείς, απάντησαν οι Άγιοι, δεν δεχόμαστε με κανένα τρόπο να υποταχθούμε πάλι στην ασέβεια. Ο Χριστός είναι η ζωή μας, τον οποίο ζούμε και θα ζήσουμε, για τον οποίο προτιμούμε με κάθε προθυμία να πεθάνουμε, παρά τις πρόσκαιρες αμαρτωλές απολαύσεις των οποίων το αποτέλεσμα είναι η αιώνια κόλαση. Κρατήστε για τον εαυτό σας τα αγαθά που μας προτείνετε, τα οποία φθείρονται. Εμείς είμαστε Χριστιανοί και Χριστιανοί θα παραμείνουμε, απατηθήκαμε κάποτε εξαιτίας ανωριμότητας και αρνηθήκαμε τον Χριστό, που είναι η αιώνια ζωή, Τον Οποίον τώρα ομολογούμε και κηρύττουμε με θάρρος μπροστά σε όλους. Στον Χριστό πιστεύουμε και Χριστιανοί θα πεθάνουμε. Δεν πρόκειται να κατορθώσεις να μας απομακρύνεις από την αλήθεια.
Εξαγριωμένος ο Τούρκος διοικητής διέταξε να τους κλείσουν στη φυλακή, με τα πόδια στο τιμωρητικό ξύλο και τα χέρια και το λαιμό δεμένα με αλυσίδες τεντωμένες, ώστε το σώμα να μένει μετέωρο. Οι Άγιοι, αν και υπέφεραν, εντούτοις χαίρονταν και ευχαριστούσαν τον Θεό και παρηγορούσαν ο ένας τον άλλο.
Μη φοβηθούμε, αδελφοί, τον πρόσκαιρο θάνατο, ούτε να δειλιάσουμε από τα βασανιστήρια, διότι περνούν. Τον Θεό να φοβηθούμε που δίνει τη δύναμη σ’ όσους ελπίζουν στο όνομά Του.
Επειδή οι Άγιοι ήθελαν να κοινωνήσουν, φρόντισαν οι προεστοί της Μάκρης να κλειστεί στη φυλακή κάποιος ιερέας, με το πρόσχημα ότι χρωστάει τους φόρους.
‘Έτσι οι Άγιοι ενισχύθηκαν και με την παρουσία του ιερέα, με τους παρηγορητικούς του λόγους, πολύ δε περισσότερο με την θεία Κοινωνία.
Μετά από τρεις ημέρες οδηγήθηκαν μπροστά στον καδή οι Άγιοι μάρτυρες ένας – ένας.
Πρώτος οδηγήθηκε ο Μανουήλ, που ήξερε αραβικά και είχε σπουδάσει το Ισλάμ. Ο Άγιος όχι μόνο δεν πείστηκε αλλά αναίρεσε τα επιχειρήματα του καδή και ομολόγησε τον Χριστό.
Κατόπιν οδηγήθηκε ο μεγαλύτερος στην ηλικία Μιχαήλ. Το ίδιο και αυτός έμεινε αμετάπειστος και ομολόγησε τον Χριστό. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους τρεις. Κλείστηκαν πάλι στη φυλακή για εικοσιτρείς ημέρες χωρίς τροφή ενώ βασανίζονταν ποικιλοτρόπως.
Τελικά εκδόθηκε η θανατική τους καταδίκη. Με διαταγή του διοικητή έμπηξαν πάνω σε σανίδες σίδερα γυρισμένα σαν αγκίστρια, ώστε να τους ρίξουν επάνω και να θανατωθούν.
Πήραν πρώτο τον μεγαλύτερο τον Μιχαήλ και τον οδήγησαν στην αγορά, όπου τον πίεζαν να αλλαξοπιστήσει. Επειδή ο μάρτυς δεν αρνιόταν τον Χριστό, τον κατέκοψαν λεπτά κομμάτια ενώ εκείνος ο μακάριος στεκόταν όρθιος και προσευχόταν. Ήταν Δευτέρα του Θωμά.
Κατόπιν οδήγησαν τους άλλους τέσσερις στην αγορά, όπου βλέποντας πεταμένα εδώ κι εκεί τα μέλη του Μιχαήλ δόξαζαν τον Θεό.
Τους μεν δύο, τον Γεώργιο και τον Θεόδωρο τους απαγχόνισαν.
Τον δε Μανουήλ, επειδή γνώριζε την πίστη τους και ήλεγξε την πλάνη, δεν τον άφησαν να προσευχηθεί, τον οδήγησαν στα αγκίστρια ενώ τον πίεζαν να εξωμόσει. Ο Άγιος τους ήλεγξε για τελευταία φορά λέγοντας: Μιαροί, εμείς πεθαίνουμε για τον Χριστό με τη θέλησή μας. Αλλοίμονο σε σας, ασεβείς και άνομοι, ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, θα σας αποδώσει τα επίχειρα της κακίας σας με δικαιοσύνη. Τότε τον έσπρωξαν με δύναμη και έπεσε μπρούμυτα πάνω σε κείνα τα αγκίστρια, όπου βασανιζόμενος παρέδωσε το πνεύμα του.
Τον άλλο Γεώργιο, τον νεώτερο, τον έριξαν και εκείνο στα φονικά άγκιστρα, τα οποία, ω του θαύματος, λύγισαν σα να ήταν από μολύβι. Τον σήκωσαν τότε και αφού έφεραν σιδερά να τα διορθώσει και να τα ακονίσει, τον έριξαν πάλι επάνω ενώ ο δήμιος τον πατούσε για να καρφωθεί καλά το σώμα του. Έμεινε ο Άγιος βασανιζόμενος ένα εικοσιτετράωρο. Τη νύχτα πήγαιναν οι Χριστιανοί και τον παρηγορούσαν και έπαιρναν με κομμάτια υφάσματος από το μαρτυρικό του αίμα. Πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι θεραπεύτηκαν από διάφορες ασθένειες, ιδιαίτερα από την πανώλη που υπήρχε τότε στα μέρη εκείνα.
Επειδή επρόκειτο να περάσει κάποιος Μουσταφάς, ανώτατος αξιωματούχος, δόθηκε διαταγή να απομακρύνουν τα λείψανα των Αγίων. Τον πολύαθλο Γεώργιο, επειδή ζούσε ακόμη, τον πυροβόλησαν στο κεφάλι. Επέτρεψαν δε στους Χριστιανούς να τα παραλάβουν και να τα ενταφιάσουν.
Μετά από λίγες ημέρες, όπως προείπε ο Άγιος μάρτυς Μανουήλ, ο μεν ένας αιμοβόρος δήμιος, αυτός που απαγόρευσε στον Μανουήλ να προσευχηθεί, πέθανε από πανώλη, του δε άλλου στράφηκε το πρόσωπο πίσω, θέαμα ελεεινό. Οι δε Τούρκοι αξιωματούχοι που αποφάσισαν και θανάτωσαν τους μάρτυρες περιέπεσαν σε δυσμένεια, εξορίστηκαν και θανατώθηκαν.
Ἡ Σύναξή των Αγίων Νεομαρτύρων ἑορτάζεται καί τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σαμοθράκης λαμπτῆρες καί τῆς Μάκρης ἀγλάϊσμα, Νεομάρτυρες θεῖοι ἀληθῶς ἀνεδείχθητε, ἀθλήσαντες στερρῶς ὑπέρ Χριστοῦ, καί λύσαντες τήν πλάνην τοῦ ἐχθροῦ, Μανουήλ σύν Θεοδώρῳ καί Μιχαήλ, καί οἱ διττοί Γεώργιοι· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι δι’ ὑμῶν, ἡμῖν χάριν καί ἔλεος.

Ἅγιοι ἑκατὸν εἴκοσι Μάρτυρες ἐν Περσίδι (6 Απριλίου)

15ἱ Ἅγιοι αὐτοί Μάρτυρες μαρτύρησαν ἐπί βασιλέως τῆς Περσίας Σαβωρίου (325 – 379 μ.Χ.). Ὁ ἀσεβής βασιλέας τῶν Περσῶν, ἀφοῦ κυρίευσε τήν ἐπικράτεια τῶν Βυζαντινῶν καί κατέστρεψε πολλά κάστρα καί χῶρες, συνέλαβε πολλούς αἰχμαλώτους ἀπό τούς Χριστιανούς. Ἀπό αὐτούς ἄλλοι σφαγιάσθηκαν καί ἄλλοι πέθαναν στόν δρόμο ἀπό κακουχίες. Οἱ ἑκατόν εἴκοσι Μάρτυρες ὁδηγήθηκαν στήν Περσία δεμένοι μέ ἁλυσίδες καί κλείσθηκαν στή φυλακή. Ἐπειδή οἱ Ἅγιοι ὁμολόγησαν τήν πίστη τους στόν Χριστό καί ἀρνοῦνταν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, ὁ Σαβώριος τούς ἔριξε μέσα σέ φωτιά καί ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος τους.
Τό μαρτύριο τῶν Ἁγίων ἔγινε μεταξύ τῶν ἐτῶν 344 – 347 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Βυζάντιος (6 Απριλίου)

15 Ὅσιος Γρηγόριος καταγόταν ἀπό τό Βυζάντιο, γι’ αὐτό καί ἔλαβε τό ἐπώνυμο Βυζάντιος. Ἀφοῦ ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος, μόνασε στά ὅρια τῆς μονῆς Μεγίστης Λαύρας. Διά τῆς συντόνου ἀσκήσεως, τῆς ἄκρας ἡσυχίας καί τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε θερμός μύστης, ἔφθασε σέ ὕψος τελειότητας καί δεχόταν τροφή ἀπό Ἄγγελο. Ὁ Ὅσιος, πού ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στή νηπτική φιλοσοφία, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1310.
Συνεορτάζει μετά τῶν λοιπῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων τήν Β’ Κυριακή τοῦ Ματθαίου, ἀναφερόμενος στό β’ τροπάριο τῆς γ’ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τῆς κοινῆς αὐτῶν Ἀκολουθίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Γεννάδιος ὁ Ὁσιομάρτυρας (6 Απριλίου)

15 Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Γεννάδιος ἦταν μοναχός στή μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη μέ προτροπή τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς, ὡς συνοδίτης τῶν μοναχῶν Βονιφατίου καί Εὐδοκίμου πού ὅδευαν πρός τό μαρτύριο. Οἱ δύο αὐτοί μοναχοί, ἀφοῦ δείλιασαν πρό τῶν βασάνων καί ἀρνήθηκαν τόν Χριστό, κατήγγειλαν ὡς αἴτιο τῆς πορείας τους πρός τό μαρτύριο, τόν Γεννάδιο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τούς Τούρκους, κλείσθηκε στή φυλακή καί βασανίσθηκε ἀνηλεῶς. Ἐπειδή δέν ἀρνήθηκε τόν Χριστό, καταδικάσθηκε, τό ἔτος 1818, στόν διά ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καί ἔλαβε ἔτσι τό ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
6 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
7 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
8 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
9 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
10 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
11 Απριλίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπεται
το λάδι και ο οίνος
 12 Απριλίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπεται
το ψάρι
 

0412_1Ἀποτελεῖ κόσμημα τῶν μαρτύρων τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. Ὁ πατέρας της ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ πλούσιους εἰδωλολάτρες τῆς Ἠλιουπόλεως καὶ ὀνομαζόταν Διόσκορος.
Μοναχοκόρη ἡ Βαρβάρα, διακρινόταν γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ σώματός της, τὴν εὐφυΐα καὶ σωφροσύνη της. Στὴν χριστιανικὴ πίστη κατήχησε καὶ εἵλκυσε τὴν Βαρβάρα μία εὐσεβῆς χριστιανὴ γυναίκα. Τὴν ζωή της μέσα στὸ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον ἡ Βαρβάρα περνοῦσε «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι». Δηλαδὴ μὲ κάθε εὐσέβεια καὶ σεμνότητα.
Ὅμως τὸ γεγονὸς αὐτό, δὲν ἔμεινε γιὰ πολὺ καιρὸ μυστικό. Ὁ Διόσκορος ἔμαθε ὅτι ἡ κόρη του εἶναι χριστιανὴ καὶ ἐκνευρισμένος διέταξε τὸν αὐστηρὸ περιορισμό της. Ἀλλὰ ἡ Βαρβάρα κατόρθωσε καὶ δραπέτευσε. Ὁ πατέρας της τότε ἐξαπέλυσε ἄγριο κυνηγητὸ μέσα στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ δάση, ὅπου κρυβόταν ἡ κόρη του. Τελικά, κατόρθωσε καὶ τὴν συνέλαβε.
Ἀλλὰ ὁ ἄσπλαχνος καὶ πωρωμένος εἰδωλολάτρης πατέρας, παρέδωσε τὴν κόρη του στὸν ἡγεμόνα Μαρκιανό. Αὐτός, ἀφοῦ στὴν ἀρχὴ δὲν κατόρθωσε μὲ δελεαστικοὺς τρόπους νὰ μεταβάλει τὴν πίστη της, διέταξε καὶ τὴν μαστίγωσαν ἀνελέητα. Κατόπιν τὴν φυλάκισε, ἀλλὰ μέσα ἐκεῖ ὁ Θεὸς θεράπευσε τὶς πληγὲς τῆς Βαρβάρας καὶ ἐνίσχυσε τὸ θάρρος της.
Τότε ὁ ἡγεμόνας θέλησε νὰ τὴ διαπομπεύσει δημόσια γυμνή. Ἀλλὰ ἐνῶ ἔβγαζαν τὰ ροῦχα της, ἄλλα ὡραιότερα ἐμφανίζονταν στὸ σῶμα της. Ὁ ἡγεμόνας βλέποντας τὸ θαῦμα, διέταξε νὰ ἀποκεφαλισθεῖ. Χωρὶς καθυστέρηση, ὁ ἴδιος ὁ κακοῦργος πατέρας της, ἀνέλαβε καὶ τὴν ἀποκεφάλισε.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ο βίος της Αγίας Βαρβάρας

0412_2Η Αγία Βαρβάρα έζησε το τέλος του 3ου αι. και αρχές του 4ου στην Ηλιούπολη, πόλη της Κοίλης Συρίας. Ο πατέρας της ονομαζόταν Διόσκουρος και ήταν φανατικός ειδωλολάτρης. Ήταν πολύ πλούσιος και διοικητής της Ηλιούπολης με μεγάλη πολιτική εξουσία και δύναμη.
Οι ιστορικές πληροφορίες δεν αναφέρουν καθόλου το όνομα της μητέρας της, ούτε ποιά στάση τήρησε σε όλη την περιπέτεια και στο φρικτό μαρτύριο της κόρης της. Υποθέτουμε πώς είχε πεθανει. Η Βαρβάρα ήταν το μονακριβο παιδί τους. Ήταν αφάνταστα ωραία στο σώμα, αλλά και στην ψυχή, και είχε πολλή χάρη, ευφυία, σεμνότητα και σωφροσύνη.
Όταν έφθασε σε ηλικία γάμου παρουσιάστηκαν πολλοί υποψήφιοι γαμπροί, και από τους εξέχοντες άρχοντες και από τους μεγιστάνες και από τους λοιπούς επιφανείς άνδρες της Ηλιούπολης. Όλα όμως τα προξενιά η Βαρβάρα τα έδιωχνε, πράγμα που ο πατέρας της δεν το έβλεπε με καλό μάτι. Ήταν γι' αυτόν αδικαιολόγητη η εμμονή της κόρης του να μη θέλει διακεκριμένους γαμπρούς, που την ζητούσαν σε γάμο. Υπέθεσε όμως πώς ήταν μιά νεανική ιδιοτροπία και είχε την ελπίδα ότι αργότερα θα υποχωρούσε και θα δεχόταν να παντρευτεί.
Εν τω μετάξύ, όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε αφάνταστα και η ομορφιά της και την έκανε «περιλάλητη και περιμάχητη». Όσο περνούσε ο καιρός, ο Διόσκουρος γέμιζε πιό πολύ από ποικίλους φόβους και φαίνεται ο πιό μεγάλος του φόβος ήταν ορισμένοι ψίθυροι ότι η Βαρβάρα του συμπαθούσε τον Χριστιανισμό. Γι' αυτό και περιόρισε την ελευθερία της τόσο, όσο να μην την βλέπει κανείς, ούτε και να την συναναστρέφεται. Μόνο υπηρέτες και υπηρέτριες, πιστοί στον Διόσκουρο, την συνόδευαν. Κατα την παράδοση, τόσο την περιόρισε, που έφτιαξε ειδικό πύργο και την έκλεισε μέσα.

Οι φόβοι του όμως βγήκαν αληθινοί. Η πανεύφημη Βαρβάρα ξαφνικά παρουσιάζεται χριστιανή. Φαίνεται κάποια από τις υπηρέτριες ήταν κρυπτοχριστιανή και μετέδωσε στη Βαρβάρα τα σωτήρια χριστιανικά δόγματα και διδάγματα. Αυτή λοιπόν η κρυπτοχριστιανή υπηρέτρια της Βαρβάρας, την πήγε κρυφά στην χριστιανική κατακόμβη, την γνώρισε με έναν ιερέα από την Αλεξάνδρεια, την κατήχησε και μετά από λίγο καιρό τη βάπτισε στο όνομα της Αγίας Τριάδος.
0412_3Η Βαρβάρα ζεί τώρα πιά σε καινούργιο κόσμο. Η χαρά της είναι αφάνταστη. Τώρα νιώθει την πραγματική ευτυχία και αγαλλίαση. Καταλαβαίνει όλο και πιό πολύ ότι η ομορφιά και τα πλούτη και η μόρφωση δέν έχουν καμμιά αξία μπροστά στο μεγάλο θησαυρό της αληθινής πίστεως, που της αποκάλυψε ο Θεός και που τον ζεί πιά χωρίς τον πραγματικό δισταγμό. Αγάπησε ολοκληρωτικά το Νυμφίο της Χριστό. Θυσίασε τα πάντα γιά να κερδίσει«τον πολύτιμο μαργαρίτη». Μπροστά στην πραγματική ευσέβεια και αρετή, και πρό παντός μπροστά στην αγάπη του Χριστού, η παμμακάριστη Βαρβάρα, παραμέρισε όλες τις αμαρτωλές απολαύσεις του κόσμου, νέκρωσε όλα τα ψυχοφθόρα σαρκικά σκιρτήματα, περιφρόνησε κοσμικές τιμές και δόξες, τα θυσίασε όλα και προτίμησε να υποστεί τις θλίψεις τού μαρτυρίου προκειμένου να κερδίσει τον πολύτιμο, άφθαρτο και αναφαίρετο θησαυρό, την αιώνια ζωή.
Ο Διόσκουρος χωρίς να υποψιάζεται τίποτα γιά όλα αυτα που είχαν συμβεί, κάνει πρόταση γάμου στην Βαρβάρα. Εκείνη με σθένος του είπε: «Μη μού κάνεις ξανα λόγο γιά γάμο, γιατί τότε δεν θα σε ξαναπώ πατέρα και θα με αναγκάσεις να σκοτωθώ μόνη μου». Της άφησε χρόνο να το σκεφτεί. Όμως είχε πάρει σταθερή και αμετάκλητη την απόφαση περί παρθενίας και αφοσίωσης στο Νυμφίο Χριστό, και ήδη ζούσε μέσα στον πύργο «εν προσευχή και νηστεία».
Ο Διόσκουρος αλλάζει τακτική. Της επιτρέπει πιά να βγαίνει όποτε θέλει από τον πύργο, να δημιουργεί σχέσεις και συναναστροφές με όποιους θέλει, και να πηγαίνει όπου θέλει. Έτσι άρχισε να βγαίνει έξω και να συναναστρέφεται χριστιανές, και με πολλή προφύλαξη να παρακολουθεί ακολουθίες και κηρύγματα των καταδιωκόμενων χριστιανών. Ιδιαίτερα, τα μαρτύρια των χριστιανών που μάθαινε την βοήθησαν πολύ να στερεωθεί και να ανδρωθεί στην πίστη.
Ο πατέρας της έμαθε τώρα ότι η κόρη του ήταν χριστιανή. Αποφάσισε να φύγει προσωρινα για υποθέσεις του σε άλλη χώρα. Πρίν φύγει θέλησε να κατασκευάσει έξω από τον πύργο ένα ωραίο λουτρό. Έκαμε το σχέδιο, το έδωσε στούς τεχνίτες, με τις αναλογες οδηγίες και έφυγε. Κάποια μερα η Αγία κατέβηκε από τον πύργο και είδε το λουτρό. Καθώς το παρατηρούσε πρόσεξε ότι η οικοδομη είχε δύο μόνο παράθυρα. Ρώτησε τούς κτίστες και εκείνοι απάντησαν ότι αυτή την εντολή είχαν. Η Βαρβάρα τούς είπε να κάνουν και ένα τρίτο παράθυρο και αυτή θα είχε την ευθύνη.
Οι τεχνίτες υπάκουσαν και το έφτιαξαν. Βλέποντας η Αγία τα τρία παράθυρα ένιωσε ανεκλάλητη χαρά και ικανοποίηση. Ο δέ Πανάγαθος και Ελεήμων Θεός φώτιζε συνεχώς την ψυχή της, γέμιζε με Άγιο Πνεύμα την καρδιά της και μεγάλωνε το θάρρος και την παρρησία της για να ομολογήσει πέρα γιά πέρα την αλήθεια για τον αγαπημένο της Νυμφίο. Κάποια φορά που κατέβηκε να δει το λουτρό, στάθηκε στο σημείο που ήταν η κολυμβήθρα του, ανατολικά, και χάραξε με το δάκτυλό της πάνω στο μάρμαρο το σημείο τού Σταυρού. Και ω τού θαύματος! Σάν να ήταν το δάκτυλό της μιά σμίλη από σίδερο και άνοιξε τόσο βαθύ λάξευμα στο μάρμαρο, ώστε το σημείο εκείνο να φαίνεται μεχρι σήμερα και να δοξάζεται η αδιαίρετη Αγία Τριάδα.
Ο πατέρας της επέστρεψε και έμαθε το γεγονός και από εδώ και πέρα αρχίζει η φρικτή μαρτυρική ζωή και το σύντομο τέλος της ενάρετης Βαρβάρας. Απολογείται στον πατέρα της για την κατασκευή των τριών παραθύρων και του τονίζει ότι «οι τρεις θυρίδες φωτίζουν πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον».
Με αυτόν τον τρόπο αποκάλυψε με περίσσιο θάρρος και παρρησία την πίστη και αφοσίωσή της στον Τριαδικό Θεό των χριστιανών και τη σφοδρή και πλήρη αντίθεσή της στους θεούς των ειδώλων. Ο Διόσκουρος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ζήτησε από την κόρη του καθαρή ομολογία. Η Βαρβάρα τότε είπε στον πατέρα της καθαρά πως γνώρισε και αγάπησε τη χριστιανική πίστη και πως, με την πίστη αυτή, γέμισε η διάνοιά της από φως, η καρδιά της από αγνότητα και το πνεύμα της από επανάπαυση. Ακούγοντας αυτά ο Διόσκουρος δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Γι' αυτό της ζήτησε την επομένη να τον ακολουθήσει σε μιά ειδωλολατρική τελετή. Η Βαρβάρα αρνήθηκε και βλέποντας την αμετάκλητη απόφασή της φούντωσε από το κακό του. Άδειασε η καρδιά του από κάθε πατρική στοργή και όλη η αγάπη του μετατράπηκε σε λυσσαλέο μίσος. Λησμόνησε ότι ήταν σπλάχνο του και με την καρδιά του γεμάτη από φαρμάκι σήκωσε το ξίφος του να την σκοτώσει.
Συγκρατήθηκε όμως. Κι έδωσε εντολή να την περιορίσουν πολύ αυστηρά. Η σεμνότατη μάρτυς εμποδίζεται, περιορισμένη τώρα μέσα στα σίδερα και κάτω από τα μάτια των φρουρών της, να εκτελέσει τα θρησκευτικά της καθήκοντα. Έτσι κατόρθωσε με την βοήθεια κάποιας πιστής της υπηρέτριας να δραπετεύσει και να καταφύγει στο πιό κοντινό βουνό.
Μόλις έφθασε εκεί σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και ζήτησε τη βοήθεια του Θεού να την γλιτώσει από τα χέρια του τυράννου πατέρα της. Και ο Θείος Δημιουργός δέν άργησε να απαντήσει. Την έκρυψε από τα φονικά χέρια του πατέρα της. Ο Διόσκουρος την χάνει από τα μάτια του. Συνεχίζει να την ψάχνει για να την βρει. Συναντά δύο βοσκούς και τους ρωτά άν είδαν μιά κοπέλλα. Ο ένας, καλοκάγαθος, προτίμησε να πεί ψέμα, που θα ήταν σωτήριο, παρά αλήθεια βλαπτική. Ο άλλος, άθλιος και πονηρός δέν μίλησε αλλά με το δάκτυλό του έδειξε το σημείο που ήταν κρυμμένη. Η καταδίωξη τού Διόσκουρου πέτυχε. Μετά από λίγο συνέλαβε την κόρη του. Δεν ήταν όμως πιά πατέρας, αλλά σωστος τύραννος. «Εξακολουθείς να επιμένεις;» της λέγει. «Δεν μπορώ πατέρα να αρνηθώ τον Αληθινό Θεό». Τότε εκείνος την άρπαξε από τα μαλλιά, με μανία λιονταριού, την τίναξε πολλές φορές και με σφοδρή και βίαιη πτώση την έριξε κάτω στην γή. Έδωσε εντολή να την οδηγήσουν ξανά στον πύργο. Εκεί την έκλεισε σε ένα μικρό δωμάτιο με σιδερένια κάγκελα και έβαλε φρουρούς να την φυλάνε. Πέρασε έτσι ένας μήνας.
Κάθε δύο μέρες ο Διόσκουρος έπαιρνε μαζί του έναν ιερέα της ειδωλολατρίας και προσπαθούσε να της αλλάξει γνώμη. Εκείνη υποστήριζε αλύγιστα την πίστη της στο Χριστό και το Ευαγγέλιο. Έτσι την κατήγγειλε στον ηγεμόνα Μαρκιανό με την κατηγορία ότι βρίζει τα είδωλα.Ο Μαρκιανός βλέποντάς την, προσπάθησε με όλες του τις δυνάμεις, με συμβουλές, με υποσχέσεις και με απειλές να την πείσει να αρνηθεί το Χριστό, αλλά μάταια. Η Αγία δεν δελεάστηκε με τίποτα. Τότε ο Μαρκιανός έδωσε εντολή να αρχίσουν τα φοβερά βασανιστήρια. Την γύμνωσαν, την κτύπησαν με σκληρά βούνευρα χωρίς έλεος, και για να την κάνουν να νιώθει τους πόνους πιο δριμείς έτριβαν τις πληγές της με τρίχινα ρούχα.
Τόση ήταν η μαστίγωση που το άγιο εκείνο σώμα καταπληγώθηκε και κατατρυπήθηκε και από το άσπιλο αίμα των πληγών της κατακοκκίνησε το μέρος της γης που την βασάνιζαν. Μετά από πολύωρα και σκληρά βασανιστήρια την κλείσανε στη φυλακή. Εκεί μέσα μια παρήγορη φωνή της έδινε θάρρος και ένα γλυκύτατο φως φώτισε το δεσμωτήριο. Μονομιάς τα τραύματα της θεραπεύτηκαν. Απέκτησε μεγαλύτερη υπομονή και καρτερία. Χαιρόταν για τα παθήματα της. Περίμενε με χαρά νέα βασανιστήρια σαν να πήγαινε σε γάμο.
Αρχίζει η δεύτερη εξέταση. Αρνείται και πάλι τα είδωλα. Ομολογεί τον Χριστό και αρχίζουν σκληρότερα βασανιστήρια. Σ' αυτό το σημείο παρουσιάζεται και δεύτερη μάρτυς του Χριστού. Είναι η ενάρετη Ιουλιανή. Παρακολουθούσε τα μαρτύρια της Βαρβάρας και βλέποντας το αίμα να τρέχει άφθονο από όλο το σώμα της Αγίας δεν άντεξε και άρχισε να κλαίει.
Ο Μαρκιανός διατάζει να κρεμάσουν και την Ιουλιανή και να της κάψουν τις σάρκες με αναμμένες λαμπάδες. Και οι δυο υπέμεναν τα τρομερά βασανιστήρια. Αμέσως διατάζει την μεν Ιουλιανή να την βάλουν φυλακή, την δε Βαρβάρα να την ξεγυμνώσουν και να την γυρίζουν στην πόλη γυμνή.
Στο άκουσμα του χειρότερου αυτού για την Αγία μαρτυρίου, το πρόσωπό της κατακοκκίνησε και φρίκη πέρασε το πνεύμα της. Προσευχήθηκε θερμά να μην πραγματοποιηθεί αυτό το μαρτύριο. Ο γεμάτος Θεός αγάπη όμως, δεν αργοπόρησε καθόλου, άκουσε την προσευχή της, και ώ του θαύματος ενώ της αφαιρούσαν τα ρούχα, η γύμνωσή της δεν φαινόταν. Άλλα ρούχα πιο ωραία αντικαθιστούσαν εκείνα που με μανία της ξέσχιζαν.
Ο Μαρκιανός τυφλωμένος δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει όλα αυτά που συνέβαιναν και με περισσότερη λύσσα διέταξε να αποκεφαλίσουν και τις δύο μάρτυρες με ξίφος. Σε όλα αυτά τα μαρτύρια μπροστά ήταν και ο πατέρας της που ούτε καν πόνεσε. Μόλις ο δικαστής έβγαλε την καταδικαστική απόφαση, άρπαξε σαν λυσσασμενο λιονταρι την κόρη του για να την οδηγήσει στον τόπο του αποκεφαλισμού και να την φονεύσει ο ίδιος με τα καταραμένα χέρια του.
Η Αγία χωρίς να του καταλογίσει καθόλου την τόση σκληρότητα, είπε με πολλή συμπάθεια και τρυφερότητα «Πατέρα μου!». Είναι η εφαρμογή της τρομερής εκείνης διακήρυξης του Χριστού και το πρωτακουστο μηνυμά του πάνω στη γη : «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών».
Στο άκουσμα αυτό ο Διόσκουρος ταράχτηκε και της είπε : «Δεν έχεις τίποτα το κοινό μαζί μου. Και για να ξεπλύνω το κακό που έκαμα με το να σε γεννήσω, θα σε θανατώσω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια. Αυτή θα είναι η μόνη μου ευτυχία». Αφού έφθασαν στον τόπο του αποκεφαλισμού η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, έκλινε την ιερή της κεφαλή μπροστα στο ξίφος του πατέρα της και δέχθηκε το μαρτύριο και το στεφάνι της άθλησης. Την ίδια ώρα, ο δήμιος αποκεφάλισε και την Ιουλιανή. Και οι δύο στεφθήκανε με το μαρτυρικό, αμαράντινο της δόξας στεφάνι από τον δίκαιο επαινέτη και δωρεοδότη Κύριο, η δε Αγία Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη τους στις 4 Δεκεμβρίου, που είναι και η ημέρα του μαρτυρίου τους.

 

Πηγή: http://www.orthodoxifoni.com/2010/12/blog-post_04.html

Σύμφωνα με τον βιογράφο της Αγίας Βαρβάρας Συμεών, ο ίδιος ο πατέρας της την αποκεφάλισε ως "πατρικαίς χερσί τω πατρικώ ξίφει την τελείωσιν δέχεται". Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.
Η σύνδεση της Αγίας Βαρβάρας με κεραυνό, προκάλεσε την επίκλησή της έναντι κεραυνού και φωτιάς από συσχετισμό και συντέλεσε στην ανακύρηξή της ως προστάτις Αγία του πυροβολικού, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ άλλες Χώρες. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτις του όπλου αυτού το 1828, οπότε και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία στην οποία έλαβαν μέρος αξιωματικοί και οπλίτες πυρβολητές. Παλαιότερα, "Αγία Βαρβάρα" ονόμαζαν οι ναυτικοί τις πυριτιδαποθήκες και τους χώρους πυρομαχικών των πολεμικών πλοίων.
Στις αγιογραφίες φέρεται πάντα ιστάμενη προ πύργου με τρία παράθυρα καθώς και με σύμβολα του πυροβολικού.
Κατά τον 9ο αιώνα έγινε ανακομιδή των λειψάνων της και η μεταφορά τους από την Βιθυνία στην Κωνσταντινούπολη. Κατά δε το 991 ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ δώρησε μέρος αυτών στους Βενετούς οι οποίοι και τα απόθεσαν στον Ναό του Αγίου Μάρκου.
Κατά το 12ο αιώνα, μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930, όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.
Λείψανο της Αγίας περιλαμβάνεται μεταξύ των 13 ιερών λειψάνων της ιστορικής λειψανοθήκης του Ιερομονάχου Καλλινίκου Βαρβατάκη ή Βαρβατόπουλου (ποιηθείσα το έτος 1817), η οποία πρόσφατα δωρήθηκε στο Ναό μας από ευλαβή οικογένεια του Χολαργού και παραμένει σ’ αυτόν ως πολύτιμος θησαυρός και πνευματική κληρονομιά.

http://www.faneromenihol.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1056:2011-10-09-20-18-49&catid=44:2010-07-09-08-43-43&Itemid=180

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύειν, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Έτερον Ἀπολυτίκιον.
Βαρβάραν την Αγίαν τιμήσωμεν, εχθρού γαρ τας παγίδας συνέτριψε και ως στρουθίον ερρύσθη εξ αυτών, βοηθεία και όπλω του Σταυρού η πάνσεμνος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ἐν Τριάδι εὐσεβῶς ὑμνουμένῳ, ἀκολουθήσασα σεμνὴ Ἀθληφόρε, τὰ τῶν εἰδώλων ἔλιπες σεβάσματα, μέσον δὲ τοῦ σκάμματος, ἐναθλοῦσα Βαρβάρα, τυράννων οὐ κατέπτηξας, ἀπειλὰς ἀνδρειόφρον, μεγαλοφώνως κράζουσα σεμνή· Τριάδα σέβω, τὴν μίαν Θεότητα.

Μεγαλυνάριον.
Πατέρα λιποῦσα τόν δυσσεβῆ, ἐδείχθης θυγάτηρ, Βασιλέως τῶν οὐρανῶν, ὑπὲρ οὗ προθύμως, ἀθλήσασα Βαρβάρα, λυτροῦσαι πάσης νόσου, τοὺς προσιόντας σοι

 

Ἁγία Ἰουλιανὴ ἡ Μάρτυς

Μαρτύρησε μαζί με την Αγία Βαρβάρα.