diax
Agioi1

Ἅγιος Εὐτύχιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (6 Απριλίου)

060415 Ἅγιος Εὐτύχιος γεννήθηκε τό ἔτος 512 μ.Χ. καί ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου. Καταγόταν ἀπό τήν πόλη Θεία Κώμη τῆς Φρυγίας καί ἦταν υἱός τοῦ Ἀλεξάνδρου, σχολαρίου ὑπό τόν στρατηγό Βελισσάριο καί τῆς Συνεσίας. Διδάχθηκε τό ἱερό Εὐαγγέλιο καί βαπτίσθηκε Χριστιανός ἀπό τόν ἱερέα Ἡσύχιο, ὁ ὁποῖος ἦταν παππούς του καί λειτουργοῦσε στήν Ἐκκλησία τῆς Αὐγουστοπόλεως. Σύμφωνα μέ τό Συναξάρι ὁ Ἡσύχιος εἶχε τό ὀφφίκιο τοῦ σκευοφύλακος καί λόγω τῆς ἁγιότητας τοῦ βίου του εἶχε λάβει ἀπό τόν Θεό τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας.
Ὁ Ἅγιος χειροτονήθηκε ἀναγνώστης ἀπό τόν τότε Ἐπίσκοπο Ἀμασείας στό ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου Οὐρβικίου. Στήν συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος καί εἰσῆλθε σέ μονή τῆς Ἀμασείας, πού εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς Μελέτιο καί Σέλευκο, τῆς ὁποίας ἀργότερα ἀνεδείχθη καί ἡγούμενος.
Τά χρόνια πού ἀκολούθησαν δέν ἦταν εἰρηνικά γιά τήν Ἐκκλησία, λόγω τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν πού δίδασκαν νέοι Ὠριγενιστές καί κρυπτομονοφυσίτες. Οἱ ἔριδες τῶν μοναχῶν τῆς Παλαιστίνης περί τοῦ Ὠριγένους ἀποτελοῦν τήν Τρίτη καί τελευταία φάση τῶν ὠριγενιστικῶν ἐρίδων. Προοίμιο αὐτῶν ὑπῆρξε ἡ κατά τό ἔτος 507 μ.Χ. διάσταση λογίων μοναχῶν τῆς Μεγάλης Λαύρας πρός τόν ἡγούμενο αὐτῆς, τόν Ὅσιο Σάββα τόν Ἡγιασμένο, πού ἔφυγαν ἀπό τήν Λαύρα καί ἵδρυσαν περί τό 514 μ.Χ. τή Νέα Λαύρα, ἡ ὁποία κατέστη κέντρο τοῦ ὠριγενισμοῦ. Οἱ ἀντιωριγενιστές μοναχοί ἔκαναν ἔκκληση πρός τόν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό νά καταδικάσει τόν Ὠριγένη. Τήν αἴτηση αὐτή ὑποστήριξε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς.

Ἔτσι, τό ἔτος 543 μ.Χ., συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη Ἐνδημοῦσα Σύνοδος, ὕστερα ἀπό πρόσκληση τοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶ, μέ σκοπό τήν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας καί τήν καταδίκη τῶν αἱρετικῶν. Διά διατάγματος πού ἐκδόθηκε τό ἔτος 543 μ.Χ. ὁ Ἰουστινιανός ἐστράφη κατά τῶν αἱρετικῶν. Καταδίκασε τίς κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένους, θεώρησε τά συγγράμματα αὐτοῦ κακόδοξα καί καταδίκασε αὐτό τό πρόσωπο τοῦ Ὠριγένους. Διά τρίτου διατάγματος ὁ Ἰουστινιανός, τό ἔτος 544 μ.Χ., καταδίκασε τά «Τρία Κεφάλαια», δηλαδή α) τόν Θεόδωρο Μοψουεστίας καί τά αἱρετικά του συγγράμματα, β) τά κατά τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας καί τῆς Γ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὑπέρ τοῦ Νεστορίου συγγράμματα τοῦ Θεοδωρήτου Κύρου καί γ) τήν ἐπιστολή τοῦ Ἴβα Ἐδέσσης πρός τόν Πέρση Μάρη.
Ὅταν τό ἔτος 552 μ.Χ. κοιμήθηκε ὁ Πατριάρχης Μηνᾶς, ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος ἦλθε ἀπό τήν Ἀμάσεια στή Βασιλεύουσα καί ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Οἱ ταραχές ὅμως τῶν αἱρετικῶν συνεχίζονταν καί ταλάνιζαν τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ε’ Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη, τό ἔτος 553 μ.Χ. ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἁγίου Εὐτυχίου, ἐπικύρωσε τήν ἀπόφαση τῆς Ἐνδημούσης Συνόδου καί προέβη στήν καταδίκαση τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων». Ὁ σκοπός ὅμως τῆς καταδίκης τῶν «Τριῶν Κεφαλαίων» δέν ἐπετεύχθη, διότι οἱ μονοφυσίτες ἐνέμεναν στήν ἀπόσχιση καί στίς αἱρετικές δοξασίες τους. Ἕνεκα τούτου ὁ Ἰουστινιανός τό ἔτος 564 μ.Χ. ἐξέδωσε διάταγμα, διά τοῦ ὁποίου ἐπέβαλε τόν ἀφθαρτοδοκητισμό. Ἡ διδασκαλία αὐτή εἶχε διατυπωθεῖ ἀπό τόν καταφυγόντα στήν Αἴγυπτο μονοφυσίτη Ἐπίσκοπο Ἁλικαρνασσοῦ Ἰουλιανό. Συγκεκριμένα ὁ Ἰουλιανός δίδασκε ὅτι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἀπό τῆς συλλήψεως καί γεννήσεως Αὐτοῦ, ἀπηλλάγη τῆς φθορᾶς καί ἑπομένως τῶν φυσικῶν ἀναγκῶν (πείνας, δίψας, καμάτου, ἱδρῶτος, δακρύων κ.τ.λ) – τῶν λεγομένων «ἀδιαβλήτων παθῶν» – καί μόνο «κατ’ οἰκονομίαν» καί «κατά χάριν» φαινόταν ὑποκείμενο σέ αὐτά. Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος καί οἱ λοιποί Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, πρός τούς ὁποίους ἀπευθύνθηκε, δέν δέχθηκαν τό δυσσεβές διάταγμα. Γι’ αὐτό τόν λόγο ὁ Ἅγιος, τό ἔτος 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο ὑπό Συνόδου ἐρήμην, ἀφοῦ ἀρνήθηκε νά παρουσιασθεῖ καί ἐξορίσθηκε ἀρχικά στήν Πρίγκηπο. Στό Συναξάρι του ἀναφέρεται ὅτι μετά κατέφυγε σέ μοναστήρι τῆς Ἀμασείας στό ὁποῖο ζοῦσε ἀσκητικά καί ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό νά ἐπιτελεῖ θαύματα.
Μετά ἀπό δώδεκα χρόνια ἐξορίας, ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος ὁ Β’, τό ἔτος 577 μ.Χ., ἀποθανόντος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννου τοῦ Γ’, ἐπανέφερε μέ τιμή καί δόξα τόν Ἅγιο στόν πατριαρχικό θρόνο. Κατά τήν δεύτερη πατριαρχία του ὁ Ἅγιος μέ τήν προσευχή του ἔσωσε τόν λαό πού μαστιζόταν ἀπό θανατηφόρα ἐπιδημία. Τό ὀρθόδοξο φρόνημά του καί ὁ ἀγώνας του γιά τήν ἀκεραιότητα τῆς πίστεως τόν ὁδήγησαν σέ ἀντίθεση μέ τόν ἀποκρισάριο τῆς Ρώμης Γρηγόριο, τόν μετέπειτα Πάπα, λόγῳ τῶν δοξασιῶν του περί ἀναστάσεως σαρκός.
Ὁ Ἅγιος Εὐτύχιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 582 μ.Χ. Τό ἱερό λείψανό του ἐναποτέθηκε στό θυσιαστήριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τήν κρηπίδα τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ὅπου κατέκειντο καί τά ἱερά λείψανα Ἀνδρέου, Τιμοθέου καί Λουκᾶ τῶν Ἀποστόλων.
Σώζονται ἀποσπάσματα τοῦ ἔργου αὐτοῦ «Περί Εὐχαριστίας», «Ἐπιστολή πρός Πάπαν Βιγίλιον περί τῶν Τριῶν Κεφαλαίων» καί «Συνοδική Ἐπιστολή». Τρία ἄλλα ἔργα του χάθηκαν, ἤτοι τό «Περί ἀναστάσεως σαρκός», τό «Κατά Ἀφθαρτοδοκητῶν» καί τό «Κατά τῆς μονοφυσιτικῆς διασκευῆς τοῦ Τρισαγίου». Τόν Βίο τοῦ Ἁγίου συνέταξε ὁ μαθητής του Εὐστράτιος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’ . Τήν ὡραιότητα.
Βίον οὐράνιον, Πάτερ κτησάμενος, σκεῦος ἐπάξιον, ὤφθης τῆς χάριτος, λόγῳ καί πράξει βεβαιῶν, τήν θείαν σοι χορηγίαν· ὅθεν ἱεράτευσας, ἰσαγγέλως τῷ Κτίσαντι, ἔνδοξε Εὐτύχιε, Ἐκκλησίας ὡράϊσμα, ἣν φύλαττε ταῖς σαῖς προστασίαις, πάσης ἀνάγκης ἀνωτέραν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐκληρίας χάριτας θεοδωρήτου, ἱερέ Εὐτύχιε, ἀναβλυστάνεις δαψιλῶς, τοῖς ἐν αἰνέσει κραυγάζουσι· χαίροις Πατέρων φαιδρόν ἀγαλλίαμα.

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθης εὐτυχίας πνευματικῆς, ἀμάραντον δένδρον, Ἱεράρχα καρποδοτοῦν, ἀμοιβῶν τήν χάριν, ὥσπερ Ἀγγέλων βρῶσιν, Εὐτύχιε τρισμάκαρ, τοῖς σέ γεραίρουσι.

Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης (6 Απριλίου)

0604 115 Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ὀφείλει τήν ἐπωνυμία του στό ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔλαβε τό μοναχικό σχῆμα. Γεννήθηκε τό ἔτος 1255 στό χωριό Κούκουλο, πλησίων τῶν Κλαζομενῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπό εὐλαβεῖς καί πλούσιους γονεῖς, ἀπό τούς ὁποίους, παράλληλα μέ τούς εὐσεβεῖς διδασκάλους του, ἔμαθε τά πρῶτα ἱερά γράμματα. Κατόπιν πῆγε στήν Κύπρο, ὅπου ἔζησε γιά μικρό χρονικό διάστημα κοντά σέ κάποιον ἐνάρετο μοναχό καί ἔγινε καί ὁ ἴδιος δόκιμος καί στή συνέχεια μετάβη στό ὄρος Σινᾶ. Ἐκεῖ ἔλαβε τή μοναχική κουρά καί ἔζησε ἀσκώντας τήν ὑπακοή καί τήν ταπεινοφροσύνη, μέ αὐστηρή νηστεία, ἀγρυπνία καί προσευχή. Ἀπό τό Σινᾶ ἀναχώρησε γιά τά Ἱεροσόλυμα, ὡς ἐπισκέπτης καί προσκυνητής τοῦ Παναγίου Τάφου καί τῶν λοιπῶν προσκυνημάτων τῆς Παλαιστίνης καί κατόπιν ἦλθε στήν Κρήτη, στούς Καλούς Λιμένες, ὅπου διδάχθηκε τή νοερά προσευχή ἀπό τόν ἐρημίτη Ἀρσένιο τόν Ἁγιοφαραγγίτη.
Στήν συνέχεια μετέβη μέ πλοῖο στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε ὅλες τίς μονές, τίς σκῆτες καί τά κελιά, καθώς καί τούς δύσβατους καί ἐρημικούς τόπους του, κατοίκησε κατ’ ἀρχήν στή σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ, πού βρισκόταν ἀπέναντι ἀπό τήν ἱερά μονή Φιλοθέου καί μετά στίς Καρυές καί σέ ἄλλα σημεῖα τοῦ Ἄθω.
Σέ ὅλα αὐτά τά μέρη, ὅπως ἐπίσης καί στήν περιοχή τῆς Μεγίστης Λαύρας, ἔχτιζε κελιά γιά ὅσους ἔρχονταν πρός αὐτόν. Αὐτοί ἦταν στό σύνολό τους ἐπιφανεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νά ἀκούσουν τήν ψυχωφελέστατη διδασκαλία του καί νά μονάσουν κοντά του. Ἀλλά, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀγαποῦσε τήν ἀναχώρηση καί δέν ἤθελε «οὐδ’ ἐπί στιγμήν νά ἀποχωρισθῇ ἀπό τήν θεωρίαν», μετέβαινε σέ δύσβατα καί ἀπόκρημνα μέρη, ὅπου ἦταν δύσκολο νά τόν πλησιάσουν πολλοί ἄνθρωποι καί νά τοῦ ἐκφράσουν τήν εὐλάβειά τους, διαταράζοντας ἔτσι τήν ἡσυχία πού τόσο ποθοῦσε.
Ὁ Ὅσιος, λοιπόν, ὑπῆρξε ἐξαιρετική φυσιογνωμία στήν ἐποχή του καί διακρίθηκε προπαντός ὡς ὁ πρῶτος καί μεγάλος συστηματικός δάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Φεύγοντας ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, ἐξ αἰτίας κυρίως τῶν Καταλανῶν πειρατῶν πού ἐπανειλημμένως τό λυμαίνονταν ἐκείνη τήν ἐποχή, μετέβη στήν Σερβία καί Βουλγαρία, στίς πόλεις Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη καί Ἀλεξανδρούπολη καί στά νησιά Χίο καί Μυτιλήνη, μεταφέροντας παντοῦ τό μήνυμα τῆς ἀθωνικῆς μοναστικῆς πολιτείας. Στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό ταπεινοφροσύνη, ὁ Ὅσιος Γρηγόριος, δέν ἱκανοποίησε τήν ἐπιθυμία τοῦ αὐτοκράτορος Ἀνδρονίκου Β’ τοῦ Παλαιολόγου (1282 – 1328) νά προσέλθει στά ἀνάκτορα.
Ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη ἦλθε στό Κατακεκρυωμένον ὄρος τῆς Θράκης, στά σύνορα Βυζαντίου καί Βουλγαρίας, ἀγωνιζόμενος τόν ἡσυχαστικό ἀγώνα. Τελικά ἐπανῆλθε στό Ἅγιον Ὄρος, γενόμενος πανηγυρικά δεκτός ἀπό τούς μοναχούς τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἔπειτα μετέβη καί πάλι στό ὄρος Κατακεκρυωμένον, ἵδρυσε πολλά μοναστήρια καί ἔγινε εἰσηγητής τοῦ ἡσυχασμοῦ καί στούς Σλάβους καί τούς Βούλγαρους, ὅταν ἐγκαταστάθηκε στά Παρόρια τό 1331 καί πάλι τό 1335.
Σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου ἦταν ἡ συνειδητοποίηση τῆς Χάριτος τοῦ Βαπτίσματος, πού χορηγήθηκε στόν ἄνθρωπο ἀλλά βρίσκεται κρυμμένη ἀπό τήν ἁμαρτία. «Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς πέφτουν στήν ἁμαρτία ἀπό ἀμέλεια καί ἁμαρτωλή συνήθεια στήν ἀναισθησία καί στήν τύφλωση καί δέν ξέρουμε πιά ἀκόμη καί ἂν ὑπάρχει Θεός, ποιοί εἴμαστε, τί μποροῦμε νά φθάσουμε, νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, παιδιά φωτός, παιδιά καί μέλη Χριστοῦ. Εἴχαμε βαπτισθεῖ σέ ὥριμη ἡλικία; Δέν διακρίναμε παρά τό νερό καί ὄχι τό Πνεῦμα. Κι ἂν ἀκόμη εἴμαστε ἀναγεννημένοι μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, πιστεύουμε μέ νεκρή καί ἀδρανή πίστη… Καταντήσαμε σάρκα καί συμπεριφερόμαστε ἀκολουθώντας τή σάρκα… Ὑπάρχουν δύο τρόποι νά ἀνακαλύψουμε τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού δεχθήκαμε μυστηριακά μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα: α) Ἡ δωρεά αὐτή ἀποκαλύπτεται μέ τρόπο γενικό ἀπό τήν ἄσκηση τῶν ἐντολῶν καί μέ θυσία ἐπίπονων προσπαθειῶν καί β) Ἐκδηλώνεται στή ζωή ὑποταγῆς (στόν πνευματικό πατέρα), μέ τήν μεθοδική καί ἐξακολουθητική ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, δηλαδή τήν μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἡ πρώτη ὁδός εἶναι ἡ πιό μακρινή, ἐνῷ ἡ δεύτερη ἡ πιό σύντομη, μέ τόν ὅρο νά ἔχεις μάθει νά ἀνασκάπτεις τή γῆ θαρραλέα καί ἐπίμονα γιά νά ἀποκαλύψεις τό χρυσάφι».
Ἡ κυριότερη ἀπασχόληση τοῦ Ὁσίου ἦταν νά προφυλάξει τούς μαθητές του ἀπό φανταστικές ὀπτασίες, πού ὄχι μόνο προέρχονται ἀπό τήν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀκόμη συχνότερα προκαλοῦνται ἀπό τό δαίμονα. «Ἐραστή τοῦ Θεοῦ, νά εἶσαι πολύ προσεκτικός. Ὅταν, ἀπασχολούμενος στήν ἐργασία σου, βλέπεις ἕνα φῶς ἢ μία φλόγα, μέσα σου ἢ ἔξω ἀπό ἐσένα, τήν αὐτολεγόμενη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, Ἀγγέλους ἢ Ἁγίους, μήν τήν παραδεχθεῖς. Θά κινδυνεύσεις νά τήν πάθεις. Μήν ἐπιτρέπεις, πολύ περισσότερο, στό πνεῦμα σου νά ἐνδυναμωθεῖ ἀπό αὐτή. Ὅλοι οἱ ἐξωτερικοί αὐτοί ἐπίπλαστοι σχηματισμοί ἔχουν ἀποτέλεσμα νά πλανήσουν τήν ψυχή. Ἡ ἀληθινή ἀρχή τῆς προσευχῆς εἶναι ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς πού κατακαίει τά πάθη, προκαλεῖ τήν εὐφροσύνη καί τήν χαρά στήν ψυχή καί συμμορφώνει τήν καρδιά σέ μία βέβαιη ἀγάπη καί ἕνα συναίσθημα ἀδιαφιλονίκητης πληρότητος».
Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης «ἐπιμένει ἐδῶ, πάνω σέ οὐσιῶδες χαρακτηριστικό τῆς Ὀρθόδοξης μυστικῆς παράδοσης. Ἡ φαντασία κάτω ἀπό ὅλες τίς ἑκούσιες καί ἀκούσιες μορφές εἶναι ὁ πιό ἐπικίνδυνος ἐχθρός τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό».
Ἀπό τούς πολυπληθεῖς μαθητές καί διαδόχους τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, πού συγκεντρώθηκαν κοντά του πολύ νωρίς, ἰδιαίτερα ὅταν βρισκόταν στήν περιοχή τοῦ χειμάρρου Χρέντελι, μᾶς εἶναι γνωστοί οἱ ἑξῆς: ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ ἐξ Εὐβοίας, ὁ συμπολίτης του Ἰωσήφ πού ἀγωνίσθηκε κατά τῶν Λατίνων, ὁ ἀββᾶς Νικόλαος ἐξ Ἀθηνῶν πού ἀντιστάθηκε ἐπίσης κατά τῶν Λατίνων καί μάλιστα κατά τοῦ λατινόφρονα αὐτοκράτορα Μιχαήλ Η’ τοῦ Παλαιολόγου καί ὑπέστη γι’ αὐτό πολλά δεινά, ὁ Μᾶρκος ἀπό τίς Κλαζομενές πού ὑπῆρξε θεωρητικός καί ἐνάρετος ἀσκητής καί μαρτυρεῖται ὅτι εἶδε τήν Παναγία νά σκεπάζει τό Ἅγιον Ὄρος δορυφορούμενη ἀπό Ἀρχαγγέλους καί Ἀγγέλους, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος ὁ Α’, ὁ Ἰάκωβος ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας τῆς ἀρετῆς του ἔγινε Ἐπίσκοπος, ὁ Ἀαρῶν καί ὁ Κλήμης.
Ὅλοι αὐτοί διέπρεψαν μέ τή στάση τους στήν ἄσκηση τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἁγιότητας, γι’ αὐτό καί μερικοί ἔφθασαν μέχρι τά ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας. Κάποιοι ἄλλοι μάλιστα ἀποτέλεσαν καί τούς πρώτους μοναχούς τῆς μονῆς Γρηγορίου, καθώς κατέβηκαν ἀπό τή δύσβατη περιοχή ὅπου βρίσκονταν πρός τήν παραλία, στή σημερινή θέση της, προβαίνοντας ταυτόχρονα στήν ἵδρυση καί τήν τέλεια ἀποκατάστασή της σέ κοινόβιο.
Μετά ἀπό μικρή ἀσθένεια ὁ Ὅσιος Γρηγόριος κοιμήθηκε στίς 27 Νοεμβρίου 1347. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τή μνήμη του, ἐπίσης, στίς 11 Φεβρουαρίου καί στίς 27 Νοεμβρίου.
Τά Νηπτικά Ἔργα τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου διασώζονται στήν Πατρολογία καί στή Φιλοκαλία.
Μεταξύ τῶν συγγραμμάτων του πρέπει νά μνημονευθοῦν δύο δοκίμια, τό «Περί ἡσυχίας καί περί τῶν δύο τρόπων τῆς προσευχῆς» καί τό «Περί τοῦ πῶς δεῖ καθέζεσθαι τόν ἡσυχάζοντα εἰς τήν εὐχήν».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, ὤφθης ταμεῖον, διά νήψεως, νοός παμμάκαρ, καί προσευχῆς νοερᾶς λύχνος ἄσβεστος· ὅθεν ἡμᾶς διεγείρεις Γρηγόριε, πρός ἐργασίαν αὐτῆς θείοις λόγοις σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν Σιναίῳ πρότερον, ἀγγελικῶς βιοτεύσας, ἐν τῷ Ἄθῳ ὕστερον, περιφανῶς διαλάμπεις· πάντας γάρ πρός προσευχῆς θείας κτῆσιν, λόγῳ σου, σοφῶς καί ἔργῳ Πάτερ διδάσκεις· διά τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς θείας δόξης σκεῦος Γρηγόριε.

Μεγαλυνάριον.
Γρήγορος ἐν πᾶσιν ἀναδειχθείς, προσευχῆς ἁγίας, ὤφθης θεῖος ὑφηγητής, πρίς ἣν ἡμᾶς πάντας, ὀτρύνεις τῷ σῷ λόγῳ, Γρηγόριε παμμάκαρ ἀξιοθαύμαστε.

Ἅγιοι Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος, Μιχαὴλ καὶ Γεώργιος οἱ Νεομάρτυρες ἐκ Σαμοθράκης (6 Απριλίου)

15λοι οι Άγιοι κατάγονταν από τη Σαμοθράκη εκτός από τον Μιχαήλ, ο οποίος καταγόταν από την Κύπρο. Όταν έγινε η επανάσταση του 1821 επέδραμαν πολλοί Τούρκοι από τις γύρω περιοχές στη Σαμοθράκη και κατέσφαξαν το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων, ιδιαίτερα τους άνδρες, τις δε γυναίκες και τα παιδιά τους πούλησαν σκλάβους σε διάφορα μέρη από την πατρίδα τους. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και οι Άγιοι μάρτυρες, οι οποίοι σκλαβώθηκαν και με τη βία αρνήθηκαν τον Χριστό και έγιναν μουσουλμάνοι. Μάλιστα ο Μανουήλ ο οποίος πουλήθηκε στην Αίγυπτο, έμαθε και την αραβική γλώσσα και επιδόθηκε στη μελέτη του Κορανίου και των άλλων βιβλίων των Αράβων.
Όταν ηρέμησε η κατάσταση αργότερα, πολλοί εκπατρισμένοι Έλληνες εύρισκαν τρόπους να επαναπατρισθούν. Το ίδιο έκαναν και οι Άγιοι μάρτυρες. Επέστρεψαν στη Σαμοθράκη, στα κτήματά τους, και, εγκαταλείποντας την πλάνη, μέσα από ειλικρινή μετάνοια ζούσαν πλέον ως Χριστιανοί. Πολλές φορές καταγγέλθηκαν στις τουρκικές αρχές ως επανελθόντες στη χριστιανική πίστη από το Ισλάμ αλλά με την καταβολή χρημάτων έμεναν ανενόχλητοι. Οι Χριστιανοί κάτοικοι του νησιού πολλές φορές τους συμβούλευσαν να φύγουν και να πάνε να εγκατασταθούν στα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, τόσο για να μη γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον εκάστοτε Τούρκο διοικητή, όσο και για να μη κινδυνεύει η ζωή τους. Οι Άγιοι όμως δεν το δέχονταν και παρέμεναν χωρίς να φοβούνται, εμπιστευόμενοι τον εαυτό τους στον Θεό.
Κάποτε όμως ήλθε διοικητής, ο οποίος ήταν ζηλωτής του Ισλάμ και αυστηρός τηρητής των νόμων. Έτσι διέταξε να συλληφθούν οι Άγιοι και να οδηγηθούν στη Μάκρη, όπου ήταν η έδρα της διοίκησης.
Αρχικά οι Άγιοι κλείστηκαν σε ειρκτή, σκοτεινή και απομονωμένη φυλακή, με τα πόδια στην ποδοκάκη. Όταν τους οδήγησαν μπροστά στον διοικητή άρχισε εκείνος με αυστηρότητα να τους ρωτάει για την καταγωγή τους και τη ζωή τους.
Οι Άγιοι με ήρεμο τρόπο του απάντησαν:
Εμείς, άρχοντα, είμαστε Χριστιανοί από Χριστιανούς προγόνους, γεννημένοι και μεγαλωμένοι στη Σαμοθράκη. Όταν έγινε εκείνη η επιδρομή, οι γονείς μας μαζί με πολλούς άλλους θανατώθηκαν, εμείς δε πουληθήκαμε σκλάβοι. Εκεί μας πίεσαν και με το καλό και με την απειλή και δεχθήκαμε την πίστη σας. Όταν όμως μεγαλώσαμε, καταλάβαμε την πλάνη και επανήλθαμε στο φως της αληθινής προγονικής μας πίστης, για την οποία είμαστε έτοιμοι και για τον θάνατο ακόμα, προκειμένου να ζήσουμε την αιώνια ζωή.

Όταν τ’ άκουσε αυτά ο καδής, οργισμένος τους είπε:
Με ποια τόλμη, ανόητοι, περιφρονήσατε την πίστη του Μωάμεθ, η οποία σας χάρισε και τη ζωή, όταν κινδυνεύατε να θανατωθείτε, όπως και οι πρόγονοί σας, και σας υπόσχεται και μελλοντικές μεγάλες απολαύσεις;
Εμείς, απάντησαν οι Άγιοι, δεν δεχόμαστε με κανένα τρόπο να υποταχθούμε πάλι στην ασέβεια. Ο Χριστός είναι η ζωή μας, τον οποίο ζούμε και θα ζήσουμε, για τον οποίο προτιμούμε με κάθε προθυμία να πεθάνουμε, παρά τις πρόσκαιρες αμαρτωλές απολαύσεις των οποίων το αποτέλεσμα είναι η αιώνια κόλαση. Κρατήστε για τον εαυτό σας τα αγαθά που μας προτείνετε, τα οποία φθείρονται. Εμείς είμαστε Χριστιανοί και Χριστιανοί θα παραμείνουμε, απατηθήκαμε κάποτε εξαιτίας ανωριμότητας και αρνηθήκαμε τον Χριστό, που είναι η αιώνια ζωή, Τον Οποίον τώρα ομολογούμε και κηρύττουμε με θάρρος μπροστά σε όλους. Στον Χριστό πιστεύουμε και Χριστιανοί θα πεθάνουμε. Δεν πρόκειται να κατορθώσεις να μας απομακρύνεις από την αλήθεια.
Εξαγριωμένος ο Τούρκος διοικητής διέταξε να τους κλείσουν στη φυλακή, με τα πόδια στο τιμωρητικό ξύλο και τα χέρια και το λαιμό δεμένα με αλυσίδες τεντωμένες, ώστε το σώμα να μένει μετέωρο. Οι Άγιοι, αν και υπέφεραν, εντούτοις χαίρονταν και ευχαριστούσαν τον Θεό και παρηγορούσαν ο ένας τον άλλο.
Μη φοβηθούμε, αδελφοί, τον πρόσκαιρο θάνατο, ούτε να δειλιάσουμε από τα βασανιστήρια, διότι περνούν. Τον Θεό να φοβηθούμε που δίνει τη δύναμη σ’ όσους ελπίζουν στο όνομά Του.
Επειδή οι Άγιοι ήθελαν να κοινωνήσουν, φρόντισαν οι προεστοί της Μάκρης να κλειστεί στη φυλακή κάποιος ιερέας, με το πρόσχημα ότι χρωστάει τους φόρους.
‘Έτσι οι Άγιοι ενισχύθηκαν και με την παρουσία του ιερέα, με τους παρηγορητικούς του λόγους, πολύ δε περισσότερο με την θεία Κοινωνία.
Μετά από τρεις ημέρες οδηγήθηκαν μπροστά στον καδή οι Άγιοι μάρτυρες ένας – ένας.
Πρώτος οδηγήθηκε ο Μανουήλ, που ήξερε αραβικά και είχε σπουδάσει το Ισλάμ. Ο Άγιος όχι μόνο δεν πείστηκε αλλά αναίρεσε τα επιχειρήματα του καδή και ομολόγησε τον Χριστό.
Κατόπιν οδηγήθηκε ο μεγαλύτερος στην ηλικία Μιχαήλ. Το ίδιο και αυτός έμεινε αμετάπειστος και ομολόγησε τον Χριστό. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους τρεις. Κλείστηκαν πάλι στη φυλακή για εικοσιτρείς ημέρες χωρίς τροφή ενώ βασανίζονταν ποικιλοτρόπως.
Τελικά εκδόθηκε η θανατική τους καταδίκη. Με διαταγή του διοικητή έμπηξαν πάνω σε σανίδες σίδερα γυρισμένα σαν αγκίστρια, ώστε να τους ρίξουν επάνω και να θανατωθούν.
Πήραν πρώτο τον μεγαλύτερο τον Μιχαήλ και τον οδήγησαν στην αγορά, όπου τον πίεζαν να αλλαξοπιστήσει. Επειδή ο μάρτυς δεν αρνιόταν τον Χριστό, τον κατέκοψαν λεπτά κομμάτια ενώ εκείνος ο μακάριος στεκόταν όρθιος και προσευχόταν. Ήταν Δευτέρα του Θωμά.
Κατόπιν οδήγησαν τους άλλους τέσσερις στην αγορά, όπου βλέποντας πεταμένα εδώ κι εκεί τα μέλη του Μιχαήλ δόξαζαν τον Θεό.
Τους μεν δύο, τον Γεώργιο και τον Θεόδωρο τους απαγχόνισαν.
Τον δε Μανουήλ, επειδή γνώριζε την πίστη τους και ήλεγξε την πλάνη, δεν τον άφησαν να προσευχηθεί, τον οδήγησαν στα αγκίστρια ενώ τον πίεζαν να εξωμόσει. Ο Άγιος τους ήλεγξε για τελευταία φορά λέγοντας: Μιαροί, εμείς πεθαίνουμε για τον Χριστό με τη θέλησή μας. Αλλοίμονο σε σας, ασεβείς και άνομοι, ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, θα σας αποδώσει τα επίχειρα της κακίας σας με δικαιοσύνη. Τότε τον έσπρωξαν με δύναμη και έπεσε μπρούμυτα πάνω σε κείνα τα αγκίστρια, όπου βασανιζόμενος παρέδωσε το πνεύμα του.
Τον άλλο Γεώργιο, τον νεώτερο, τον έριξαν και εκείνο στα φονικά άγκιστρα, τα οποία, ω του θαύματος, λύγισαν σα να ήταν από μολύβι. Τον σήκωσαν τότε και αφού έφεραν σιδερά να τα διορθώσει και να τα ακονίσει, τον έριξαν πάλι επάνω ενώ ο δήμιος τον πατούσε για να καρφωθεί καλά το σώμα του. Έμεινε ο Άγιος βασανιζόμενος ένα εικοσιτετράωρο. Τη νύχτα πήγαιναν οι Χριστιανοί και τον παρηγορούσαν και έπαιρναν με κομμάτια υφάσματος από το μαρτυρικό του αίμα. Πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι θεραπεύτηκαν από διάφορες ασθένειες, ιδιαίτερα από την πανώλη που υπήρχε τότε στα μέρη εκείνα.
Επειδή επρόκειτο να περάσει κάποιος Μουσταφάς, ανώτατος αξιωματούχος, δόθηκε διαταγή να απομακρύνουν τα λείψανα των Αγίων. Τον πολύαθλο Γεώργιο, επειδή ζούσε ακόμη, τον πυροβόλησαν στο κεφάλι. Επέτρεψαν δε στους Χριστιανούς να τα παραλάβουν και να τα ενταφιάσουν.
Μετά από λίγες ημέρες, όπως προείπε ο Άγιος μάρτυς Μανουήλ, ο μεν ένας αιμοβόρος δήμιος, αυτός που απαγόρευσε στον Μανουήλ να προσευχηθεί, πέθανε από πανώλη, του δε άλλου στράφηκε το πρόσωπο πίσω, θέαμα ελεεινό. Οι δε Τούρκοι αξιωματούχοι που αποφάσισαν και θανάτωσαν τους μάρτυρες περιέπεσαν σε δυσμένεια, εξορίστηκαν και θανατώθηκαν.
Ἡ Σύναξή των Αγίων Νεομαρτύρων ἑορτάζεται καί τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σαμοθράκης λαμπτῆρες καί τῆς Μάκρης ἀγλάϊσμα, Νεομάρτυρες θεῖοι ἀληθῶς ἀνεδείχθητε, ἀθλήσαντες στερρῶς ὑπέρ Χριστοῦ, καί λύσαντες τήν πλάνην τοῦ ἐχθροῦ, Μανουήλ σύν Θεοδώρῳ καί Μιχαήλ, καί οἱ διττοί Γεώργιοι· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι δι’ ὑμῶν, ἡμῖν χάριν καί ἔλεος.

Ἅγιοι ἑκατὸν εἴκοσι Μάρτυρες ἐν Περσίδι (6 Απριλίου)

15ἱ Ἅγιοι αὐτοί Μάρτυρες μαρτύρησαν ἐπί βασιλέως τῆς Περσίας Σαβωρίου (325 – 379 μ.Χ.). Ὁ ἀσεβής βασιλέας τῶν Περσῶν, ἀφοῦ κυρίευσε τήν ἐπικράτεια τῶν Βυζαντινῶν καί κατέστρεψε πολλά κάστρα καί χῶρες, συνέλαβε πολλούς αἰχμαλώτους ἀπό τούς Χριστιανούς. Ἀπό αὐτούς ἄλλοι σφαγιάσθηκαν καί ἄλλοι πέθαναν στόν δρόμο ἀπό κακουχίες. Οἱ ἑκατόν εἴκοσι Μάρτυρες ὁδηγήθηκαν στήν Περσία δεμένοι μέ ἁλυσίδες καί κλείσθηκαν στή φυλακή. Ἐπειδή οἱ Ἅγιοι ὁμολόγησαν τήν πίστη τους στόν Χριστό καί ἀρνοῦνταν νά θυσιάσουν στά εἴδωλα, ὁ Σαβώριος τούς ἔριξε μέσα σέ φωτιά καί ἔτσι τελειώθηκε ὁ βίος τους.
Τό μαρτύριο τῶν Ἁγίων ἔγινε μεταξύ τῶν ἐτῶν 344 – 347 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ὅσιος Γρηγόριος ὁ Βυζάντιος (6 Απριλίου)

15 Ὅσιος Γρηγόριος καταγόταν ἀπό τό Βυζάντιο, γι’ αὐτό καί ἔλαβε τό ἐπώνυμο Βυζάντιος. Ἀφοῦ ἦλθε στό Ἅγιον Ὄρος, μόνασε στά ὅρια τῆς μονῆς Μεγίστης Λαύρας. Διά τῆς συντόνου ἀσκήσεως, τῆς ἄκρας ἡσυχίας καί τῆς νοερᾶς προσευχῆς, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε θερμός μύστης, ἔφθασε σέ ὕψος τελειότητας καί δεχόταν τροφή ἀπό Ἄγγελο. Ὁ Ὅσιος, πού ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ στή νηπτική φιλοσοφία, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1310.
Συνεορτάζει μετά τῶν λοιπῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων τήν Β’ Κυριακή τοῦ Ματθαίου, ἀναφερόμενος στό β’ τροπάριο τῆς γ’ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τῆς κοινῆς αὐτῶν Ἀκολουθίας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Γεννάδιος ὁ Ὁσιομάρτυρας (6 Απριλίου)

15 Ἅγιος Ὁσιομάρτυς Γεννάδιος ἦταν μοναχός στή μονή τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη μέ προτροπή τοῦ ἡγουμένου αὐτῆς, ὡς συνοδίτης τῶν μοναχῶν Βονιφατίου καί Εὐδοκίμου πού ὅδευαν πρός τό μαρτύριο. Οἱ δύο αὐτοί μοναχοί, ἀφοῦ δείλιασαν πρό τῶν βασάνων καί ἀρνήθηκαν τόν Χριστό, κατήγγειλαν ὡς αἴτιο τῆς πορείας τους πρός τό μαρτύριο, τόν Γεννάδιο. Ἔτσι ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τούς Τούρκους, κλείσθηκε στή φυλακή καί βασανίσθηκε ἀνηλεῶς. Ἐπειδή δέν ἀρνήθηκε τόν Χριστό, καταδικάσθηκε, τό ἔτος 1818, στόν διά ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καί ἔλαβε ἔτσι τό ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
6 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
7 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
8 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
9 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
10 Απριλίου 2020
Νηστεία
 
11 Απριλίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπεται
το λάδι και ο οίνος
 12 Απριλίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπεται
το ψάρι
 

Η πρώτη Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους πριν 800 χρόνια
Άρθρο του πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνού Καθηγητού Πανεπιστημίου
Εφημερ. «Χριστιανική», αριθ. 681 (994)/6.5.2004

ΑΝ η 29η Μαίου είναι ημέρα πένθους για τον Ελληνισμό, διότι φέρνει στη μνήμη μας την Άλωση της Πόλης από τούς Οθωμανούς το 1453, άλλο τόσο αποφράς είναι για το Γένος μας και η 13η Απριλίου, διότι κατ’ αυτήν έπεσε η Πόλη το 1204 στους Φράγκους. Το δεύτερο γεγονός δεν υστερεί καθόλου σε σημασία και συνέπειες έναντι τού πρώτου. Αυτή είναι σήμερα η κοινή διαπίστωση της ιστορικής έρευνας. Από το 1204, η Πόλη, και σύνολη η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη της δύναμη. Το φραγκικό χτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, πού έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν «μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί» (Ελ. Αρβελέρ).
Αξίζει, συνεπώς, μια θεώρηση τού γεγονότος αυτού, έστω και στα περιορισμένα όρια ενός άρθρου.

ΣΤΙΣ 13 Απριλίου 1204, έπειτα από μια πεισματική και μακρόχρονη πολιορκία, κατελάμβαναν οι Φραγκολατίνοι Σταυροφόροι την Κωνσταντινούπολη. Η χριστιανική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας/Βυζαντίου έσβηνε κάτω από το θανάσιμο πλήγμα της φραγκικής Δύσεως. Το γεγονός αυτό ήταν σημαντικότατο σε δύο κατευθύνσεις
α) εσωτερικά, διότι σφράγισε καθοριστικά την περαιτέρω πορεία της Αυτοκρατορίας και
β) εξωτερικά, διότι καθόρισε επίσης τελεσίδικα τις σχέσεις με τη Δύση, αλλά και με την ανερχόμενη δύναμη των Οθωμανών.
Η τραγική ιστορική επιλογή τού Ρωμαίικου, πού εκφράζεται με τον γνωστό εκείνο λόγο «κρειττότερον (..) φακιόλιον (..) Τούρκων ή καλύπτρα λατινική», υποστασιώνεται στα 1204, όταν πλέον αποκαλύπτονται αδιάστατα οι διαθέσεις της Φραγκιάς έναντι της Ρωμαίικης Ανατολής.
Από το 1095 αρχίζουν οι Σταυροφορίες, εκστρατείες δηλαδή τού χριστιανικού κόσμου της Ευρώπης, με σκοπό, κατά τις επιφανειακές διακηρύξεις, την απελευθέρωση και υπεράσπιση των Αγίων Τόπων.
Στις επιχειρήσεις αυτές, πού κράτησαν ως το ΙΕ΄ αιώνα, πρωτοστατούσαν οι εκάστοτε Πάπες, διότι ήσαν «ιεροί πόλεμοι» κατά των απίστων. Βέβαια, η έρευνα έχει επισημάνει στις εκστρατείες αυτές και ταπεινά ελατήρια, λ.χ. τυχοδιωκτισμό, δίψα πλουτισμού κ.ά. Είναι όμως σήμερα πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι οι Σταυροφορίες κύριο σκοπό είχαν τη φραγκική κυριαρχία στην Ορθόδοξη Ανατολή και, τελικά, τη διάλυση της Ορθοδόξου Αυτοκρατορίας της Νέας Ρ}μης, πού ήταν το εμπόδιο στον επεκτατισμό και τα μονοκρατορικά σχέδια της μετακαρλο-μάγνειας Φραγκοσύνης. Το 1204, η Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους, η διάλυση της «Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» και η επακολουθήσασα Φραγκοκρατία επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτήν.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ του 1204 συνδέονται με την Δ΄ Σταυροφορία. Η σχετική βούληση γι'; αυτήν, εκφράσθηκε το 1199 με την ευλογία τού πάπα Ιννοκεντίου Γ΄ (1198-1216), «πνευματικού πατέρα» των δύο βασικών επεκτατικών μέσων της φραγκοπαπικής εξουσίας, της «Ιεράς Εξετάσεως» και της Ουνίας (ως ιδέας).
Συνεργάτης αυτόκλητος παρουσιάσθηκε ο δόγης (δούκας) της Βενετίας Δάνδολος, με το στόλο του.
Σπουδαίο ιστορικό πρόβλημα είναι η εκτροπή της Δ΄ Σταυροφορίας από τούς Αγίους Τόπους προς την Κωνσταντινούπολη. Ήταν σκοπός ανομολόγητος, ή τραγική σύμπτωση;
Η πλειονότητα των ιστορικών, και μάλιστα των αδέσμευτων, δέχεται το πρώτο. Επρόκειτο για καλά οργανωμένο σχέδιο, πού αποσκοπούσε στο να δοθεί ισχυρό κτύπημα στη Ορθόδοξη Αυτοκρατορία, πού περνούσε περίοδο κάμψεως, λόγω της εντάσεως τού τουρκικού κινδύνου.
Κατά τα δυτικά Χρονικά, μάλιστα, κάποιοι Λατίνοι άρχοντες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, όταν έμαθαν την αλλαγή τού σκοπού της Σταυροφορίας. Οι περισσότεροι, όμως, συμβιβάσθηκαν από οικονομική ανάγκη. Έμειναν κυρίως οι «μηυμένοι» στη συνωμοσία κατά της Νέας Ρώμης, κάτω από την «πνευματική» ηγεσία τού Πάπα και τη στρατιωτική τού Δόγη, πού μετέβαλε την Βενετία σε θαλασσοκράτειρα δύναμη, με την εκμηδένιση τού «Βυζαντίου». Ο Βενετικός στόλος μετέφερε στην Προποντίδα άγριες μάζες Φλαμανδών, Φράγκων, Γερμανών, εγκληματίες, καιροσκόπους. Η αμοιβή του Δόγη: η μισή λεία από τη λεηλασία της πλουσιότερης πρωτεύουσας του τότε κόσμου.
ΒΕΒΑΙΑ, τα φραγκοπαπικά σχέδια διευκολύνθηκαν από την εσωτερική αρρυθμία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.
Από τον ΙΑ΄ αιώνα άρχισε προοδευτικά η παρακμή της. Το 1071, στο Ματζικέρτ, ο «βυζαντινός» στρατός δέχθηκε μεγάλη ήττα από τούς Σελτζούκους Τούρκους, με συνέπεια την απώλεια μεγάλου τμήματος της Μ. Ασίας.
Παράλληλα (1071) χάθηκε το τελευταίο έρεισμα της Κωνσταντινουπόλεως στην Ιταλία, η Βάρις, πέφτοντας στα χέρια των Νορμανδο-φράγκων.
Οι ανορθωτικές προσπάθειες των Κομνηνών δεν είχαν σημαντικά αποτελέσματα και το κράτος υποχωρεί σταδιακά στην οικονομική ισχύ των ιταλικών πόλεων. Η Αυτοκρατορία παραχωρεί σημαντικά προνόμια στη Βενετία, Πίζα και Γένουα, με αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν να δημιουργηθούν ακμαίες δυτικές παροικίες στην Ανατολή, μεταβάλλοντας το έδαφος της Αυτοκρατορίας σε δικό τους εμπορικό χώρο. Οι Ιταλο-φράγκοι εδραιώθηκαν στην Ανατολή και ενίσχυσαν τη βουλιμία της ευρύτερης φραγκικής οικογένειας.
Αλλά και το κοινωνικό κλίμα της Κωνσταντινουπόλεως ήταν την εποχή αυτή αρκετά αντίξοο.
Η Πόλη έχει πια απομονωθεί και αναπτύσσονται φυγόκεντρες τάσεις, λόγω της δυσαρέσκειας των επαρχιών. Διοίκηση και πολίτες συναγωνίζονται μεταξύ τους σε διαφθορά.
Οι φορολογίες είναι δυσβάστακτες και βαρύνουν τούς πολίτες των επαρχιών. Η κεντρική εξουσία αμφισβητείται και σημειώνονται επαναστατικά κινήματα.
Η φήμη για τη μυθώδη πολυτέλεια της Πόλης και των κατοίκων της είχε διαδοθεί και στη Δύση, με εύλογες συνέπειες. Τα αμύθητα πλούτη της Κωνσταντινουπόλεως έτρεφαν τη φαντασία των πολλών και διευκόλυναν τα επεκτατικά σχέδια των λίγων, της φραγκικής ηγεσίας. Βέβαια, οι ανύποπτοι επαρχιώτες της Αυτοκρατορίας είδαν στην αρχή ως θεία τιμωρία την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ο δε όχλος της έλαβε μέρος στη λεηλασία. Αργότερα, όμως, θα συνειδητοποιηθούν οι σκοποί των Φράγκων και θα εκτιμηθούν σωστά τα γεγονότα.

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ της Σταυροφορίας άρχισε το 1201. Σημαντικοί Φράγκοι φεουδάρχες δήλωσαν συμμετοχή: ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος, ο κόμης της Καμπανίας Τιμπώ, ο ιστορικός Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος και ο μαρκήσιος Βονιφάτιος Μομφερατικός.
Η συγκέντρωση τού στρατού έγινε στον Ιούνιο τού 1202, στη Βενετία. Το Νοέμβριο τού 1202, καταλήφθηκε για λογαριασμό των Βενετών, η δαλματική πόλη Ζάρα, πού είχε αποστατήσει και υπαχθεί στο βασίλειο της Ουγγαρίας. Οι δυναστικές έριδες στην Κωνσταντινούπολη («Άγγελοι») διευκόλυναν ως συνήθως- τα δυτικά σχέδια.
Οι Σταυροφόροι, στις 24.5.1203 ξεκίνησαν από τη Ζάρα και μέσω Κερκύρας κατευθύνθηκαν για την Κωνσταντινούπολη.
Η θέα της πόλεως τούς άφησε κατάπληκτους. «Δεν μπορούσαν να φαντασθούν πως υπήρχε στον κόσμο τόσο ισχυρή πόλη» σημειώνει ο Γ. Βιλλεαρδουίνος στην «Ιστορία» του.
Στις 6 Ιουλίου άρχισε η πρώτη πολιορκία, με λεηλασίες στα προάστια και τις ακτές της Προποντίδας. Προσπάθεια των πολιορκουμένων τη νύκτα της Πρωτοχρονιάς τού 1204, να πυρπολήσουν τον εχθρικό στόλο, απέτυχε. Επικράτησε τότε αναρχία.
Στις 25 Ιανουαρίου, ο λαός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Νικόλαο Καναβό, ενώ ο αυτοκράτορας Αλέξιος Δ΄ συνελήφθη και εκτελέστηκε (8.2.1204). Νέος αυτοκράτορας εκλέχθηκε ο Αλέξιος Ε΄ ο Μούρτζουφλος. Μάταια προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα και να περιορίσει τις λεηλασίες.

Οι Σταυροφόροι, ήδη τον Μάρτιο τού 1204 είχαν υπογράψει συνθήκη για την τύχη της Αυτοκρατορίας μετά την πτώση της πρωτεύουσας.
Βασικές αποφάσεις: Θα εκλεγόταν Λατίνος Αυτοκράτορας και Λατίνος Πατριάρχης. Έτσι, φάνηκαν και οι αληθινοί σκοποί της εκστρατείας. Επίσης, καθορίστηκε ο τρόπος διανομής της λείας και των εδαφών της Αυτοκρατορίας.
Η μεγάλη επίθεση κατά τού θαλασσίου τείχους έγινε στις 9 Απριλίου. Η τελική όμως επίθεση έλαβε χώρα στις 12, και ξημερώνοντας 13, έπεσε η Πόλη.
Η ηγεσία είχε ήδη διαλυθεί. Αυτοκράτωρ και ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη και μόνο οι κληρικοί έμειναν, για να προϋπαντήσουν τούς Σταυροφόρους και να τούς δηλώσουν την υποταγή της Βασιλεύουσας. Ο λαός πίστευε στα χριστιανικά αισθήματα των νικητών, αλλά διαψεύστηκε οικτρά.

ΟΙ ΟΚΤΩ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΕΣ
Α' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1096-1099) Εμπνευστής της ο πάπας Ουρβανός Β' στη Σύνοδο τού Κλερμόν.
Με επικεφαλής τον Πέτρο τον Ερημίτη και τον Γκωτιέ τον Ακτήμονα, η «σταυροφορία τού λαού κατατροπώθηκε από τους Τούρκους. Στη συνέχεια, η «σταυροφορία των αρχόντων» κατακτά την Αντιόχεια, την Έδεσσα και έπειτα την Ιερουσαλήμ (1099) Καταλήγει στη δημιουργία των λατινικών κρατών της Ανατολής: της Ηγεμονίας της Αντιόχειας, της Κομητείας της Έδεσσας, τού Βασιλείου της Ιερουσαλήμ (το οποίο περιήλθε στον Γοδεφρείδο υον Βουιλώνιο) και της Κομητείας της Τρίπολης.
Β΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1147-1149) Κήρυκας της ο Βερνάρδος τού Κλαιρβώ για λογαριασμό τού πάπα Ευγένιου Γ. Με επικεφαλής τον Κορράδο των Χόχενσταουφεν και τον Λουδοβίκο Ζ', πολιορκεί μάταια τη Δαμασκό και δεν κατορθώνει να απελευθερώσει την Έδεσσα, που έχει περιέλθει στους Τούρκους.
Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1189-1192) Με επικεφαλής τον Φρειδερίκο Α' Βαρβαρόσα, τον Φίλιππο Αύγουστο και τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, αποσκοπεί στην απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ, την οποία ανέκτησε ο Σαλαδίνος το 1187, και καταλήγει στην κατάληψη της Κύπρου και τού Αγίου Ιωάννη της Άκρας.

Ο χάρτης των 3 πρώτων Σταυροφοριών

Δ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1202-1204) Η Τέταρτη Σταυροφορία ήταν διαφορετική από τις άλλες. Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Γ'. Με επικεφαλής τον Βονιφάτιο Α' τον Μομφερρατικό και τον Βαλδουίνο Θ' της Φλάνδρας, οι Σταυροφόροι συγκεντρώθηκαν στη Βενετία και είχαν σκοπό να πλεύσουν στην Αίγυπτο με βενετικά καράβια και από κει να βαδίσουν προς τους Αγίους Τόπους. Οι Βενετοί θα έπαιρναν για την προσφορά τους τα μισά από τα εδάφη που θα κατακτούσαν.
Πριν ξεκινήσουν όμως, έφτασε στη Βενετία ο έκπτωτος αυτοκράτορας του Βυζαντίου Αλέξιος Δ' Άγγελος και τους έπεισε να βαδίσουν προς την Πόλη για να τον βοηθήσουν να ξαναπάρει το θρόνο του. Για αντάλλαγμα δε, τους υποσχέθηκε πολλά χρήματα.
Οι Σταυροφόροι δέχτηκαν να βοηθήσουν κατέλαβαν την Πόλη και αποκατέστησαν τον Αλέξιο στο θρόνο. Επειδή όμως ο Αλέξιος δεν έδωσε σε αυτούς όσα τους είχε υποσχεθεί, κατέλαβαν και πάλι την Πόλη και τη λεηλάτησαν με τον πιο άγριο τρόπο.
Ιδρύεται η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης και οι Βενετοί αποκτούν τεράστια εμπορικά και εδαφικά προνόμια.

Ο χάρτης της 4ης Σταυροφορίας

Ε΄ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1217-1219) Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Γ'.
Η σταυροφορία κηρύσσεται το 1215 από τη Δ' Σύνοδο τού Λατερανού. Με επικεφαλής τον Ανδρέα Β', βασιλιά της Ουγγαρίας, και στη συνέχεια τον Ιωάννη της Βρυέννης. βασιλιά της Ιερουσαλήμ, δεν κατορθώνει να αποσπάσει από τους μουσουλμάνους το Όρος Θαβώρ και καταλαμβάνει προσωρινά τη Δαμιέτη στην Αίγυπτο (1219-1221).
ΣΤ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1228-1229) Εμπνευστής της ο πάπας Ονώριος Γ'. Διευθύνεται από τον Φρειδερίκο Β' των Χόχενσταουφεν. που διαπραγματεύεται με τους μουσουλμάνους την παράδοση της Ιερουσαλήμ, της Βηθλεέμ και της Ναζαρέτ.
Ζ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1248-1254) Εμπνευστής της ο πάπας Ιννοκέντιος Δ'.
Υπό την καθοδήγηση τού Λουδοβίκου Θ' (τού Αγίου Λουδοβίκου), αποπειράται να καταλάβει την Αίγυπτο, η οποία ελέγχει τους Αγίους Τόπους. Οι Σταυροφόροι κυριεύουν τη Δαμιέτη, και στη συνέχεια κατατροπώνονται στη Μαναούρα και εγκαταλείπουν την Αίγυπτο,
Η' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1270) Οργανωμένη από τον Λουδοβίκο Θ' και τον Κάρολο Α' τον Ανδεγαυικό, κατευθύνεται προς την Τύνιδα, όπου ο βασιλιάς της Γαλλίας βρίσκει τον θάνατο.
Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ των Σταυροφόρων αποκάλυψε στους Ανατολικούς τη φραγκική Δύση, εκατόν πενήντα χρόνια μετά το εκκλησιαστικό σχίσμα.
Έγιναν από τούς Φράγκους ακατονόμαστες πράξεις αγριότητας και θηριωδίας. Φόνευαν αδιάκριτα γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Λεηλατούν και διαρπάζουν τον πλούτο της «βασίλισσας των πόλεων τού κόσμου». Στη διανομή των λαφύρων μετέσχε, κατά συμφωνία, και ο Πάπας.
Το χειρότερο: Πυρπόλησαν το μεγαλύτερο μέρος της Πόλης και εξανδραπόδισαν ένα τμήμα τού πληθυσμού της. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν οι βιασμοί των γυναικών και τα άλλα κακουργήματα. Μόνο την πρώτη μέρα, φονεύθηκαν 7.000 κάτοικοι της Πόλης.
Ιδιαιτέρως δε, στόχος της θηριωδίας ήταν ο Κλήρος. Επίσκοποι και άλλοι κληρικοί υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια και κατασφάζονταν με πρωτοφανή μανία. Ο Πατριάρχης μόλις μπόρεσε, ξυπόλυτος και γυμνός, να περάσει στην απέναντι ακτή.

 

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, το 1204

Η Κωνσταντινούπολη απογυμνώθηκε από τούς θησαυρούς της. Εσυλήθησαν οι ναοί και αυτή η Αγία Σοφία, μάλιστα μέσα σε σκηνές φρίκης. Στη λεηλασία πρωτοστατούσε ο λατινικός Κλήρος.
Κανείς δεν φανταζόταν ότι η Πόλη θα έκρυβε τόσο ανεκτίμητους θησαυρούς.
Επί πολλά χρόνια, τα δυτικά πλοία μετέφεραν θησαυρούς της στη Δ. Ευρώπη, όπου και σήμερα κοσμούν εκκλησίες, μουσεία και ιδιωτικές συλλογές (π.χ. Άγιος Μάρκος, Βενετία). Ένα μέρος των θησαυρών (κυρίως χειρόγραφα) καταστράφηκε. Μέγα μέρος από τούς «βυζαντινούς» θησαυρούς τού Αγ. Μάρκου εκποιήθηκε το 1795 από τη Βενετική Δημοκρατία για πολεμικές ανάγκες.

Τα χάλκινα άλογα που κοσμούσαν τον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκαν μετά την άλωση στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας

 

ΒΑΘΥΤΕΡΑ ίχνη από την ίδια την καταστροφή «της Πόλης των πόλεων» χαράχθηκαν μέσα στις ψυχές των Ορθοδόξων.
Για τούς Ρωμηούς, ήταν πια απόλυτα βεβαιωμένο ότι η Δ΄ Σταυροφορία είχε απ’ αρχής στόχο την άλωση της Πόλης και τη διάλυση της Ρωμαίικης Αυτοκρατορίας.
Κάτοικοι της Πόλης πωλούνται ως σκλάβοιΚαι είναι γεγονός, ότι οι δυτικές πηγές βλέπουν την καταστροφή της Κωνσταντινουπόλεως ως τιμωρία των «αιρετικών» (Γραικών), πού ήσαν «ασεβείς και χειρότεροι από τούς Εβραίους». Την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, τη βλέπουν ως «νίκη της Χριστιανοσύνης». Το χάσμα, συνεπώς, μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, πού είχε ανοίξει με το Σχίσμα (1054), γίνεται τώρα αγεφύρωτο. Οι «Βυζαντινοί» είχαν την ευκαιρία, άλλωστε, να ζήσουν το μίσος των Φράγκων εναντίον τους.
Κατά τον ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αυτόπτη μάρτυρα της Αλώσεως, η αρπακτικότητα και βαρβαρότητα των Σταυροφόρων δεν συγκρίνεται με την ηπιότητα των Μουσουλμάνων, οι οποίοι, μόλις κατέλαβαν τα Ιεροσόλυμα, αρκέστηκαν απλώς στην επιβολή μικρού φόρου, αποφεύγοντας κάθε βιαιότητα.
Οι «Βυζαντινοί» συνειδητοποίησαν ότι μετά το 1204, οι Λατίνοι-Φράγκοι ήσαν ο ουσιαστικός εχθρός τους, γιατί μόνο από αυτούς κινδύνευε η ορθόδοξη πίστη και η Παράδοση τού Γένους.
Έτσι, διαμορφώθηκε η στάση των Ανθενωτικών, που προέκριναν την πρόσκαιρη συνεργασία με τούς Οθωμανούς από τη «φιλία» των Φράγκων, επιλέγοντας μεταξύ δύο κακών. Μια στάση πού θα εκφρασθεί θεολογικά από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό το ΙΗ΄ αιώνα
.

 

Η άλωση του 1204 σε πίνακα του Ντελακρουά

Η Άλωση τού 1204, όμως, είχε και ευεργετικές συνέπειες σε μια άλλη διάσταση.
Ο μέσος Ρωμιός θα συνειδητοποιήσει τη σημασία της διαλύσεως της Αυτοκρατορίας. Όσο μάλιστα θα παρατείνεται η Φραγκοκρατία, η αντιπάθεια εναντίον των Λατίνων θα μεταστοιχειωθεί σε ομοψυχία. Λόγω δε της διασπάσεως της ενότητος των επιμέρους εθνοτήτων της Αυτοκρατορίας μετά το 1204, θα αρχίσει ο τονισμός της εθνικότητας, με εμφάνιση της εθνικής συνειδήσεως. Ο τραυματισμός δε τού εθνικού γοήτρου, θα γεννήσει τη Μεγάλη Ιδέα, ως πόθο επανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως και ανασυστάσεως της Αυτοκρατορίας.

ΈΝΑ ΑΠΟ ΤΑ σημαντικότερα βιβλία πού έχουν γραφεί για την Άλωση της Πόλης από τούς Φράγκους είναι τού ERNLE BRADFORD, THE GREAT BETRAYAL (Η μεγάλη προδοσία), Λονδίνο 1966. Γερμανική μετάφραση (der verra΄ von 1204) το 1978 (σσ. 322). Το βιβλίο διαιρείται σε 18 κεφάλαια και περιέχει και σειρά πινάκων τού ζωγράφου PALMA IL GIOVANE (ΙΣΤ΄ αι.).
Ο συγγραφέας, αποτιμώντας αντικειμενικά τα πράγματα, χαρακτηρίζει την άλωση και λεηλάτηση της Κωνσταντινουπόλεως από τούς Φράγκους, ως μια «από τις φοβερότερες πράξεις της Ιστορίας». Ονομάζει, μάλιστα, την Πόλη «προμαχώνα της Δύσεως». «Ο χωρισμός και απομόνωση της ανατολικής από τη δυτική Ευρώπη ανάγεται σε τελευταία ανάλυση σε αυτό το γεγονός».

Οι συνέπειές του είναι αισθητές ως σήμερα. Στη διάσπαση της Αυτοκρατορίας ο συγγραφέας αποδίδει το μεταγενέστερο «βαλκανικό πρόβλημα», ως και τη διαίρεση της Ευρώπης σε Ανατολική και Δυτική.

Ως κύριο αίτιο της εκτροπής της Δ΄ Σταυροφορίας θεωρεί το μίσος των Φράγκων κατά της Ορθοδόξου Ανατολής. Καταδικάζει τη στάση τού Πάπα και των δυτικών Χριστιανών για την «καταστροφή ενός χριστιανικού πολιτισμού» και αποκαλεί τούς καταστροφείς Σταυροφόρους «βαρβάρους».
Σημαντικότατη είναι η διαπίστωσή του, ότι «η συμπεριφορά των χριστιανών κατακτητών στα 1204, ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη των Τούρκων το 1453. Οι δυτικοί κατακτητές μισούσαν περισσότερο τους εν πίστει αδελφούς τους από όσο οι Μουσουλμάνοι δύο αιώνες μετά»
.
Δέχεται δε και αυτός, ότι μία από τις σοβαρότερες συνέπειες τού 1204 ήταν το άνοιγμα τού δρόμου των Τούρκων προς την Ευρώπη.
Χρειάστηκε, πραγματικά, πολλή τόλμη και ευσυνειδησία για να γραφεί αυτό το βιβλίο, ένα από τα λίγα πού έχουν γραφεί για την «προδοσία του 1204», διότι η δυτική ιστοριογραφία φροντίζει επιμελώς να ρίχνει το φώς της έρευνας μονομερώς στο 1453...

Πηγή: http://orthodox-world.pblogs.gr/2008/05/h-prwth-alwsh-ths-polhs-apo-toys-fragkoys-to-1204.html