diax
Agioi1

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπό τόν Πόντο καί γεννήθηκε σέ ἕνα μικρό χωριό τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, πού λεγόταν Ἀριανζός, τό 330 μ.Χ.
Ναζιανζηνός ὀνομάσθηκε, ἐπειδή ἔζησε τόν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στή Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καί τό πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρίν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολύ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στόν δημόσιο βίο καί ἀνῆκε σέ μία ἰουδαῖο-ἐθνική αἵρεση πού λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή της ἐπηρέασαν τόν σύζυγό της καί τόν ἔκαναν νά μεταστραφεῖ στήν ἀληθινή πίστη.
Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καί Νόννα, δέν εἶχαν παιδιά καί ἱκέτευαν τόν Θεό νά χαρίσει σέ αὐτούς τήν χαρά τῆς τεκνοποιΐας. Καί πράγματι, ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καί ἡ Νόννα γέννησε τόν Ἅγιο Γρηγόριο, τόν ὁποῖο πρίν ἀκόμα αὐτός γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ νά τόν ἀφιερώσει στόν Θεό.
Πολλές φορές ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τούς γονεῖς του μέ τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σέ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τόν Ἰσαάκ.
Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νά μορφώσουν καί νά ἐμφυσήσουν στόν πρωτότοκο υἱό τους τήν ἀγάπη πρός τά γράμματα καί τήν χριστιανική πίστη. Ἀπό τήν παιδική ἡλικία ἐνέπνευσαν σέ αὐτόν ἔντονη καί βαθιά θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτός ἀπό εὐσέβεια καί πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε στόν ἑαυτό του νά ζήσει μέ ἁγνεία καί παρθενία.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στήν δυνατότητα πού εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρές σπουδές. Σπούδασε σέ ὅλα τά τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τή Ναζιανζό, τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τήν Ἀντιόχεια, τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δέν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καί ἡ Ρώμη δέν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιά τούς Ἕλληνες. Στίς πόλεις αὐτές μελέτησε τίς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καί ἄκουσε τούς σοφότερους διδασκάλους, μεταξύ τῶν ὁποίων τόν Δίδυμο τόν Τυφλό, πού τότε διηύθυνε τή θεολογική σχολή τῆς Ἀλεξάνδρειας καί τούς φιλόσοφους Θεσπέσιο στήν Καισάρεια καί Ἰμέριο καί Προαιρέσιο στήν Ἀθήνα. Γιά τόν Προαιρέσιο γίνεται δεκτό ὅτι ἦταν Χριστιανός.

Οἱ σπουδές δέν ἔκαναν τόν Ἅγιο νά ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου καί τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστά στήν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τόν ἑαυτό του μέ τόν Σαούλ πού ἔτρεχε χωρίς νά ξέρει. Αὐτό πού τελικά βρῆκε κατά τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀναφέρει τό γεγονός τῆς φιλίας του μέ τόν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὔρημα καί ἀπό ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.
Ὅταν τελείωσε τίς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν. Ὅμως δέν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καί ἀγωνιοῦσε νά μήν πεθάνει, πρίν ἐπιστρέψει στόν πατέρα του καί βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτό καί ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια στήν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολύ καί παρακάλεσε νά τόν ἐλεήσει ὁ Θεός, νά βοηθήσει νά μήν πνιγεῖ, γιά νά ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Τό βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τό ἐπακολούθησε συνειδητός πνευματικός ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιά τήν κάθαρση, τήν πνευματική πρόοδο, τή θέωση. Μαζί μέ τόν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καί ὁμόψυχό του Ἅγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στόν Πόντο καί παραδόθηκαν κυριολεκτικά στήν προσευχή καί τήν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπό Ἐκεῖνον πού θέλει νά γινόμαστε βιαστές τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καί οἱ δυό μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιά τίς πνευματικές του ἐμπειρίες καί τά οὐράνια χαρίσματα πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτές πρέπει νά ἦταν πολύ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτά πού ἔβλεπε μέ αὐτά τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τόν Κύριο τῆς Δόξας καί ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί εἶδε τά ἄρρητα ρήματα, τή δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γρήγορα κάλεσε ὁ Θεός τόν Γρηγόριο στήν διακονία Του. Τά τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στή Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπό βοηθό καί συνεργάτη στή «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τήν ἱεροσύνη, θέλησε νά τόν χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδή ἔβλεπε στό πρόσωπό του ὄχι μόνο τόν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλά καί τόν ζηλωτή γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργό τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τήν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τό βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατά σάρκα καί πνευματικός πατέρας), πού ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νά εὐλαβεῖται. Ἔκανε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καί χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετά τήν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στήν μόνωση καί τήν προσευχή. Ἀποσύρθηκε λοιπόν στό ἐρημητήριό του, στή γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καί βρῆκε τή γαλήνη καί τήν πορεία του. Καί ἐπέστρεψε μέ εἰρήνη στήν καρδιά νά ἀναλάβει τό πνευματικό του ἔργο, πού τό ἄρχισε μέ τόν περίφημο θεολογικό λόγο περί τοῦ Πάσχα καί τή δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.
Διακονοῦσε μέ ἱερό ζῆλο στό πλευρό τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τόν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο τῆς μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπός του ἦταν νά περιφρουρήσει τή δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπό τίς διεκδικήσεις ἐνός νέου Μητροπολίτη, τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τό γεγονός αὐτό ἔθλιψε ἀκόμη πιό πολύ τόν Γρηγόριο. Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τήν πικρία του. Τελικά ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλά δέν πῆγε ποτέ στά Σάσιμα. Ἕνα χρονικό διάστημα ἔμεινε στή Ναζιανζό, ὡς βοηθός τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στήν παράκλησή του. Καί ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε, τό 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νά ποιμαίνει τήν Ἐκκλησία τῶν Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρίς νά παύσει νά τούς παρακαλεῖ νά ἐκλέξουν καί νά χειροτονήσουν τόν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καί ἐπειδή αὐτό ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τήν πόλη καί κατέφυγε στήν Σελεύκεια τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντά στό Ναό τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τήν εἰρήνη καί τήν ἡσυχία στήν προσευχή καί ἔμεινε ἐκεῖ ἐπί πέντε σχεδόν ἔτη μελετώντας καί συγγράφοντας.
Τήν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοί τόν κάλεσαν στήν Κωνσταντινούπολη νά ἀγωνισθεῖ γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στήν Πόλη δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καί ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δέν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στά χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νά λειτουργεῖ καί νά κηρύττει σέ ἕνα σπίτι πού ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σέ Ναό καί τό ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδή τῆς Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τά περίφημα θεολογικά κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους καί ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοί φανατικοί, πῆραν τήν ἀπόφαση νά τόν ἐξολοθρεύσουν. Τόν ἔβρισαν. Τόν κακολόγησαν. Τόν κτύπησαν. Τόν γρονθοκόπησαν. Τόν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν μάλιστα καί κάποιον νά τόν φονεύσει. Καί θά τόν σκότωνε. Ἀλλά νικημένος ἀπό τήν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στόν ἴδιο τήν ἀλήθεια τήν στιγμή πού εἶχε πάει νά τόν σφάξει.
Μέ ὅπλο τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τή μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως σάν τόν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοί ὅλο καί λιγόστευαν. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπό τό ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τόν κατέστησε τό ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καί τόν ἐνθρόνισε στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δέν εἶχαν ὅλοι τήν ὀρθή κρίση. Μερικοί μεθυσμένοι ἀπό φθόνο κάκιζαν τόν Ἅγιο, διότι δέν πίεζε τόν βασιλέα νά ἀφαιρέσει τίς ἐκκλησίες ἀπό τούς αἱρετικούς καί νά τούς ἀπαγορεύσει νά τελοῦν τήν λατρεία τους. Σέ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀνάγκη τίς λόγχες τοῦ Καίσαρος καί ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετή σάν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καί πράγματι, ἡ ἀλήθεια νίκησε.
Τό ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτή ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τό ἔργο τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τούς Ἀρειανούς καί τούς Πνευματομάχους – Εὐνομιανούς καί συμπλήρωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τό διαμόρφωσε στήν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τόν Ἀπολλιναρισμό, πού διαιροῦσε τόν ἄνθρωπο σέ τρία μέρη (σῶμα, ψυχή καί νοῦ) καί δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τόν Χριστό ἀτελή καί ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τό σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Κυρίου καί τήν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετί πού δέν προσλαμβάνεται ὑπό τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καί ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος καταδίκασε τόν ἀπόλυτο προορισμό, τόν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καί ὁ Λούθηρος καί ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε τόν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικό Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τόν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρό ἐπικήδειο, λόγο πού ἄρχιζε μέ τά λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τόν ἀριθμόν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στήν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο τό κλίμα ἄλλαξε. Ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά συμμετάσχει στήν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μέ τούς Αἰγυπτίους καί Μακεδόνες Ἐπισκόπους. Αὐτοί ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρική ἔναντι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δέν τόν ἀναγνώριζαν σάν κανονικό Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδή τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπό τά Σάσιμα. Καί εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικά καί παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τόν Μάξιμο τόν Κυνικό, πού ἦταν μέν Ὀρθόδοξος ἀλλά ἔμεινε στήν ἱστορία σάν ἕνα αἰνιγματικό πρόσωπο. Ὁ Πέτρος ἔθεσε στήν Σύνοδο τό θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τήν δύναμη νά συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρός τήν ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καί τήν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀηδίασε καί παραιτήθηκε μέ τοῦτα τά λόγια: «Δέν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγώ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στήν Ἐκκλησία, ρίχνω τόν ἑαυτό μου στή θάλασσα». Εὐθύς μετά τήν παραίτησή του λειτούργησε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιά νά ἀποχαιρετίσει τό ποίμνιό του. Καί ἔφυγε χωρίς νά περιμένει νά λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐπέστρεψε στή Ναζιανζό καί γιά λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιά νά γαληνεύσει.
Ὁ Ἅγιος, σέ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τήν ἐκκλησιαστική κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νά κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ὅσα συμβαίνουν ἐκτός αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νά ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τήν ὕπαρξη ἑνότητας στούς κοσμικούς ὀργανισμούς, στίς πόλεις, στούς οἴκους, στό στράτευμα καί ὅμως νά ἀπουσιάζει ἀπό τόν κατ’ ἐξοχήν κήρυκα καί θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τήν Ἐκκλησία καί τούς πιστούς της.
Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δέν σήμαινε ὅτι θά ἔπαυε νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἐπίτευξη ἑνότητας καί γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στήν Ἐκκλησία, γιά τά δύο αὐτά ὑπέρτατα ἀγαθά.
Τό ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρό κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο τόν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καί ἀποσύρθηκε ὁριστικά στήν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ, ὅπου καί κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στήν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καί στό μαρτυρικό Ναό τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας πού ὀνομάζεται Δομνίνου, καθώς ἐπίσης καί στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τό μετέφερε ἀπό τή Ναζιανζό τῆς Καππαδοκίας στήν Κωνσταντινούπολη. Κατά τήν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιά νά ἐκκλησιασθοῦν, στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δέν ἔχουν τήν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρά ταῦτα ἔχουν βάθος καί δύναμη περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλου. Τά ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγή τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτό ἔγινε καί ὁ κατ’ ἐξοχήν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ πηγή τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τάς συμπλοκάς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τήν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καί φοροῦσα σύν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ οὐράνιος θεῖος νοῦς, στόμα τό πυρίπνουν, ὁ τῆς χάριτος ὀφθαλμός, σάλπιγξ εὐσεβείας, πηγή θεολογίας, ὑπερκοσμίων μύστης, σοφέ Γρηγόριε.

Ἅγιος Αὐξέντιος ὁ Νεομάρτυρας (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Νεομάρτυρας Αὐξέντιος, γεννήθηκε τό 1690 στήν ἐπαρχία Βελλᾶς ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Σέ νεαρή ἡλικία μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη καί δούλευε τήν τέχνη τῶν γουναράδων, στό χάνι τό λεγόμενο Μαχμούτ – Πασᾶ. Ἐπιθυμήσας τέρψεις καί ἡδονές ἐγκατέλειψε τήν τέχνη του καί προσλήφθηκε στά βασιλικά καράβια. Ἐκεῖ ξεφαντώνοντας μέ τούς συντρόφους του τούς ἀλλόφυλους, συκοφαντήθηκε ἀπό αὐτούς πώς ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί ἔγινε Μουσουλμάνος. Φοβηθεῖς ἐγκατέλειψε τά καράβια καί ἀφοῦ ἀγόρασε βάρκα ἐξασκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ βαρκάρη. Ὅμως μεταμελήθηκε γιά τά πρότερα σφάλματά του καί καταλήφθηκε ζωηρά ἀπό τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου. Σέ τυχαῖα συνάντηση πού εἶχε μέ τόν Σύγκελλο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, Γρηγόριο Ξηροποταμηνό, τοῦ ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του αὐτό. Λίγο ἀργότερα ὁ Αὐξέντιος ἀναγνωρίσθηκε ἀπό κάποιους ναυτικούς τοῦ τουρκικοῦ στόλου, οἱ ὁποῖοι τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν στό κριτήριο. Ἐκεῖ, παρά τά φρικτά βασανιστήρια, ὁμολόγησε μέ παρρησία ὅτι εἶναι Χριστιανός. Στήν φυλακή τόν ἐπισκέφθηκε ὁ Σύγκελλος Γρηγόριος καί τόν ἐνθάρρυνε νά σταθεῖ μέ ἀνδρεῖο φρόνημα, γιά νά λάβει λαμπρό τό στεφάνι τῆς νίκης ἀπό τόν ἀθλοθέτη Θεό. Ἀνακρινόμενος καί πάλι ὁ Αὐξέντιος εἶπε: «Ἐγώ Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω». Μέ τό ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὁ κριτής ἐξέδωσε ἀπόφαση νά ἐκτελεσθεῖ διά ξίφους.
Ἔτσι ὁ Μάρτυς Αὐξέντιος ὑπέμεινε τό μαρτύριο, ἀποκεφαλισθεῖς στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 1720. Ἡ τιμία κάρα αὐτοῦ, σώζεται στή Μονή Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἅγιος Βλαδίμηρος ὁ Ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης Κιέβου (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Βλαδίμηρος γεννήθηκε τήν 1η Ἰανουαρίου 1848 στό χωριό Μάλιε Μορόσκι τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ταμπώφ τῆς Ρωσίας. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Βασίλειος Νικηφόροβιτς Μπογκογιαβλένσκυ. Ἔμαθε τά πρῶτα γράμματα στό ἐκκλησιαστικό σχολεῖο καί ἔπειτα σπούδασε στή θεολογική σχολή τοῦ Κιέβου. Ὅταν τό 1874 ἀποπεράτωσε τίς σπουδές του, διορίσθηκε ὡς καθηγητής στήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Ταμπώφ, ὅπου καί νυμφεύθηκε.
Ἀπό μικρό παιδί εἶχε κλήση πρός τήν ἱεροσύνη. Ἔτσι, τό ἔτος 1882, χειροτονεῖται πρεσβύτερος καί τοποθετεῖται στό Ναό τοῦ Κοζλώφ. Ἡ πρώτη δοκιμασία δέν ἄργησε νά ἔλθει. Στήν ἀρχή τῆς ἱερατικῆς του διακονίας, μαζί μέ τόν σταυρό τῆς ἱεροσύνης, σηκώνει καί τόν σταυρό τῆς χηρείας. Τό 1886 ἀπεβίωσε ἡ πρεσβυτέρα σύζυγός του καί λίγο ἀργότερα τό μονάκριβο παιδί του.
Ἡ ὑπομονή τοῦ Ἁγίου ἦταν ὅμοια μέ αὐτή τοῦ πολύπαθου Ἰώβ. Φεύγει πλέον ἀπό τόν κόσμο καί ἀκολουθεῖ τή μοναχική ὁδό. Ἐγκαταβιώνει σέ Μονή τοῦ Κοζλώφ καί στίς 6 Φεβρουαρίου 1886 κείρεται μοναχός μέ τό ὄνομα Βλαδίμηρος. Τό ἔτος 1888 ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σταρορούσκϊυ καί καλεῖται νά διακονήσει τό λαό τοῦ Θεοῦ. Ἀφιερώνεται ὁλόψυχα στό πολύπαθο καί ταλαιπωρημένο ποίμνιό του. Ὅλοι ἀναγνώριζαν στό πρόσωπό του τόν ἀληθινό ποιμένα καί πατέρα καί τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ τόν γνησιότατο μιμητή.

Στίς 19 Ἰανουαρίου 1891 ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος Σαμάρα, τό 1892 Ἀρχιεπίσκοπος Καρτάλιν καί Καχεζίας καί στίς 21 Φεβρουαρίου 1898 Μητροπολίτης Μόσχας. Τό ποιμαντικό, φιλανθρωπικό καί κοινωνικό του ἔργο εἶναι τεράστιο. Διακόπτεται, ὅμως καί πάλι, ὅταν ἐκλέγεται, στίς 23 Νοεμβρίου 1912, Μητροπολίτης τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Τό 1915 ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀναθέτει τά καθήκοντα τοῦ Μητροπολίτη Κιέβου.
Σέ κάθε τόπο πού διακονοῦσε ὁ Ἅγιος Βλαδίμηρος ἄφηνε τά ἴχνη τῆς ἁγιότητάς του. Κυριολεκτικά δαπανοῦσε τόν ἑαυτό του γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τά χρόνια ἦταν δύσκολα. Τό ἐπαναστατικό κίνημα ἄρχισε νά φουντώνει. Ὁ Ἅγιος προβλέποντας τά μέλλοντα, μιλώντας πρός τούς σπουδαστές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σεμιναρίου τῆς Μόσχας, ἔλεγε: «Ἴσως νά πιστεύετε ὅτι ὁ Πνευματικός ἄρτος πού δίδει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο ἔχει γίνει πολύ σκληρός, γιά νά φαγωθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους. Θά ἔπρεπε νά ἀναρωτηθοῦμε γιά τό ποιοί ἐμεῖς εἴμαστε καί τί κάνουμε γιά τούς πτωχούς ἀδελφούς μας. Οἱ ἀδελφοί μας πεινᾶνε. Εἶναι στό σκοτάδι. Καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἐργασθοῦμε, γιά νά φωτίσουμε τήν ζωή τους μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τήν πίστη, τήν ἐλπίδα».
Τά γεγονότα τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως (1917) ἀποτέλεσαν, γιά τούς κατοίκους τοῦ Κιέβου, τήν ἀφορμή γιά νά ἐπιχειρήσουν τήν ἀνεξαρτησία τους. Τό Οὐκρανικό συμβούλιο πίεσε τόν Ἅγιο νά προβεῖ σέ ἐκκλησιαστική αὐτονομία. Ἐκεῖνος δέν τό ἔπραξε καί τόν ἐκθρόνισαν. Ἔτσι κατέφυγε στή μονή τῶν Σπηλαίων. Δέν θέλησε νά ὑποχωρήσει παρά τίς ἀπειλές.
Τά γεγονότα τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Μπολσεβίκων δέν ἄφησαν ἀνεπηρέαστο τό Κίεβο, τό ὁποῖο καταλήφθηκε ἀπό τόν ἐπαναστατικό στρατό. Στίς 23 Ἰανουαρίου 1918 οἱ ἐπαναστάτες ἔφθασαν στή Μονή τῶν Σπηλαίων. Τόν συνέλαβαν καί τόν ἐκτέλεσαν. Τό μόνο πού ζήτησε, πρίν τόν ἐκτελέσουν, ἦταν νά τοῦ χαρίσουν λίγη ὥρα, γιά νά προσευχηθεῖ.

 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
20 Ιαναουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
 
21 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
22 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος 
 
23 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
24 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία
 
25 Ιανουαρίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 26 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
 

Τῌ ΙΑ´ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Λεοντίου, ἐν ᾗ καὶ ἀγρυπνίαν ἐπιτελοῦμεν.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ
ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΛΕΟΝΤΙΟΥ
ΤΟΥ ΕΝ ΑΧΑΪᾼ

[Τυπικὴ Διάταξις]

[Μικρὸς Ἑσπερινός] [Μέγας Ἑσπερινός] [Ὄρθρος] [Θεία Λειτουργία]

[Παρακλητικὸς Κανών] [Μακαριστήριον] [Συναξάριον] [Ἐκδόσεις]


ΤΥΠΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΙΣ

Ἐν τῷ Μικρῷ Ἑσπερινῷ, εἰ τύχοι ἐν Κυριακῇ, ἱστῶμεν στιχ. Ϛ´ καὶ ψάλλομεν στιχ. Ἀναστάσιμα γ´ καὶ τοῦ Ἁγίου γ´. Δόξα, τοῦ Ἁγίου. Καὶ νῦν, τὸ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου, καὶ τὰ ἀπόστιχα· τὸ ἀναστάσιμον στιχηρὸν καὶ τοῦ Ἁγίου μετὰ τῶν ἰδίων στίχων, ἀπολυτίκιον τὸ ἀναστάσιμον, καὶ τοῦ Ἁγίου, καὶ τὸ Θεοτοκίον.

Ἐν δὲ τῷ Μεγάλῳ Ἑσπερινῷ ψάλλομεν τό, Μακάριος ἀνήρ, τὸ πρῶτον ἀντίφωνον, εἰς ἦχον πλ. δ´ καὶ εἰ ἐστι Κυριακή, λέγεται καὶ τὸ ἐπίλοιπον κάθισμα. Ἰστέον, ὅτι ὅταν τύχῃ Κυριακὴ ἡ παροῦσα ἡμέρα, ψάλλεται καὶ ἡ ἀκολουθία τῶν ἁγίων Προπατόρων, καὶ ὀφείλει ψάλλεσθαι οὕτως:

Εἰς τὸ Κύριε, ἐκέκραξα, στιχ. Ἀναστάσιμα γ´ καὶ ἀναλογικὸν α´, εἶτα τῶν Προπατόρων γ´ καὶ τοῦ Ἁγίου γ´. Δόξα τῶν Προπατόρων. Καὶ νῦν, Θεοτοκίον τὸ α´ τοῦ ἤχου.

Εἰς τὴν λιτὴν τὰ ἰδιόμελα τῶν ἁγίων τὸ εἰς τὴν λιτὴν καὶ τὸ ἀπόστιχον, εἶτα τοῦ Ἁγίου, ἰδιόμελα τὸν α´, τοὺς β´ καὶ τοὺς γ´. Δόξα, ἦχος πλ. β´, Τὸ τῶν Ἀγγέλων ζηλώσας πολίτευμα. Καὶ νῦν, Θεοτοκίον, Ὁ ποιητὴς καὶ λυτρωτής μου. Εἰς τὸν στίχ. Τὰ ἀναστάσιμα, Δόξα, τοῦ Ἁγίου, ἦχος πλ. δ´, Τῶν γεηρῶν φροντίδων. Καὶ νῦν, Θεοτοκίον, Ἀνύμφευτε Παρθένε, ἀπολυτίκιον, Θεοτόκε Παρθένε (δίς), καὶ τοῦ Ἁγίου (ἅπαξ).

Εἰς δὲ τό, Θεὸς Κύριος, τροπάριον τὸ ἀναστάσιμον, εἶτα τῶν Ἁγίων. Δόξα, τοῦ Ὁσίου. Καὶ νῦν, Θεοτοκίον. Εἰς τὰ καθίσματα τῆς στιχολογίας, κάθισμα ἀναστάσιμον, μετὰ δὲ τὸν Ἄμωμον καὶ τὰ Εὐλογητάρια, ἡ Ὑπακοή, εἶτα ψάλλεται ὁ Πολυέλεος καὶ τὰ καθίσματα τοῦ Ἁγίου, οἱ ἀναβαθμοὶ τοῦ ἤχου καὶ Εὐαγγέλιον ἀναστάσιμον. Οἱ κανόνες, ὁ ἀναστάσιμος, εἰς δ´, τῶν Προπατόρων εἰς δ´ καὶ τοῦ Ἁγίου εἰς στ´. Τῶν δὲ Ἁγίων Τριῶν Παίδων ὁ κανὼν ἀφίεται· εἰς τὴν γ´ ᾠδὴν κοντάκιον καὶ ὁ οἶκος τῶν Ἁγίων, κάθισμα τοῦ Ἁγίου.

Εἰς δὲ τὴν Ϛ´ τὸ κοντάκιον καὶ ὁ οἶκος αὐτοῦ, ἐξαποστειλάριον τὸ ἀναστάσιμον τῶν Ἁγίων, τοῦ Ὁσίου, καὶ Θεοτοκίον· εἰς τοὺς αἴνους στιχηρὰ ἀναστάσιμα δ´ καὶ τοῦ Ἁγίου στιχηρὰ τὰ τῶν αἴνων γ´ καὶ τὸ Δόξα, μετὰ τῶν στίχων αὐτοῦ. Δόξα, τῶν Προπατόρων. Καὶ νῦν, Ὑπερευλογημένη· Τὸ δὲ ἑωθινὸν εἰς τὴν α´ ὥραν.


ΕΝ Τῼ ΜΙΚΡῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ

Ἱστῶμεν στίχους δ´ καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Προσόμοια.

Ἦχος α´. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.

Τῶν Δωριέων τὸ κλέος, καὶ ἐγκαλλώπισμα, τῆς ὑφηλίου πάσης, τὸ ἐντρύφημα δεῦτε, Λεόντιον τὸν πάνυ ᾀσματικῶς, εὐφημήσωμεν σήμερον, τοῦτο βοῶντες ἐν πίστει ὑπὲρ ἡμῶν, τὸν Χριστὸν ἀεὶ ἱκέτευε.

Τὸν εὐκλεῆ μυστηπόλον, τῆς θείας χάριτος καὶ ἄριστον ἐργάτην τοῦ Χριστοῦ τῆς ἀμπέλου, Λεόντιον τὸν μέγαν, οἱ τῶν αὐτοῦ, δωρεῶν ἀπολαύνοντες, δεῦτε κροτήσωμεν ὕμνοις χρεωστικῶς, καὶ τοῖς λόγοις καταστέψωμεν.

Τὸ πρὸς Κυρίου δοθέν σοι, ἐπαύξων τάλαντον, καὶ ζῶν καὶ μετὰ τέλος, τῆς χαρᾶς ἠξιώθης, τῆς θείας τοῦ Δεσπότου, πρᾶος φανεὶς οἰκονόμος Λεόντιε, συγκοινωνός τε ὁσίων, καὶ τῶν πιστῶν, πάντων φύλαξ ὑπέρμαχος.

Δόξα. Ἦχος δ´.

Τὴν πάνσεπτον πανήγυριν τῆς ἐνδόξου θεόφρον τῆς σῆς, ἀσωμάτων οἱ δῆμοι ἐν οὐρανῷ, καὶ μερόπων τὸ φῦλον, ἐπὶ τῆς γῆς ἐκθειάζουσιν, ὅτι σκεῦος πέφηνας τῆς τριλαμποῦς μοναρχίας καὶ θεῖος σηκός, αὐτὴν ἱλεούμενος, ὑπὲρ ἡμῶν, μὴ ἐλλίπῃς, λιτάζομεν τὸν θερμῶς τὴν παμφαή, γεραιρόντων σου μνήμην, τὴν φωσφόρον καὶ αἴσιον πάτερ Λεόντιε.

Εἰς τὸν Στίχον, Στιχηρὰ Προσόμοια.

Ἦχος β´. Οἶκος τοῦ Ἐφραθᾶ.

Δεῦτε τῶν μοναστῶν, τὰ πλήθη συνελθόντες, τὴν παμφαῆ ἐν ὕμνοις, πανήγυριν τοῦ θείου, Λεοντίου τελέσωμεν.

Στίχ. Μακάριος ἀνήρ, ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα.

Φωτὸς τοῦ τριλαμποῦς, ὑπάρξας θεῖος δόμος, φωταγωγεῖς τοὺς πίστει, προστρέχοντας τῇ θήκῃ, θεόφρον τῶν λειψάνων σου.

Στίχ. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.

Ὤφθης ἀληθῶς, Λεόντιε φῶς μέγα, νυκτὸς ἐξ ἀγνωσίας, ῥυόμενος τοὺς πόθῳ, ὑμνοῦντάς σου τὴν κοίμησιν.

Δόξα. Ἦχος γ´. Νῦν προφητική.

Νῦν πνευματικὴ πάρεστι πανδαισία, φιλέορτοι νοητῶς τρυφήσωμεν, καὶ σῶμα καὶ νοῦν καθαρθέντες, καθαροὶ τῷ παναμώμῳ προσέλθωμεν Λεοντίῳ καὶ σορὸν τούτου προσπτυξώμεθα, ἐξ ἧς ῥεῖθρα ἀναβλύζουσι, καθάρσια μολυσμῶν παντοδαπῶν, εἰς Χριστοῦ τὴν δόξαν τοῦ πάντων Θεοῦ· οὓς ταῖς εὐχαῖς ἀγαθέ, ἐθνῶν τὰ θράση καθελεῖς, ὅτι εἰς χοῦν ἔθεντο τὸ σκήνωμά σου.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Ἁγιόπρωτε σεμνή, ἐγκώμιον οὖσα τῶν οὐρανίων ταγμάτων, Ἀποστόλων ὑμνῳδία, Προφητῶν περιοχή. Δέσποινα πρόσδεξαι, καὶ ἡμῶν τὰς δεήσεις.

Καὶ ἡ εὐλόγησις τῶν κολλύβων, καὶ Ἀπόλυσις.


ΕΝ Τῼ ΜΕΓΑΛῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ

Μετὰ τὸν Προοιμιακόν, τὸ Μακάριος ἀνήρ, εἰς ἦχον πλ. δ´ τὸ α´ ἀντίφωνον ὅλον, εἰ τύχῃ ἐν Κυριακῇ. Εἰς τὸ Κύριε, ἐκέκραξα, ἱστῶμεν στίχους η´ καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ τοῦ Ἁγίου.

Ἦχος β´. Ποίοις εὐφημιῶν.

Ποίοις τὸν ἐπὶ γῆς ἄγγελον, καὶ οὐράνιον ἄνθρωπον ὕμνοις, τοῖς τῶν ἐγκωμίων τιμήσωμεν, τὸν τῶν ἀσωμάτων συνόμιλον, καὶ τῶν πρωτοτόκων συμπολίτην, τὸ σκεῦος, τῶν χαρισμάτων τῶν τοῦ Πνεύματος, τὸν οἶκον τῆς τριλαμποῦς μιᾶς θεότητος, παρ᾿ ᾧ Πατήρ, καὶ Λόγος, καὶ τὸ θεῖον Πνεῦμα, κατεσκήνωσαν, εἰς ὃν καὶ μονὴν ἐποιήσαντο, Λεόντιον τὸν τρισόλβιον.

Ποίοις χαρμονικοῖς ἔπεσι, μακαρίσωμεν τὸν θεοφόρον, τὸ πνευματοκίνητον ὄργανον καὶ τὴν θεοκόσμητον σάλπιγγα, τὴν τὰ θεῖα μέλη κελαδοῦσαν, τοῦ γήρως τὴν βακτηρίαν τὴν ἀκράδαντον, τὴν ῥάβδον ποιμαντικῶς τὴν διϊθύνουσαν, πρὸς Παραδείσου λειμῶνας, τοὺς τοῦ λόγου ἄρνας, καὶ φυλάττουσαν ἀσινεῖς πιστούς, καὶ συντρίβουσαν πύλας, τοῦ παμφάγου δράκοντος.

Ποίοις οἱ εὐτελοῖς ᾄσμασιν, εὐφημήσωμεν τὸν θεηγόρον, τὴν οὐρανοχάλκευτον μάχαιραν, τὴν τῷ θείῳ λόγῳ ἐκτέμνουσαν, ῥάστα ἐκ τοῦ χείρονος τὸ κρεῖττον, τὸν νοῦν, τὸν τὰ κεκρυμμένα ἐρευνήσαντα, σαφῶς τὰ τοῦ θείου Πνεύματος, ἐν πνεύματι τῆς προφητείας τῶν ὅρων, τὸν τομῶς χωρήσαντα κατὰ τοῦ Βελίαρ ἐχθροῦ, καὶ τοῦτον συντρίψαντα, τῷ σθένει τῆς θείας χάριτος.

Δόξα. Ἦχος πλ. β´. Τὸ κατ᾿ εἰκόνα.

Τὸ τῶν ἀγγέλων ζηλώσας πολίτευμα καὶ τῆς σοφίας, ὡραϊσθεὶς τοῖς ἀνάρχοις, καὶ μακαρίαις ἐλλάμψεσιν, εἰς τὴν ὑπέρφωτον, ὡς ἐφικτόν, ἤρθης ἕνωσιν· Ὁλικῶς γὰρ τῶν ὄντων ὑπεριπτάμενος, ἔφθασας ἐνθέσμως τῶν ἐφετῶν τὸ ἀκρότατον, καὶ Θεὸν τρανῶς βλέπειν ἠξίωσαι· ὅθεν πρωτοτόκων συμπολίτης ὑπάρχεις, ἡσυχίας ἀκρότης, θεωρίας ταμεῖον, λαμπτὴρ μοναστῶν πρακτικώτατος· καὶ νῦν ἀπολαβὼν τὰ βραβεῖα σῶν πόνων Λεόντιε, ὁσημέραι δυσώπει, τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, ὑπὲρ πάντων τῶν πίστει, ἀνευφημούντων τὴν θείαν σου κοίμησιν.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Προεόρτιον.

Ἦχος ὁ αὐτός.

Σπήλαιον εὐτρεπίζου· ἡ Ἀμνὰς γὰρ ἥκει, ἔμβρυον φέρουσα Χριστόν. Φάτνη δὲ ὑποδέχου, τὸν τῷ λόγῳ λύσαντα τῆς ἀλόγου πράξεως, ἡμᾶς τοὺς γηγενεῖς. Ποιμένες ἀγραυλοῦντες, μαρτυρεῖτε θαῦμα τὸ φρικτόν, καὶ Μάγοι ἐκ Περσίδος, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν, τῷ Βασιλεῖ προσάξατε· ὅτι ὤφθη Κύριος ἐκ Παρθένου Μητρός· ὅν περ καὶ κύψασα, δουλικῶς ἡ Μήτηρ προσεκύνησε, καὶ προσεφθέγξατο τῷ ἐν ἀγκάλαις αὐτῆς· Πῶς ἐνεσπάρης μοι; ἢ πῶς μοι ἐνεφύης, ὁ λυτρωτής μου καὶ Θεός;

Εἴσοδος, τὸ Φῶς ἱλαρόν, Προκείμενον καὶ τὰ Ἀναγνώσματα.

Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα.
(δ´ 1-9).

Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. Ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν, καὶ ἡ ἀφ᾿ ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. Καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης. Καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται· ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτοὺς καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ. Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. Καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται. Κρινοῦσιν ἔθνη καὶ κρατήσουσι λαῶν, καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τοὺς αἰῶνας. Οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ.

Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα.
(δ´ 7-15).

Δίκαιος, ἐὰν φθάσῃ τελευτῆσαι, ἐν ἀναπαύσει ἔσται. Γῆρας γὰρ τίμιον οὐ τὸ πολυχρόνιον οὐδὲ ἀριθμῷ ἐτῶν μεμέτρηται. Πολιὰ δέ ἐστι φρόνησις ἀνθρώποις καὶ ἡλικία γήρως βίος ἀκηλίδωτος. Εὐάρεστος τῷ Θεῷ γενόμενος ἠγαπήθη καὶ ζῶν μεταξὺ ἁμαρτωλῶν μετετέθη. Ἡρπάγη, μὴ κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἢ δόλος ἀπατήσῃ ψυχὴν αὐτοῦ· βασκανία γὰρ φαυλότητος ἀμαυροῖ τὰ καλά, καὶ ρεμβασμὸς ἐπιθυμίας μεταλλεύει νοῦν ἄκακον. Τελειωθεὶς ἐν ὀλίγῳ ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς· ἀρεστὴ γὰρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἐκ μέσου πονηρίας. Οἱ δὲ λαοὶ ἰδόντες καὶ μὴ νοήσαντες, μηδὲ θέντες ἐπὶ διανοίᾳ τὸ τοιοῦτον, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ.

Σοφίας Σολομῶντος τὸ Ἀνάγνωσμα.
(ε´ 15-23, στ´ 1-3).

Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ. Διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας, καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ σκεπάσει αὐτούς, καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. Λήψεται πανοπλίαν, τὸν ζῆλον αὐτοῦ, καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν. Ἐνδύσεται θώρακα, δικαιοσύνην, καὶ περιθήσεται κόρυθα, κρίσιν ἀνυπόκριτον. Λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον, ὁσιότητα· ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ῥομφαίαν· συνεκπολεμήσει αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας. Πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν, καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν, ἐπὶ σκοπὸν ἁλοῦνται, καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ῥιφήσονται χάλαζαι. Ἀγανακτήσει κατ᾿ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοὶ δὲ συγκλύσουσιν ἀποτόμως. Ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καὶ λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς· καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν. Ἀκούσατε οὖν βασιλεῖς καὶ σύνετε· μάθετε δικασταὶ περάτων γῆς. Ἐνωτίσασθε οἱ κρατοῦντες πλήθους, καὶ γεγαυρωμένοι ἐπὶ ὄχλοις ἐθνῶν· ὅτι ἐδόθη παρὰ Κυρίου ἡ κράτησις ὑμῖν, καὶ ἡ δυναστεία παρὰ Ὑψίστου.

Εἰς τὴν Λιτήν, Ἰδιόμελα.

Ἦχος α´. Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ.

Ἐνθέως ἀγλαΐζου, τάξις τῶν μονοτρόπων, καὶ τέρπου ἐν τῷ πνεύματι, καὶ σκίρτα τῇ καρδίᾳ, Λεόντιον τὸν ἰσάγγελον ἀσκητήν, καὶ κήρυκα τῆς ἀληθείας πλουτοῦσα ὑπέρμαχον, καὶ πρεσβευτήν, εὐφράνθητι, τῶν χαρίτων τὰς θαλάσσας ἀπαντοῦσα καὶ ὅλα καταστρέφοντα, τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ γηθοσύνως τῷ δεσπότῃ προσφώνησον, εὔσπλαγχνε δόξα σοι.

Ἦχος β´. Εἰς τὰ ὑπερκόσμια.

Εἰς τὰ ἐπουράνια ἀνάκτορα, τὸ πνεῦμα σου Λεόντιε τὸ ἱερὸν ὁ πάντων Θεός, ἐδέξατο ἀμόλυντον· Σὺ γὰρ μονοτρόπων στήλη ἐχρημάτισας· καὶ θεωρίας ἀκρότης, καὶ τῆς πράξεως ἀλείπτης φαιδρός· Μεταστὰς δὲ τῶν ῥευστῶν, τὰ μὴ ῥέοντα κλῆρον ἀπείληφας ἑνούμενος ταῖς ἀνωτάτοις φρικτωρίαις τῆς θεαρχίας ἀμέσως πάτερ καὶ τὴν χάριν ἔλαβες τῶν ἰάσεων, τοῖς πᾶσιν ὀρέγων τὰ σωτήρια ἄκη· διὰ σοῦ μέγιστε, δοξάζοντες τὴν πανήγυριν κατὰ χρέος γεραίρομεν, τὸν σὲ δοξάσαντα Κύριον.

Ὁ αὐτός. Ὁ φωτί σου ἅπασαν.

Ὁ φαιδρὸς Λεόντιος, τοῦ παρακλήτου τὸ σκεῦος ὡς ὄλβον μυστικόν, πᾶσιν ἐκφαίνει τὴν αὐτοῦ μνήμην, τῆς ἐν τῷ κόσμῳ δεινῆς, λυτρούμενος πάντας πλάνης, καὶ νέμων θεῖα χαρίσματα αὐτῷ βοήσωμεν, πάτερ Λεόντιε, ὑπερεύχου τῶν ὑμνούντων σε.

Ἦχος γ´. Δεῦτε ἅπαντα τὰ πέρατα.

Δεῦτε σύμπαντα τὰ πλήθη μοναστῶν, τὴν φαιδρὰν πανήγυριν, τοῦ Λεοντίου νῦν ἀνυμνήσωμεν· ἐν σκηναῖς γὰρ οὐρανοῦ ἀπὸ γῆς ἀνέρχεται ἀγαλλόμενος· ἔνθεν τῇ ἐνδόξῳ αὐτοῦ, ἡ κτίσις πᾶσα ἀγάλλεται ἐν ᾠδαῖς ᾀσμάτων, καὶ φωναῖς χαρμονικαῖς, σὺν τοῖς αὐτοῦ μύσταις, καὶ πᾶσιν ὁσίοις συγχορεύει λαμπρῶς.

Δόξα. Ἦχος γ´. Νῦν προφητική.

Νῦν πνευματικὴ πάρεστι πανδαισία, φιλέορτοι νοητῶς τρυφήσωμεν, καὶ σῶμα, καὶ νοῦν καθαρθέντες· Καθαροὶ τῷ παναμώμῳ, προσέλθομεν Λεοντίῳ, καὶ σορὸν περιπτυξώμεθα· ἐξ ἧς ῥεῖθρα ἀναβλύζουσι καθάρσια μολυσμῶν παντοδαπῶν εἰς τὴν Χριστοῦ δόξαν τοῦ πάντων Θεοῦ· οὖ ταῖς εὐχαῖς ἀγαθέ, ἐθνῶν τὰ θράση καθελεῖς ὅτι εἰς χοῦν ἔθεντο τὸ σκήνωμά σου.

Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Θεοτοκίον.

Ἀσπόρως ἐκ θείου Πνεύματος, βουλήσει δὲ Πατρός, συνείληφας Υἱὸν τὸν τοῦ Θεοῦ, ἐκ πατρὸς ἀμήτορα, πρὸ τῶν αἰώνων ὑπάρχοντα· δι᾿ ἡμᾶς δὲ ἐκ σοῦ ἀπάτορα γεγονότα, σαρκὶ ἀπεκύησας, καὶ βρέφος ἐγαλούχησας· διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύειν, τοῦ λυτρωθῆναι ἐκ κινδύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Εἰς τὸν Στίχον, Στιχηρὰ Προσόμοια.

Ἦχος πλ. α´. Χαίροις ἀσκητικῶν.

Χαίροις ὁ νοηταῖς ὁμιλῶν, Ταξιαρχίαις καὶ Κυρίου Λεόντιε, τὴν δόξαν ὁρῶν ἀμέσως, καὶ ταῖς ἐκεῖθεν βουλαῖς, καταυγάζων πᾶσαν τὴν ὑφήλιον· ὁ τῆς διακρίσεως, θησαυρὸς ὁ ἀκένωτος, τῆς θεωρίας μυστολέκτης ὁ κάλλιστος, καὶ τῆς πράξεως, νομοθέτης ὁ ἄριστος, σάλπιγξ ἡ θεοκίνητος, ἡ μέλος ἠχήσασα σωτηριῶδες, καὶ πάντας, προτρεπομένη εἰς αἴνεσιν Χριστοῦ, ὃν δυσώπει, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δοθῆναι τὸ μέγα ἔλεος.

Στίχ. Μακάριος ἀνήρ, ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα.

Χαίροις ὁ σελασφόρος πατήρ, ὁ καταυγάζων τῷ φωτὶ τῶν χαρίτων σου, τὰ στίφη τῶν μονοτρόπων, καὶ τὴν ἀχλὺν τῶν παθῶν, ἐκδιώκων μέγιστε Λεόντιε, ἀγγέλων συνόμιλε, τῶν ὁσίων ὁμόσκηνε, καὶ τῶν δικαίων, τὸ κλεινὸν περιήχημα, τὸ τῆς χάριτος θεοείκελον τέμενος, ἄνθρωπε ἐπουράνιε, καὶ ἔνσαρκε ἄγγελε τῶν ἀρετῶν ἡ ἀκρότης, τῶν ἀγαθῶν τὸ κειμήλιον. Χριστὸν ἐκδυσώπει, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δοθῆναι τὸ μέγα ἔλεος.

Στίχ. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.

Χαίροις τῶν μοναστῶν ἡ πληθύς, ὡς ἀπαρχήν σε τῷ Θεῷ προσκομίσασα, καὶ πόθῳ τὴν ἱεράν σου περικυκλοῦσα σορόν, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις μακαρίζει σε, σκιρτᾷ σου τὰ ποίμνια, καὶ βοᾷ χαριστήρια καὶ σοῦ τὴν κόνιν τῶν λειψάνων προσπτύσσεται, ἀρυόμενα, θεοφόρε Λεόντιε, ῥῶσιν ψυχῆς καὶ σώματος, ἀγγέλων ἰσότιμε, κλέος ὁσίων καὶ πάντων, τῶν ἐκλεκτῶν ἀκροθίνιον· Χριστὸν ἐκδυσώπει, ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν δοθῆναι τὸ μέγα ἔλεος.

Δόξα. Ἦχος πλ. δ´. Τῶν μοναστῶν.

Τῶν γεηρῶν φροντίδων τὴν ἀκανθηφόρον ἀπάτην ἀπέῤῥιψας, καὶ τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου ἐπ᾿ ὤμων ἀράμενος, πάτερ Λεόντιε, τὰ ἄφραστα νῦν ἐποπτεύεις κάλλη· σὺν χοροῖς τῶν ὁσίων τρανώτατα, ἡ στάθμη τῆς πράξεως, κανὼν ὁ ἄπταιστος τῆς θεωρίας, καὶ νῦν πρέσβευε τῷ Σωτῆρι ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Προεόρτιον.

Ὁ αὐτός.

Ὑπόδεξαι Βηθλεέμ, τὴν τοῦ Θεοῦ Μητρόπολιν· φῶς γὰρ τὸ ἄδυτον, ἐπὶ σὲ γεννῆσαι ἥκει. Ἄγγελοι θαυμάσατε ἐν οὐρανῷ, ἄνθρωποι δοξάσατε ἐπὶ τῆς γῆς. Μάγοι ἐκ Περσίδος, τὸ τρισσόκλεον δῶρον προσκομίσατε· Ποιμένες ἀγραυλοῦντες, τὸν τρισάγιον ὕμνον μελῳδήσατε· πᾶσα πνοή, αἰνεσάτω τὸν Παντουργέτην.

Νῦν ἀπολύεις... Τρισάγιον καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ἀσκήσει λαμπρυνθείς, ὡς χρυσὸς ἐν χωνείᾳ, λαμπρύνεις μοναστῶν, τοὺς χοροὺς ἑπομένως, τοῖς θείοις σου διδάγμασι, θεοφόρε Λεόντιε· ὅθεν σήμερον, τὴν φωτοφόρον σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ὑπὲρ ἡμῶν σε πρεσβεύειν, αἰτοῦμεν πρὸς Κύριον.

Εἶτα τό, Θεοτόκε Παρθένε, δὶς καὶ μετὰ τὴν εὐλόγησιν τῶν ἄρτων, τίθεται ἀνάγνωσις εἰς τὸν βίον τοῦ ὁσίου Δανιήλ, αἱ δὲ λοιπαὶ ἀναγνώσεις γίνονται ἐκ τοῦ ἐγκωμίου εἰς τὸν ἅγιον Λεόντιον.


ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετὰ τὴν α´ Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Τὸν βρίθον τῆς σαρκὸς τῇ ἀσκήσει λεπτύνας, ψυχῆς τὸ νοερὸν ἀνεπτέρωσας· ὅθεν, καὶ σκεῦος ἐχρημάτισας τῆς Τριάδος Λεόντιε, διὸ σήμερον, τὴν φωτοφόρον σου μνήμην, ἑορτάζοντες, πρὸς τὸν Χριστόν σε μεσίτην, ἀεὶ προβαλλόμεθα.

Θεοτοκίον.

Μητέρα σε Θεοῦ ἐπιστάμεθα πάντες, Παρθένον ἀληθῶς καὶ μετὰ τόκον φανεῖσαν, οἱ πόθῳ καταφεύγοντες, πρὸς τὴν σὴν ἀγαθότητα· σε γὰρ ἔχομεν ἁμαρτωλοὶ προστασίαν, σὲ κεκτήμεθα ἐν πειρασμοῖς σωτηρίαν, τὴν μόνην πανάμωμον.

Εἰς τὴν β´ Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.

Φωτοειδέστατος στῦλος γεγένησαι, λόγοις καὶ τέρασι, πάτερ Λεόντιε, καταγλαΐζων τὰς ψυχὰς τῶν πίστει σε γεραιρόντων· ὅθεν συνελθόντες σου, τὴν χαρμόσυνον κοίμησιν, πόθῳ ἑορτάζομεν καὶ θερμῶς ἐκβοῶμέν σοι· Χριστῷ μὴ διαλείπῃς πρεσβεύειν, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν τιμώντων σε.

Θεοτοκίον, ὅμοιον.

Τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου, καὶ τὸ ὑπέρλαμπρον τὸ τῆς ἁγνείας σου, ὁ Γαβριὴλ καταπλαγείς, ἐβόα σοι Θεοτόκε· Ποῖόν σοι ἐγκώμιον, προσαγάγω ἐπάξιον; τί δὲ ὀνομάσω σε; ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι· διὸ ὡς προσετάγην βοῶ σοι· Χαῖρε ἡ Κεχαριτωμένη.

Μετὰ τὸν Πολυέλεον, Κάθισμα.

Ἦχος δ´. Κατεπλάγη Ἰωσήφ.

Καθοπλίσας σεαυτὸν τῇ παντευχίᾳ τοῦ σταυροῦ, πρὸς παράταξιν στεῤῥῶς ἀπηυτομόλησας ἐχθροῦ, καὶ θαρσαλέως τὸ στάδιον διανύσας, σκότος τὰς ἀρχὰς ἐθριάμβευσας, νίκης στεφάνους ἀράμενος, παρὰ Χριστοῦ τοῦ πάντων βασιλέως· ὃν ἐκδυσώπει Λεόντιε, ἁμαρτημάτων ἡμῖν παντοίων, ὡς καταπέμψῃ συγγνώμην.

Θεοτοκίον.

Κατεπλάγη Ἰωσήφ, τὸ ὑπὲρ φύσιν θεωρῶν, καὶ ἐλάμβανεν εἰς νοῦν, τὸν ἐπὶ πόκον ὑετόν, ἐν τῇ ἀσπόρῳ συλλήψει σου Θεοτόκε· βάτον ἐν πυρὶ ἀκατάφλεκτον, ῥάβδον Ἀαρὼν τὴν βλαστήσασαν, καὶ μαρτύρων ὁ μνήστωρ σου καὶ φύλαξ, τοῖς ἱερεῦσιν ἐκραύγαζε· Παρθένος τίτκτει, καὶ μετὰ τόκον, πάλιν μένει Παρθένος.

Οἱ Ἀναβαθμοί· τὸ α´ Ἀντίφωνον τοῦ δ´ ἤχου.

Προκείμενον.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.

Στίχ. Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὦν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;

Εὐαγγέλιον Ὁσιακόν.

Ὁ Ν´ Ψαλμός.

Δόξα.

Ταῖς τοῦ Σοῦ Ὁσίου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.

Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Ἰδιόμελον. Ἦχος πλ. β´.

Τῇ τρισολβίῳ σου ἐξόδῳ, μοναστῶν Λεόντιε φωστήρ, ἀγέλαι τῶν σῶν θρεμμάτων ὁμαδὸν συνηθροίσθησαν, καὶ γοερῶς περικυκλοῦντες, τῇ σῇ κλίνῃ παρέστησαν, μετὰ δέους, καὶ θαύματος· Οἳ καὶ συστείλαντες τὸ σὸν σκήνωμα τὸ ἱερόν σοι, κοπτόμενοι ἐβόων· χαῖρε, ὁ τῶν ἀσωμάτων ζηλώσας ἄκρως ἐν σώματι, τὴν ἄϋλον βιοτήν· μεθ᾿ ὧν τῷ Δεσπότῃ παρεστὼς Θεῷ, μνημόνευε ἡμῶν τῶν μεμνημένων σου.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου...

Οἱ Κανόνες· πρῶτον ὁ προεόρτιος
μετὰ τῶν εἱρμῶν εἰς στ´
καὶ τοῦ Ὁσίου εἰς η´, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Λεόντιον τιμῶ κλέος Δωριέων.
Ἐν δὲ τοῖς Θεοτοκίοις· Μακαρίου.

ᾨδὴ α´. Ἦχος πλ. δ´. Ἁρματηλάτην Φαραώ.

Λιταῖς σου θείαις, πεποιθὼς Λεόντιε τὸ πέλαγος ἐγχειρῶ, μέλψαι τοῦ σοῦ βίου, καὶ τῆς πολιτείας σου· Σὺ δὴ ὑπόθεν ὄρεξον, λόγου χάριν καὶ σθένος· ὅσα γὰρ θέλεις καὶ δύνασαι, τῇ πρὸς τὸν Θεὸν παῤῥησίᾳ σου.

Ἐξ εὐσεβοῦς, καὶ εὐγενοῦς ἐβλάστησας ῥίζης ὡς πόθος τερπνός, εὐκαίρως τὸν καρπὸν τε, ἔδωκας Λεόντιε, καὶ φύλλον οὐκ ἐῤῥύη σου· Μαρτυρεῖ μοι τῷ λόγῳ, τὸ πέλαγος τῶν θαυμάτων σου, καὶ τῶν μαθητῶν τὰ συστήματα.

Οὐδέν σου ὤφθη, τῶν φθαρτῶν Λεόντιε ἐμπόδιον ἀληθῶς, πρὸς τὰ καλὰ βλέψαι· καὶ προκρῖναι ἄριστα, τοῦ χείρονος τὸ βέλτιον· ὅθεν φυγὼν τὸν κόσμον, καὶ τὰ ἐν κόσμῳ, ἐσταύρωσαι κόσμῳ, καὶ σοὶ κόσμος ἐσταύρωται.

Θεοτοκίον.

Μόνη καὶ τίκτεις, καὶ παρθένος ἔμεινας, καὶ γὰρ Θεὸς ὁ τεχθείς, ὁ καινουργῶν φύσεις, ὅπερ καὶ Λεόντιος, ἀκολουθήσας γέγονε, τῇ πολλῇ ἡσυχίᾳ, καὶ τοῦ νοὸς τῇ λαμπρότητι, ἄγγελος ἐν σώματι Δέσποινα.

Καταβασία. Χριστὸς γεννᾶται.

ᾨδὴ γ´. Ὁ στερεώσας κατ᾿ ἀρχάς.

Νεκρώσας σάρκα καὶ τὸν νοῦν, ἀνακαθάρας νηστείᾳ, δάκρυσι καὶ προσευχῇ προσοχῇ τε, ὅλος ἤρθης ἀπὸ γῆς, καὶ ἐνδημῶν τῷ σώματι, Θεῷ ὡμίλεις μόνος, μόνῳ ἀμέσως Λεόντιε.

Τρίβον ὁδεύσας τὴν στενήν, καὶ τεθλιμμένην, εἰκότως ἠξιώθης πλατισμοῦ οὐρανίου, καὶ χορεύεις σὺν χοροῖς, τῶν ἐκλεκτῶν Λεόντιε· Ὧν καὶ τοὺς σοὺς συμμύστας, κατηξίωσας αὐλίζεσθαι.

Ἰδοὺ συνῆλθον οἱ λαοί, τοῖς φοιτηταῖς σου τελέσαι σὴν Λεόντιε ἐτήσιον μνήμην, ὧν προσχὼν ταῖς προσευχαῖς, ὡς εὐμενὴς τὰ πρόσφορα αἰτήματα παράσχου, καὶ τῶν χρηστῶν πάντας πλήρωσον.

Θεοτοκίον.

Ἀγγέλων ὤφθης καὶ βροτῶν, ἁπάντων τιμιωτέρα, ἀσυγκρίτως ὡς τεκοῦσα τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, οὖπερ τρωθείς, τῷ ἔρωτι Λεόντιος, ὀπίσω σου Παρθένε, ἀσκητικῶς ἠκολούθησεν.

Κάθισμα.

Ἦχος πλ. δ´. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.

Ἀρνησάμενος κόσμον, καὶ τὸν ζυγόν, τοῦ Σωτῆρος ἐπ᾿ ὤμων ἀναλαβών, καρδίας ἐνέωσας, τῆς σῆς πάτερ τὰς αὔλακας, καὶ πολύχουν χάριτι τὸν σῖτον προσήνεγκας, καὶ μοναστῶν διαθρέψας, χορείας τοῖς πόνοις σου· ὅθεν καὶ τοῦ κλήρου, κοινωνὸς τοῦ Κυρίου, ἀξίως ἠξίωσαι, καὶ τῆς δόξης συμμέτοχος, θεοφόρε Λεόντιε, πρεσβεύων Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Θεοτοκίον.

Τὴν οὐράνιον πύλην καὶ κιβωτόν, τὸ πανάγιον ὄρος τὴν φωτεινήν, νεφέλην ὑμνήσωμεν, τὴν ἀκατάφλεκτον βάτον, τὸν λογικὸν παράδεισον, τῆς Εὔας τὴν ἀνάκλησιν, τῆς οἰκουμένης ὅλης, τὸ μέγα κειμήλιον· ὅτι σωτηρία, ἐν αὐτῇ διεπράχθη, τῷ κόσμῳ καὶ ἄφεσις, τῶν ἀρχαίων ἐγκλημάτων· διὸ καὶ βοῶμεν αὐτῇ· Δέσποινα Παρθένε ἁγνή, τῶν πταισμάτων αἴτησαι τὴν ἄφεσιν, τοῖς ἀνυμνοῦσιν ἀξίως τὴν δόξαν σου.

ᾨδὴ δ´. Σὺ μου ἰσχύς, Κύριε.

Ὀχυρωθεὶς τῇ παντευχίᾳ τῆς χάριτος, πρὸς τὴν πλάνην ἐχθροῦ ἐξελήλυθας, καὶ συμπλακεὶς τούτῳ νοητῶς, κατέῤῥαξας ἅμα, τοῖς τούτου δεινοῖς στρατεύμασι· διὸ καὶ τροπαιοῦχος ἀνεδείχθης, καὶ στέφος, οὐρανόθεν ἐδέξω Λεόντιε.

Νενικηκὼς τὸν ἀναιδῶς, φρυαττόμενον, καὶ στρουθίου δείξας ἀσθενέστερον τοῦτο σοφέ· ὤφθης μοναστῶν, ἀλείπτης γενναῖος, καὶ ταξιάρχης ἀήττητος· διὸ καὶ τὰς σὰς μάνδρας ἐκλυτροῦσαι τῆς τούτου, ἐπηρείας καὶ βλάβης Λεόντιε.

Τὸν ἱερὸν καὶ θεοφόρον Λεόντιον, συνελθόντες λόγοις καταστέψωμεν, καὶ ἐκ ψυχῆς κράξωμεν αὐτῷ, ταῖς καθαρωτάταις, πρεσβείαις σου πρὸς τὸν Κύριον· ῥῦσαι ἡμᾶς ἐκ πάσης τοῦ ἐχθροῦ ἐπηρείας, καὶ παντοίων καλῶν πάντας ἔμπλησον.

Θεοτοκίον.

Κατὰ τὴν σὴν πρόῤῥησιν, σε μακαρίζουσι, Θεοτόκε, γενεαὶ αἱ σύμπασαι, τῶν γενεῶν, ὅτι τὸν Θεόν, τέτοκας ἀφράστως, οὗ τῇ δυνάμει ῥωννύμενος, Λεόντιος ὁ μέγας, τοῦ ἐχθροῦ τὰς ἐπάρσεις κατηδάφισε, φέρων σε πρόμαχον.

ᾨδὴ ε´. Ἵνα τί με ἀπώσω.

Ἰαμάτων πηγήν σε, ἔδειξεν ἡ ἄφθονος πηγὴ Λεόντιε, ὡς γὰρ ζῶν καὶ πάλιν, μετὰ τέλος τὸ μακαριώτατον, πάντας θεραπεύεις, τοὺς ἐκ ψυχῆς σου προσιόντας, τῇ σορῷ τῶν λειψάνων ἑκάστοτε.

Μὴ βραχεῖς τοῖς χειμάῤῥοις τοῦ ἐχθροῦ Λεόντιε, μηδὲ τοῖς πνεύμασι σαλευθείς, ὡς ἔχων ἐπὶ πέτραν Χριστοῦ σου τὸν θέμελον, κυβερνήτης ὤφθης, τῶν μοναστῶν, ἰθύνων πάντας, πρὸς λιμένα Θεοῦ τὸν ἀκύμαντον.

Ὥσπερ Λέων βρυχήσας, ἔτρεψας ἀλώπεκας, νοητοὺς θήρας τε καὶ τὰ ποίμνια σου, διασῴζεις ἐκείνων τοῦ φάρυγγος· Ἀλλὰ ταῦτα μάκαρ, ποιεῖν ἀεὶ μὴ διαλείπῃς, τῇ πολλῇ πρὸς Θεὸν παῤῥησίᾳ σου.

Θεοτοκίον.

Ἀλατόμητον ὄρος, Δανιὴλ προγράφει σε ὁ μέγας Πάναγνε, ἐκ σοῦ γὰρ ἐτμήθη, λίθος ἄνευ χειρῶν ὁ ἀκρόγωνος, ὁ συντρίψας πλάνης, κράτος συνδήσας τούτου πόῤῥω, καὶ δοξάσας τὸν μέγαν Λεόντιον.

ᾨδὴ στ´. Ἱλάσθητί μοι Σωτήρ.

Κρατὴρ ὡράθης κιρνῶν, πνευματικὴν ἀγαλλίασιν, καὶ στῦλος φωτοειδής, φωτίζων τὰ πέρατα· καὶ ὅρμος σωτήριος, Λεόντιε πάντας, συντηρῶν τοὺς σοὶ προστρέχοντας.

Λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ, ἰδεῖν καὶ παθεῖν ἠξίωσαι, Λεόντιε μοναστῶν, τὸ κλέος καὶ ἔρεισμα, τῆς θείας ἐλλάμψεως, κοινωνοὺς γενέσθαι, καὶ ἡμᾶς νῦν καταξίωσον.

Ἐν οὐρανοῖς συνοικῶν, τοῖς πρωτοτόκοις Λεόντιε, προσχὼν ἡμῶν ταῖς λιταῖς· ἡμῶν μέσον πάρεσο, ὀρέγων τὰ πρόσφορα αἰτήματα πᾶσι, καὶ δεινῶν πάντας λυτρούμενος.

Θεοτοκίον.

Ῥῦσαι ἡμᾶς τῶν παθῶν, καὶ τῶν βελῶν τοῦ ἀλάστορος καὶ τύχοιμεν δωρεῶν, τῶν θείων Μητρόθεε, αἰσίαις ἐντεύξεσι, τοῦ σοῦ Λεοντίου, καὶ συμπάντων τῶν ἁγίων σου.

Κοντάκιον.

Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῷ τῆς σοφίας προσελθὼν κρατῆρι πάνσοφε, καὶ ἀπολαύσας μυστικῶς τοῦ θείου νέκταρος, ἀνεξάντλητον γεγένησαι θεῖον ῥεῖθρον· Πελαγίζων ἀμβροσίας νᾶμα ἥδιστον, τοῖς ἐν πίστει ἐκτελοῦσί σου ἐκ πόθου τὰ μνημόσυνα, καὶ βοῶσί σοι· χαίροις πάτερ Λεόντιε.

Ὁ Οἶκος.

Ἄϋλον πολιτείαν ἐν σαρκὶ διανύσας, συνήφθης ἀσωμάτων τοῖς δήμοις, σὺν αὐτοῖς εὐκλεῶς ἐντρυφῶν, καὶ ἀπολαύων τῆς τρυφῆς μέγιστε τῆς κρείττονος, ἧς τύχοιμεν ἐν πίστει σοι βοῶντες οὕτω·
Χαῖρε τερπνὸν Δωριέων θρέμμα·
χαῖρε λαμπρὸν Ἀχαΐας κλέος.
Χαῖρε μονοτρόπων κανὼν ὁ εὐθύτατος·
χαῖρε Ἀσωμάτων νοῶν ὁ ἐφάμιλλος.
Χαῖρε ἄνθος ὡραιότατον ἐκ λειμώνων τῆς Ἐδέμ·
χαῖρε ῥόδον εὐωδέστατον κατευφραῖνον τοὺς πιστούς.
Χαῖρε ὅτι τοῦ κλήρου ἠξιώθης τοῦ θείου·
χαῖρε ὅτι τῆς δόξης ἀπολαύεις τῆς ἄνω·
Χαῖρε πηγὴ χαρίτων ἀέναος·
χαῖρε κρατὴρ ναμάτων πνεύματος.
Χαῖρε δι᾿ οὗ πᾶσα νόσος ὠθεῖται·
χαῖρε δι᾿ οὗ πᾶσα ῥῶσις προχεῖται.
Χαίροις, Πάτερ Λεόντιε.

Συναξάριον.

Πρῶτον τοῦ Μηναίου, εἶτα λέγομεν·

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Λεοντίου ἐν Ἀχαΐᾳ.

Στίχοι.

Λεοντίου τις τὸν βίον μὴ θαυμάσῃς,
ἐν σαρκὶ γὰρ μετῆλθεν ἀγγέλων βίον.

Τῇ ἑνδεκάτῃ πόλῳ ἦτορ ἐν εἰρήνῃ Λεοντίου.

Οὗτος ὁ νεοθαλὴς τῆς ἀμπέλου τοῦ Κυρίου βλαστός, πατρίδα μὲν ἔσχε πόλιν τινὰ τῶν κατὰ τὴν Πελοπόννησον, καλουμένην Μονεμβασίαν, γεννήτορας δέ, τῶν ἐπιφανῶν καὶ θεοφιλῶν. Ὁ δὲ τούτου πατὴρ Ἀνδρέας τοὖνομα, καὶ πάσης τῆς Πελοποννήσου τὴν ἀρχὴν ἐμπιστεύεται παρὰ τοῦ εὐσεβοῦς Ἀνδρονίκου, τῆς βασιλείας Ῥωμαίων τὰ σκῆπτρα ἰθύνοντος· Τριὰς δὲ τοίνυν ῥιζουχίας ἐκβλαστήσας, καὶ τοιαύτας παῖς ὧν τὰς ἀρχὰς ἔχων, προσφυᾶ καρποῦται καὶ τὴν ἀναγωγήν, καὶ γραμμάτων εὐθὺς ἱερῶν εἰς μαθητείαν ἐκδίδοται· ὧν τὴν γλυκύτητα αἰσθανόμενος, ἐν ἐπιθυμίᾳ γίνεται, ἐπιστημῶν ἅψασθαι καὶ εἰς ἀκρότητα φθάσαι τούτων· ἔνθεν τοῦ νοὸς ὀξύτητι, καὶ βίου καθαρότητι, χρόνος οὗ μεταξὺ πολύς, καὶ τῶν μαθημάτων γίνεται ἐγκρατής, καὶ ἐκ τῶν διαλέκτων πολλῶν· Εἶτα πέμπεται εἰς τὴν βασιλίδα τῶν πόλεων· τοῦτο μέν, ἵν᾿ ὅπως καὶ τοῖς ἐκεῖ συμφιλοσοφήσων φιλοσοφοῦσιν, ἐξασκηθῆ περιπλέον τοῦτο δέ, ἵν ἐνδιατρίβων τοῖς οἴκοις τῶν Βασιλέων, ἐθὰς πάντων τῶν περὶ αὐτοὺς χρηματίσῃ. Ἀλλ᾿ οὖν γε μέγας ἔν τε φιλοσοφίᾳ, φρονήσει, καὶ ἀρετῇ ὀφθείς, τοῖς πᾶσι θαυμάζεται, καὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως ἀσπάζεται ὅ,τι μάλιστα, καὶ τιμᾶται· τοῦ δὲ πατρός, τὴν πρὸς θάνατον νοσήσαντος, καὶ Χριστῷ τελευτήσαντος, ἐπὶ τὴν ἐνεγκαμένην ἐπαναλύει, πάνθ᾿ ὑπείκων τῇ μητρί, ἧς τῇ ἐπιταγῇ γυναικὶ καὶ προσομιλεῖ· ἡ δὲ Θεοδώρα (οὕτω γὰρ ἐκαλεῖτο) τῶν μεριμνῶν ἀποσπασθεῖσα, εἰς σεμνὸν ἀπέρχεται βίον, ἔνθα τὸ λειπόμενον τῆς ζωῆς διανύσασα θεαρέστως, καὶ τὴν ἑαυτῆς τελευτὴν προγνοῦσα, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησε· διὰ ταῦτα, οὗ ἐπόθη, καὶ οὗτος ἐξ αὐτῶν σπαργάνων, ἐφάπτεται, εὐαγγελικῶς ἐγκαταλιπῶν γυναῖκα καὶ τέκνα (ἦν γὰρ παίδων τριῶν πατήρ) καὶ εὑρὼν ἱερὸν ἄνδρα, τοῦ μοναδικοῦ πολιτεύματος γυμναστὴν ἀκριβέστατον, Μεννίδην ἐπικαλούμενον, καὶ τοὺς ὑφ᾿ ἑαυτὸν πρὸς οὐράνιον πολιτείαν ἰθύνοντα· τούτοις συγκαταλεγεὶς ὁ μακάριος, καὶ τὴν Λεοντίου κλῆσιν ἀναλαβὼν (Λέων γὰρ ἐλέγετο πρότερον), πάντας ἐν ὀλίγῳ τοὺς συναγωνιστάς, τοῖς πόνοις ὑπερεβάλετο, δουλαγωγῶν τὴν σάρκα καὶ κατατρύχων, καὶ πρὸς μόνην τὴν τῆς ἐν οὐρανῷ πολιτείας ἀποβλέπων ἀπόλαυσιν· Ἐντεῦθεν μεταχωρεῖ ἐπὶ τὸ ἁγιώνυμον ὄρος τοῦ Ἄθω, καὶ τὴν τῶν ἐκεῖ μονοτρόπων ζηλωσάμενος πολιτείαν, ἔνθα πολλοὺς παρ᾿ αὐτοῖς τοὺς πνευματικοὺς ἱδρῶτας ὑπερεκχέει, ὑποταγὴν πᾶσι, καὶ ταπείνωσιν δεικνύων ἄκραν· διὰ δὲ τὴν ἐκ τῆς ἀρετῆς ὑπὸ πάντων αὐτῶν προσαγομένην τιμήν, ἐκεῖθεν ἀπαίρει πάλιν, καὶ τοῖς ἀβάτοις ἐπὶ πολὺ τῆς Πελοποννήσου ἐρήμοις ἐμφιλοχωρεῖ καταμόνας, ἐς ἀεὶ τοῦ Θεοῦ δεόμενος ὑποδεῖξαι αὐτὸν τόπον, ἐν ᾧ γενόμενος, δουλεύσει καὶ εὐαρεστήσει αὐτῷ. Ἀπεκαλύφθη δ᾿ αὐτῷ ἀφικέσθαι ἐπὶ τὰ βόρεια, εἰς τὸ ὄρος τὸ λεγόμενον Κλωκὸν τοῦ Γέροντος, ἄνωθεν Αἰγίου, τῆς κοινολέκτου Βοστίτσας· ἔνθα ἐπὶ πλεῖστον διαγαγών, κρύει πηγνύμενος, καὶ θέρει καυσούμενος, ἁπάσας τὰς ζοφοειδεῖς τῶν δαιμόνων κατεπάτησε φάλαγγας, κραταιὰν ἰσχὺν ἔχων τὸν Χριστόν· ὅθεν καὶ πρὸς ἀπάθειαν ἤλασε, καὶ τὸν νοῦν αὐτοῦ εἰς ὕψος ἔνθεον ἀνεπτέρωσε, καὶ θαυμάτων ἐπλούτισε τὴν ἐνέργειαν, χωλοὺς καὶ κυλλοὺς ἰώμενος· ἐξ ὧν βασιλεῖς οἱ αὐτάδελφοι ὅ τε Θωμᾶς καὶ Δημήτριος τὴν ἀρετὴν τοῦ ἀνδρὸς ὑπεραγασθέντες, καὶ σέβας αὐτῷ ἀπονέμοντες, ἱερὸν σηκόν, ἐν ᾧ ἦν τῷ Ἀρχιστρατήγῳ Μιχαήλ, ἐξ αὐτοῦ ἀνεδείμαντο, καὶ ἄλλα πλεῖστα μέγιστα καταγώγια ἐξ αὐτῶν κρηπίδων περιπυργώσαντες, οὐ πρὸς ἁγιασμόν, καὶ μέρη τῶν ἁγίων παθῶν τοῦ Σωτῆρος, τοῦ τε ἀκανθίνου στεφάνου, τιμίου ξύλου, καὶ σπόγγου, εἴτε χλαμύδος, ἃ ἔφερον, τῇ ἱερᾷ Τραπέζῃ ἐπιτίθενται, καὶ πλόκον ἔτι, ἐκ τῶν τριχῶν τοῦ Προδρόμου, Ἀρέθα τε χεῖρα, καὶ Στεφάνου τοῦ νέου κάραν· ὁ δὲ ὅσιος, πολὺς πρόξενος σωτηρίας γενόμενος, καὶ πολλοὺς πρὸς ζῆλον καὶ μίμησιν τοῦ αὐτοῦ ἀκραιφνοῦς βίου διαναστήσας, σοφίᾳ καὶ θείᾳ χάριτι, τὸν ἑβδομήκοντα πέμπτον χρόνον τῆς ἑαυτοῦ ἡλικίας φθάσας, καὶ φωτοειδεῖς προεωρακὼς ἀγγέλους, τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ, τῇ χειρὶ τοῦ Θεοῦ παρέθετο· Τὸ δὲ τίμιον αὐτοῦ λείψανον, ἐν ᾧ καὶ ζῶν ἠγωνίζετο, κατετέθη σπηλαίῳ ἀεὶ βρύον ἰάματα, τοῖς μετὰ πίστει αὐτῷ προστρέχουσιν· οὐ εἰς ἀνακομιδήν ποτε, ὁ μαθητὴς αὐτοῦ, καὶ μιμητὴς κατὰ πάντα, πρόεδρος Παλαιῶν Πατρῶν Ἰωακείμ, καὶ πᾶν τὸ σύστημα τῶν ἀδελφῶν συνελθόντες, σεισμοῦ γενομένου, καὶ τοῦ ἄντρου διασχισθέντος, μηδαμῶς προσεγγίσαι τῇ σορῷ ἴσχυσαν, ἐπὶ τῷ παραδόξῳ ἐκπλαγέντες, οὗ ταῖς πανευπροσδέκτους δεήσεσι, ῥυσθείημεν τῆς ἐπιβουλῆς καὶ κακώσεως, τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, Κύριε.

Ταῖς αὐτοῦ πρεσβείας, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ᾨδὴ ζ´. Θεοῦ συγκατάβασιν.

Ὁ μέγας Λεόντιος, πρὸς εὐωχίαν πνευματικὴν συγκαλεῖ, τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς πόῤῥω· διὸ προθύμως ἀγαλλομένῃ ψυχῇ, ὡς πρὸς λειμῶνα προσδράμωμεν πάγκαρπον, τρυγῶντες καρποὺς ζωηροὺς ἐκ τῆς σοροῦ αὐτοῦ.

Σοφίᾳ καὶ χάριτι, κεκοσμημένος Λεόντιε, τοῦ Θεοῦ ἐφελκύσω πρὸς γνῶσιν, τῆς ἀληθείας τῶν ἐναντίον πολλούς, καὶ τούτους θῦμα Κυρίῳ προσήγαγες, καὶ σῳζομένους Θεῷ σὺν σοὶ παρέστησας.

Δοξάσας τοῖς πόνοις σου, Θεὸν Λεόντιε πάτερ ὅσιε, πολλαπλῶς ὑπ᾿ αὐτοὺς νῦν δοξάζει· ἡ γὰρ σορός σου πηγὴ θαυμάτων πέλει, ἀέναος σμήχουσα ἐκτρώματα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν.

Θεοτοκίον.

Ἰλύος με κάθαρον, τῆς τῶν παθῶν μου Θεογεννῆτορ λιταῖς, τοῦ κλεινοῦ Λεοντίου καὶ εὐσχημόνως, εἰς τὸ ἑξῆς με βιοῦν δίδου μοι χεῖρα, καὶ γὰρ πάντα δύνασαι, ὅσα καὶ βούλει, διὸ κἀγὼ προσφεύγω σοι.

ᾨδὴ η´. Ἑπταπλασίως κάμινος.

Ὥσπερ μαγνήτης εἵλκυσας, πρὸς αὐτὸν τοὺς ἀκούοντας, τῶν μελισταγῶν σου διδαχῶν Λεόντιε, καὶ τούτους προσήγαγες Θεῷ τερπνήν, οἴαπερ ὀδμήν, τῷ δημιουργῷ καὶ λυτρωτῇ ἐκβοῶντας· οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ῥάβδῳ εὐχῆς Λεόντιε, τῶν παθῶν ῥήξας θάλασσαν, καί γε πρὸς τὴν γῆν ἐπαγγελίας ἔφθασας. Θεῷ τρανῶς ὁμιλῶν, οὐκ ἐν ἐσόπτρῳ δὲ καὶ σκιαῖς, ἀλλ᾿ εἰλικρινῶς καὶ θεουργούμενος κράζεις· οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ἰχνηλατήσας κάλλιστα, τῶν Πατέρων Λεόντιε, βίους καὶ τὰς πράξεις, κατ᾿ οὐδὲν τὸ δεύτερον, τῆς τούτων ἀσκήσεως ἔσχες, μᾶλλον δέ, καὶ τοὺς πολλοὺς ὑπερέβης, ζῶν ἀγγελικῶς καὶ εὐχαρίστως κραυγάζων· οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Θεοτοκίον.

Ὁ τῷ Πατρὶ συνάναρχος, καὶ τῷ Πνεύματι σύνθρονος, ἐξ οὗ Θεομῆτορ, ὑπὲρ νοῦν σεσάρκωται, Θεὸς ὁ πρὶν ἄσαρκος, ὁ Λεοντίου ταῖς προσευχαῖς σῴζων, τοὺς αὐτῷ ἐκ τῶν βαθέων βοῶντας· οἱ παῖδες εὐλογεῖτε, ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

ᾨδὴ θ´. Ἐξέστη ἐπὶ τούτῳ.

Ἐφέσεως σου στάς, καὶ τῶν ὀρεκτῶν τὸ ἀκρότατον φθάσας, Λεόντιε, καὶ τοῦ Θεοῦ κληρονόμος μέν, νῦν δὲ τοῦ Χριστοῦ συγκληρονόμος γέγονας· ὅθεν σου δεόμεθα ἐκτενῶς, ὡς ἔχων παῤῥησίαν, μὴ παύσῃ ἱκετεύων, ὑπὲρ ἡμῶν τῶν εὐφημούντων σε.

Ὡς ἄγγελος βιώσας ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἀξίως τετύχηκας χάριτος, ἐν οὐρανοῖς, ἔνδοξε Λεόντιε, σὺν χοροῖς ἀγγέλων ἀγαλλόμενος, καὶ τῆς θεοπτίας κατατρυφῶν κλέος τῶν Δωριέων, καὶ πάσης οἰκουμένης τὸ σεμνολόγημα, καὶ καύχημα.

Νυττόμενος Λεόντιε πόθῳ σῷ, ὁ κλεινὸς μαθητής σου καὶ πρόεδρος, Ἰωακείμ, μονῶν εὐαγῶν τὸν σὸν νῦν ἡμᾶς ὑμνῆσαι βίον ἔπεισε, σὺ δ᾿ αὐτοῦ λιταῖς, καὶ τῶν μετ᾿ αὐτοῦ, τὸ θεῖον ἱλεοῦ μοι καὶ δὸς πταισμάτων λύτρα, κἀμοὶ καὶ πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσί σε.

Θεοτοκίον.

Ὑπέρκειται ἀγγέλων νοῦν καὶ βροτῶν, τὸ τοῦ τόκου θαῦμα Θεόνυμφε· Ὃν φρίττει γάρ, οὐρανῶν τὰ τάγματα καὶ ἡ γῆ, τοῦτον σαρκὶ ἐκύησας, μίξασα τὸ γένος ἡμῶν Θεῷ· Αὐτὸν σὺν Λεοντίῳ καὶ πᾶσι τοῖς ἁγίοις, δυσώπει σῶσαι τοὺς ὑμνοῦντάς σε.

Ἐξαποστειλάριον. Φῶς ἀναλλοίωτον.

Φῶς σου ταῖς τρίβοις ὁ νόμος, Θεοῦ καὶ λύχνος ποσί σου· διὸ καὶ φῶς φαίνων ὤφθης, Λεόντιε τὴν γῆν πᾶσαν, ζόφον παθῶν διαλύων, καὶ πρὸς τὰ κρείττω, καθοδηγῶν τὰς σὰς μάνδρας.

Θεοτοκίον.

Φαεινοτάταις λιταῖς σου, τὰ σκοτεινόμορφα νέφη, τῆς διανοίας μου Κόρη, φώτισον δέομαί σου, καὶ δεῖξόν με κληρονόμον, τῆς βασιλείας τοῦ σοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου.

Εἰς τοὺς Αἴνους, ἱστῶμεν στίχους δ´ καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Προσόμοια.

Ἦχος πλ. δ´. Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος.

Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος, κόσμου ἐκστὰς καὶ σαρκός, καὶ Θεῷ συγγινόμενος, στῦλος ὤφθης πύρινος καὶ νεφέλη σκιάζουσα, ὅρος καὶ στάθμη, κανὼν καὶ ἔρεισμα, τῶν μοναζόντων, καὶ στήλη ἔμψυχος, πάντας πρὸς ἄκλυστον, ὅρμον καὶ ἀκύμαντον καθοδηγῶν, τοῦ Θεοῦ Λεόντιος, ὁ μεγαλώνυμος. (δίς)

Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος, ὁ ἐξ ὀσφύος θνητῆς, τὸν ἀθάνατον ἤμβλυνε, καὶ ὁ ἀπὸ σώματος, τὸν ἀσώματον ᾔσχυνεν· ὁ γηγενής τε, τὸν γῆν καὶ θάλασσαν, ἐξυφανίζειν ἐκφριαττόμενον, οἷα οἰκτρότατον, στρουθίον ἀπέδειξε, καὶ τοῖς ποσί, τούτου τὸ ἀγέρωχον, πατεῖν ἠξίωται.

Ὢ τῶν ὑπὲρ νοῦν χαρίτων σου, νέαν στοὰν γὰρ τὴν σήν, ἀκεσώδυνον λάρνακα, ἐκτελεῖς ῥωννύουσαν, νωχελεῖς καὶ καθαίρουσαν, ἕλκη παντοῖα καὶ πολυχρόνια· ἦν καὶ κυλοῦντες πίστει βοῶμέν σοι· ὦ πάτερ πρόφθασον, καὶ ῥῦσαι Λεόντιε, πάσης ἡμᾶς βλάβης καὶ ἀξίωσον, τρυφῆς τῆς κρείττονος.

Δόξα. Ἦχος πλ. δ´. Τῶν τοῦ Θεοῦ δωρεῶν.

Τὸν εὐκλεῆ μυστηπόλον τοῦ Πνεύματος, καὶ ἀκριφνῆ θεηγόρον τῆς θείας χάριτος, πόθῳ ἀνυμνήσωμεν ᾠδαῖς, καὶ καταστρέψωμεν ἐγκωμίοις, Λεόντιον μονοτρόπων τὸ ἐγκαλλώπισμα· Πρεσβεύει γὰρ Χριστῷ τῷ Θεῷ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ἦχος ὁ αὐτός.

Δέσποινα, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Δοξολογία μεγάλη καὶ Ἀπόλυσις.

Δίδοται καὶ ἅγιον ἔλαιον, ἐκ τῆς κανδήλας τοῦ ἁγίου.


ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Τὰ Τυπικά, οἱ Μακαρισμοὶ καὶ ἐκ τοῦ Κανόνος τοῦ Ὁσίου ἡ γ´ καὶ ἡ στ´ ᾠδή.

Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγέλιον, Ὁσιακά,
(ζήτει τῇ Ε´ Δεκεμβρίου, τοῦ Ἁγίου Σάββα).

Ἀπόστολος. Πρὸς Γαλάτας (ε´ 22-26, στ´ 1-2).
(Ζήτει τῷ Σαββάτῳ τῆς ΚΖ´ ἑβδομάδος).

Προκείμενον. Ἦχος βαρύς. (Ψαλμὸς ριε´).

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.

Στίχ. Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;

Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα.

Ἀδελφοί, ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. Οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. Μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. Ἀδελφοί, ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος, σκοπῶν σεαυτόν, μὴ καὶ σὺ πειρασθῇς. Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε, καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ.

Ἀλληλούϊα (γ´). Ἦχος πλ. β´. (Ψαλμὸς ρια´).

Στίχ. Μακάριος ἀνήρ, ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα.

Ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος, τὸ κέρας αὐτοῦ ὑψωθήσεται ἐν δόξῃ.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον (ια´ 27-30).
(Ζήτει τῇ Ε´ Δεκεμβρίου, εἰς τὴν Λειτουργίαν).

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.

Κοινωνικόν.

Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος. Ἀλληλούϊα.

Μεγαλυνάριον.

Τὸν τῶν Δωριέων κλεινὸν βλαστόν, καὶ τῆς Ἀχαΐας πάσης στῦλον τὸν φωταυγῆ, τὸν τῶν οὐρανίων νοῶν συνθιασώτην, Λεόντιον ἐν ὕμνοις πιστοὶ ὑμνήσωμεν.


ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ
ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ
ΛΕΟΝΤΙΟΝ
ΤΟΝ ΕΝ ΑΧΑΪᾼ

Ποίημα Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου

Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως, τὸ Κύριε, εἰσάκουσον, μεθ᾿ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος, ὡς συνήθως, καὶ τὸ ἑξῆς·

Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῆς ἐγκρατείας διαλάμψας τῇ αἴγλῃ, τοῦ Παρακλήτου ἀνεδείχθης δοχεῖον, καὶ τῶν Ἀγγέλων σύσκηνος Λεόντιε, μεθ᾿ ὧν καθικέτευε, πάσης ῥύεσθαι βλάβης, καὶ παθῶν καὶ θλίψεων, τοὺς τιμῶντάς σε Πάτερ, καὶ τῶν πταισμάτων αἴτει ἱλασμόν, τοῖς προσιοῦσι, πιστῶς τῇ πρεσβείᾳ σου.

Δόξα. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον. Ὅμοιον.

Οὐ σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι. Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν´ Ψαλμός.

Ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Σὴν Λεόντιε δίδου μοι χάριν. Γερασίμου.

ᾨδὴ α´. Ἦχος πλ. δ´. Ὑγρὰν διοδεύσας.

Συνὼν Ἀσωμάτων θείοις χοροῖς, Λεόντιε Πάτερ, καθικέτευε ἐκτενῶς, τὸν πάντων Θεὸν καὶ βασιλέα, ἡμῖν διδόναι πταισμάτων συγχώρησιν.

Ἡλίου ἀκτῖσι τοῦ νοητοῦ, Λεόντιε Πάτερ, λαμπρυνόμενος νοητῶς, φωτὶ τῶν ἁγίων πρεσβειῶν σου, τὸν σκοτασμὸν τῶν παθῶν μου διάλυσον.

Νοσοῦσι καὶ πάσχουσι χαλεπῶς, τὴν ἴασιν δίδου, ταῖς πρεσβείαις σου πρὸς Χριστόν, καὶ πάσης σκανδάλων ἐπηρείας, τοὺς προσιόντας σοι Πάτερ ἀπάλλαξον.

Θεοτοκίον.

Λυχνία ὑπάρχεις χρυσοειδής, φέρουσα ἐν κόλποις, τὸ ἀπαύγασμα τοῦ Πατρός, Παρθένε Χριστὸν ἀνερμηνεύτως, σάρκα λαβόντα ἐκ σοῦ ὑπὲρ ἔννοιαν.

ᾨδὴ γ´. Οὐρανίας ἁψῖδος.

Ἐν ἀσκήσει ὁσίᾳ, περιφανῶς ἔλαμψας, ὅθεν καὶ τῆς δόξης Κυρίου, Πάτερ ἠξίωσαι, διὸ βοῶμέν σοι τῆς τῶν παθῶν ἀδοξίας, λύτρωσαι Λεόντιε, τοὺς σὲ γεραίροντας.

Οἱ προστρέχοντες Πάτερ, μετὰ σπουδῆς πάντοτε, τῇ σῇ θαυμαστῇ προστασίᾳ, πάσης στενώσεως, λύσιν λαμβάνουσι, καὶ εὐφροσύνης πληροῦνται, Ὅσιε Λεόντιε, ἀνευφημοῦντες σε.

Νοσημάτων καὶ πόνων, καὶ συμφορῶν λυτρώσαι, τοὺς εἰλικρινῶς προσιόντας, τῇ ἀντιλήψει σου, Πάτερ Λεόντιε, σὲ γὰρ προστάτην πλουτοῦντες, παρὰ σοῦ λαμβάνομεν, θᾶττον πᾶν αἴτημα.

Θεοτοκίον.

Τὸν Θεὸν τῶν ἁπάντων, σωματικῶς τέξασα, τὰς τοῦ σώματός μου ὀδύνας, Παρθένε κούφισον, καὶ τῆς καρδίας μου, τὸ ἄλγος ἴασαι Κόρη, μετανοίας φέγγει με, καταλαμπρύνουσα.

Διάσωσον ταῖς σαῖς πρεσβείαις Λεόντιε θεοφόρε, ἀπὸ πάσης ἐπιφορᾶς καὶ κακώσεως, τοὺς προσιόντας, τῇ θείᾳ σου προστασίᾳ.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.

Ἦχος β´. Πρεσβεία θερμή.

Ἀσκήσει στεῤῥᾷ, τὴν χάριν τὴν τοῦ Πνεύματος, λαβὼν μυστικῶς Λεόντιε μακάριε, παρέχεις τοῖς τιμῶσί σε, ταῖς πρεσβείαις σου χάριν καὶ ἔλεος, καὶ ἐκδιώκεις ἀεὶ ἐξ ἡμῶν, πικρᾶς ἀθυμίας τὴν σκοτόμαιναν.

ᾨδὴ δ´. Σύ μου ἡ ἰσχὺς Κύριε.

Ἱλασμὸν ἡμῖν αἴτησαι, παρὰ τοῦ Σωτῆρος πάτερ Λεόντιε, καὶ πταισμάτων ἀπολύτρωσιν, ὡς ἡμῶν μεσίτης πρὸς τὸν Κύριον.

Ἐν ταῖς σαῖς ἀντιλήψεσιν, ἡ παροῦσα πόλις χαίρει Λεόντιε, ἧ ἐξαίτει θεῖον ἔλεος, καὶ εἰρήνην Πάτερ ἀστασίαστον.

Δεδεγμένος Λεόντιε, χάριν θεραπεύειν ψυχῆς καὶ σώματος, τὰ νοσήματα ἑκάστοτε, ἴασαι κἀμὲ τῆς νῦν στενώσεως.

Θεοτοκίον.

Ἰησοῦν τὸν Φιλάνθρωπον, ὅν ἀφράστως τέτοκας ἐξ αἱμάτων σου, καθικέτευε Πανάχραντε, δοῦναι μου πταισμάτων τὴν συγχώρησιν.

ᾨδὴ ε´. Φώτισον ἡμᾶς.

Δύναμιν ἡμῖν, καὶ ἰσχὺν Πάτερ χορήγησον, κατὰ πάσης τοῦ ἐχθροῦ ἐπιβουλῆς, ὡς ἂν τούτου κατισχύσωμεν Λεόντιε.

Ὄμβρησον ἡμῖν ταῖς πρεσβείαις σου Λεόντιε, οἰκτιρμῶν τῶν θεϊκῶν τὸν γλυκασμόν, κατακλύζοντα παθῶν πικρίαν ἅπασαν.

Ὕψωσον ἡμῶν, τὴν διάνοιαν Λεόντιε, πρὸς ἀγάπην τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἂν τούτου ἐκπληρώσωμεν τὸ θέλημα.

Θεοτοκίον.

Μήτερ τοῦ Θεοῦ, Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τῆς ψυχῆς μου τὴν ἀθλίαν συντριβήν, τῷ ἀπείρῳ σου ἐλέει ἐπανόρθωσον.

ᾨδὴ στ´. Τὴν δέησιν, ἐκχεῶ.

Ὁσίως εὐαρεστήσας Κυρίῳ, ἰσαγγέλῳ σου Λεόντιε βίῳ, ἀγγελικῆς ἐυκληρίας μετέσχες, καὶ θεϊκῶν χαρισμάτων ἠξίωσαι ἔνθεν προστάτης ἐκ Θεοῦ, ἡμῖν δέδοσαι Πάτερ θερμότατος.

Ἰάσεις, ὁ σὸς ναὸς ἀναβλύζει, μυστικῇ ἐπισκιάσει σου Πάτερ, ὅνπερ ὡς ἄκλυστον ὅρμον πλουτοῦντες, τρικυμιῶν τῶν τοῦ βίου λυτρούμεθα, Λεόντιε τὴν πρὸς ἡμᾶς, ἀνυμνοῦντες θερμήν σου ἀντίληψιν.

Χειμάζει με, τῶν παθῶν δεινὸς κλύδων, καὶ βυθῷ τῆς ἀπωλείας καθέλκει, ἀλλὰ τῇ σῇ πεποιθὼς προστασίᾳ, ἀπὸ ψυχῆς ἐκβοῶ σοι Λεόντιε. Ἀνάγαγέ με πρὸς ζωῆς, ἐναρέτου ἁγίαν κατάστασιν.

Θεοτοκίον.

Ἁγίων ἁγιωτέρα ὑπάρχεις, ἀσυγκρίτως Παναγία Παρθένε, ὡς τὸν πανάγιον Λόγον τεκοῦσα, ἁγιασμὸν τοῖς ἀνθρώποις πηγάζοντα, διὸ ἁγίασον κἀμέ, τὸν οἰκτρόν σου ἱκέτην καὶ σῶσόν με.

Διάσωσον ταῖς σαῖς πρεσβείαις, Λεόντιε θεοφόρε, ἀπὸ πάσης ἐπιφορᾶς καὶ κακώσεως, τοὺς προσιόντας τῇ θείᾳ σου προστασίᾳ.

Ἄχραντε ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.

Ἦχος β´. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.

Τὸν σὸν ἰσάγγελον βίον Λεόντιε, ὁ ἀθλοθέτης Χριστὸς προσδεξάμενος, σὲ ἀντιλήπτορα δέδωκε μέγιστον, καὶ ἀρωγὸν ἡμῖν ἅμα καὶ ἔφορον ἡμῶν γὰρ ὑπάρχεις τὸ στήριγμα.

Προκείμενον.

Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ.

Στίχ. Μακάριος ἀνήρ, ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην (ιε´ 17-27, ιστ´ 1-2).

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε, ὅτι ἐμὲ πρῶτος ὑμῶν μεμίσηκεν. Εἰ ἐκ σοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. Μνημονεύετε τοῦ λόγου, οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν. Οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. Ὁ ἐμὲ μισῶν, καὶ τὸν Πατέρα μου μισεῖ. Εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς, ἅ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι, καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν Πατέρα μου. Ἀλλ᾿ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν. Ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὅν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκείνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ. Καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς μετ᾿ ἐμοῦ ἐστε. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. Ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα, ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

Δόξα.

Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.

Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Καὶ τὸ παρὸν Προσόμοιον.

Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Βίον τὸν ἰσάγγελον, μετὰ σαρκὸς διανύσας, τῆς Ἀγγέλων στάσεως, Ὅσιε Λεόντιε κατηξίωσαι μεθ᾿ ὧν νῦν πρέσβευε, τῷ Δεσπότῃ πάντων, πάσης βλάβης καὶ κακώσεως, λυτροῦσθαι ἅπαντας, τοὺς εἰλικρινῶς σε γεραίροντας, καὶ νοσημάτων ἴασιν, καὶ πλημμελημάτων συγχώρησιν, αἴτει θεοφόρε, καὶ λύτρωσιν παθῶν φθοροποιῶν, τοῖς τῷ ναῷ σου προστρέχουσι, καὶ σὲ μακαρίζουσι.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου...

Εἶτα, ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾠδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.

Ῥῦσαι πάσης ἀνάγκης, καὶ δεινῆς δυσπραξίας Πάτερ Λεόντιε, τοὺς πίστει σε τιμῶντας, καὶ πάσῃ κατανύξει, ἐκβοῶντας ἑκάστοτε· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Πατὴρ γενοῦ πᾶσι, τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων τοῖς καταφεύγουσι, Λεόντιε παμμάκαρ, τῇ σῇ ἐπιστασίᾳ, καὶ θερμῶς ἀνακράζουσιν· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Ναῷ θείῳ σου Πάτερ, οἱ πιστοὶ προσιόντες ἀπεκδεχόμεθα, τῶν θείων πρεσβειῶν σου, τὰς σωστικὰς δυνάμεις, ἐκβοῶντες Λεόντιε· Ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Θεοτοκίον.

Γενοῦ πᾶσι Παρθένε, καταφύγιον θεῖον ἡμᾶς ἐξαίρουσα, κινδύνων πολυτρόπων, καὶ πάσης ἀθυμίας, τοὺς βοῶντας καὶ λέγοντας· Χαῖρε ἡ Μήτηρ Θεοῦ, τοῦ κόσμου σωτηρία.

ᾨδὴ η´. Τὸν Βασιλέα.

Ἐν τῷ σπηλαίῳ, ἐν ᾧ στεῤῥῶς ἠγωνίσω, πίστει σπεύδοντες Λεόντιε ἀντλοῦμεν, ἐκ τῶν σῶν ἱδρώτων, ὀσμὴν ἀθανασίας.

Ῥάβδῳ θεόφρον, τῶν ἱερῶν πρεσβειῶν σου, ἡμᾶς ἴθυνον πρὸς τρίβον σωτηρίας, τοὺς ὑπερυψοῦντας, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ἀγαλλιᾶται, ἡ Ἀχαΐα πλουτοῦσα, πρὸς τὸν Κύριον μεσίτην σε καὶ πρέσβυν, καὶ πιστῶς προστρέχει, Πάτερ τῇ σῇ πρεσβείᾳ.

Θεοτοκίον.

Σκέπασον Κόρη, ἐν τῶν βελῶν τοῦ Βελίαρ, τοὺς προσπίπτοντας τοῖς θείοις οἰκτιρμοῖς σου, καὶ παράσχου πᾶσι, γαλήνην καὶ εἰρήνην.

ᾨδὴ θ´. Κυρίως Θεοτόκον.

Ἱλέῳ ὅμματί σου, βλέψον θεοφόρε, ἡμῖν καὶ πλήρου ἡμῶν τὰ αἰτήματα, ἵνα Χριστῷ τῷ Σωτῆρι εὐαρεστήσωμεν.

Μονήν σου τὴν ἁγίαν, καὶ τὴν πόλιν ταύτην, σκέπε καὶ ῥύου δεινῶν περιστάσεων, ὡς ἀρωγὸς ἡμῶν μέγας Πάτερ Λεόντιε.

Ὁδοὺς πρὸς τὰς εὐθείας, Πάτερ καθοδήγει, τῶν τοῦ Χριστοῦ προσταγμάτων Λεόντιε, τοὺς εὐλαβῶς εὐφημοῦντας τὴν πολιτείαν σου.

Θεοτοκίον.

Ὑπέραγνε Μαρία, Μῆτερ τοῦ Ὑψίστου, τὴν ἄναγνόν μου καρδίαν ἐκκάθαρον, καὶ βασιλείας τῆς ἄνω μέτοχον δεῖξόν με.

Ἄξιόν ἐστι... καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια·

Τῆς Μονεμβασίας θεῖος βλαστός, καὶ τῆς Ἀχαΐας, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν, ἀληθῶς ἐδείχθης, ὡς ἄγγελος βιώσας, Λεόντιε Ἀγγέλων, ὁ ἰσοστάσιος.

Κόσμου ἀπωσάμενος τὰ τερπνά, τὸν ζυγὸν ὑπῆλθες, τοῦ Σωτῆρος τὸν ἐλαφρόν, καὶ πολλοῖς ἀγῶσι, σαὐτὸν ἀποκαθάρας, ἐπλήσθης χαρισμάτων, θείων Λεόντιε.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός, καὶ τῆς ἰσαγγέλου, πολιτείας στήλη λαμπρά, χαίροις μοναζόντων, ὑπόδειγμα καὶ τύπος, Λεόντιε θεόφρον, Πνεύματος σκήνωμα.

Ῥύου τῆς μανίας τοῦ πονηροῦ, τοῦ ἀεὶ ὁρμῶντος, ὥσπερ λέοντος καθ᾿ ἡμῶν, Λεόντιε Πάτερ, ἡμᾶς τοὺς σοὺς οἱκέτας, καὶ δίδου ἡμῖν πᾶσι, δύναμιν ἄνωθεν.

Ἤνυσας ὁσίως τὴν σὴν ζωήν, καὶ τοῖς τῶν Ὁσίων, ἠριθμήθης θείοις χοροῖς, μεθ᾿ ὧν ἐκδυσώπει, Λεόντιε ἀπαύστως, διδόναι ἡμῖν πᾶσι, πταισμάτων ἄφεσιν.

Χαίρων τὴν αἰώνιον χαρμονήν, Λεόντιε Πάτερ, ἐν νυμφῶνι τῷ τῆς ζωῆς, πάσης ἀθυμίας, ἀτρώτους ἡμᾶς τήρει, καὶ αἴτει ἡμῖν πᾶσι, χάριν καὶ ἔλεος.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ ἅγιοι πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ἀσκήσει λαμπρυνθείς, ὡς χρυσὸς ἐν χωνείᾳ, λαμπρύνεις μοναστῶν, τοὺς χοροὺς ἑπομένως, τοῖς θείοις σου διδάγμασι, θεοφόρε Λεόντιε· ὅθεν σήμερον, τὴν φωτοφόρον σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ὑπὲρ ἡμῶν σε πρεσβεύειν, αἰτοῦμεν πρὸς Κύριον.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ᾿ ἣν ψάλλομεν τὸ ἑξῆς·

Ἦχος β´. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Δόξης ἀπολαύων θεϊκῆς, καὶ ἐν κοινωνίᾳ ἀῤῥήτῳ, Πάτερ θεούμενος, πρέσβευε δεόμεθα, τῷ Πανοικτίρμονι, θεοφόρε Λεόντιε, ἡμᾶς ἐκλυτροῦσθαι, πάσης περιστάσεως, καὶ συνοχῆς χαλεπῆς, αἴτει δὲ πταισμάτων τὴν λύσιν, καὶ ἀπαλλαγὴν πάσης βλάβης, τοῖς πιστῶς προσιοῦσι τῇ σκέπῃ σου.

Δέσποινα, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου, εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δίστιχον.

Λεόντιε ῥῦσαί με παθῶν ποικίλων
Γεράσιμον σπεύδοντα τῇ ἀρωγῇ σου.


ΜΑΚΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΝ
ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ
ΛΕΟΝΤΙΟΝ
ΤΟΝ ΕΝ ΑΧΑΪᾼ

Ἦχος γ´. Αἱ γενεαὶ πᾶσαι.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, τιμήσωμεν συμφώνως, Λεόντιον τὸν θεῖον.

Αἱ γενεαὶ πᾶσαι, Λεόντιε αἰνοῦσι, τὰς θείας ἀρετάς σου.

Κατ᾿ ἀλφάβητον.

Ἄγγελος ἐν βίῳ, Λεόντιε ὡράθης, ἀσκήσεως ἀγῶσι.

Βλέμμα τῆς ψυχῆς σου, Κυρίῳ ἀνατείνας, φωτὸς θείου ἐπλήσθης.

Γένους φθειρομένου, Λεόντιε μακρύνας, Κυρίῳ ᾠκειώθης.

Δόξης οὐρανίου, Λεόντιε ἐπλήσθης, καθάρας τὴν καρδίαν.

Ἔλαμψας ἐν κόσμῳ, ἀσκήσεως ἀγῶσιν, ὡς ἄστρον θεοφόρε.

Ζέων τῇ ἀγάπῃ, Λεόντιε τῇ θείᾳ, παθῶν ἀκάνθας φλέγεις.

Ἤρθης ἀπαθείας, Λεόντιε πρὸς ὕψος, τῶν κάτω ἀλογήσας.

Θαύμασι θεόθεν, ἀξίως ἐδοξάσθης, Λεόντιε παμμάκαρ.

Ἴθυνας Κυρίῳ, ψυχῆς σου τὰς δυνάμεις, ἀμέμπτῳ πολιτείᾳ.

Κλέος Ἀχαΐας, Λεόντιε ἐδείχθης, ὡς τοῦ Κυρίου μύστης.

Λάμψας τῇ ἀσκήσει, Λεόντιε λαμπρύνεις, τῶν Μοναστῶν τὰ στίφη.

Μάνδραν σου τὴν θείαν, Λεόντιε εὐλόγει, τιμῶσίν σου τὴν μνήμην.

Νᾶμα θεῖον βλῦσον, Θεοῦ τῆς εὐσπλαγχνίας, τοῖς σὲ τιμῶσι Πάτερ.

Ξένος τῶν ἐν κόσμῳ, Λεόντιε ἐγίνου, τῇ σῇ στεῤῥᾷ ἀσκήσει.

Ὄμβροις οὐρανίοις, ἐπάρδευσόν με Πάτερ, πρὸς θείας εὐκαρπίαν.

Πόλις τοῦ Αἰγίου, χαίρει κτησαμένη, ναόν σου θεῖον Πάτερ.

Ῥῶσιν καὶ ὑγείαν, Λεόντιε χορήγει, τοῖς πόθῳ σε τιμῶσι.

Σύσκηνος τυγχάνων, Λεόντιε Ἀγγέλοις, ἡμῶν τοὺς ὕμνους δέχου.

Ταύτην σου τὴν πόλιν, Λεόντιε συντήρει, ἐκ πάσης δυσπραγίας.

Ὕψωσον τὸν νοῦν μου, ἐκ τῶν γηίνων Πάτερ, πρὸς τὴν Χριστοῦ ἀγάπην.

Φλέξον θεοφόρε, τὴν καθ᾿ ἡμῶν μανίαν, ἐχθροῦ τοῦ ἀοράτου.

Χαίρει ἡ Μονή σου, καὶ πόλις τοῦ Αἰγίου, Πάτερ τῇ χάριτί σου.

Ψῦξον τῶν παθῶν μου, τὰς διεκχύσεις Πάτερ, τῇ σῇ ἐπιστασίᾳ.

Ὡς Χριστοῦ θεράπων, Λεόντιε δυσώπει, ὑπὲρ ἡμῶν ἀπαύστως.

Δόξα. Τριαδικόν.

Τριὰς Ὑπεραγία, λιταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου, οἰκτείρησον τὸν κόσμον.

Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Ὑπερευλογημένη, Παρθένε Θεοτόκε, σκέπε τοὺς σοὺς ἱκέτας.


ΕΚΔΟΣΕΙΣ

ΥΜΝΟΛΟΓΙΟΝ
ΕΝ ῼ Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ
ΛΕΟΝΤΙΟΥ

Ἐκδόσεις

1. Ὑμνολόγιον ἐν ᾧ ἡ ἀκολουθία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Λεοντίου, καὶ οἱ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ οἶκοι περιέχονται. Καὶ ἐν τῷ προοιμίῳ ἥ τε ἡμέρα, ἐν ᾗ ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου τελεῖται, καὶ ἡ τάξις ὅπως τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ὁσίου ψάλλουσι καταλεπτῶς περιγράφεται.
Χάριν τῶν φιλακολούθων χριστιανῶν τύποις ἐξεδόθη. Ἐν Λειψίᾳ τῆς Σαξωνίας 1764. Παρὰ τῷ Βερνὰρδ Χριστὸπφ Βρέϊτκοπ Καὶ υἱῷ.
Σελίδες 24.

2. Ὑμνολόγιον ἐν ᾧ ἡ ἀκολουθία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Λεοντίου, καὶ οἱ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ οἶκοι περιέχονται. Καὶ ἐν τῷ προοιμίῳ ἥ τε ἡμέρα, ἐν ᾗ ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου τελεῖται, καὶ ἡ τάξις ὅπως τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ὁσίου ψάλλουσι καταλεπτῶς περιγράφεται.
Ἔκδοσις δευτέρα χάριν τῶν φιλακολούθων χριστιανῶν. Ἐν Ἀθήναις, ἐκ τῆς τυπογραφίας τῶν ἀδελφῶν Ἀ. καὶ Ν. Ἀγγελίδου, 1835.
Σελίδες 24.

3. Ὑμνολόγιον ἐν ᾧ ἡ ἀκολουθία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Λεοντίου, καὶ οἱ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ οἶκοι περιέχονται. Καὶ ἐν τῷ προοιμίῳ ἥ τε ἡμέρα, ἐν ᾗ ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου τελεῖται, καὶ ἡ τάξις ὅπως τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ὁσίου ψάλλουσι καταλεπτῶς περιγράφεται.
Ἔκδοσις τρίτη δαπάνῃ τοῦ πανοσιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου Παμφίλου Ἀ. Παπαδοπούλου, ἡγουμένου τῆς μονῆς Ταξιαρχῶν.
Ἐν Αἰγίῳ, ἐκ τοῦ τυπογραφείου Χρ. Σπηλιοπούλου, 1906.
Σελίδες 43.

4. Ὑμνολόγιον ἐν ᾧ ἡ ἀκολουθία τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Λεοντίου, καὶ οἱ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ οἶκοι περιέχονται. Καὶ ἐν τῷ προοιμίῳ ἥ τε ἡμέρα, ἐν ᾗ ἡ μνήμη τοῦ ὁσίου τελεῖται, καὶ ἡ τάξις ὅπως τὴν ἀκολουθίαν τοῦ ὁσίου ψάλλουσι καταλεπτῶς περιγράφεται.
Ἔκδοσις τετάρτη. Ἐπιμέλεια τοῦ πανοσιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου Θεοκλήτου Παπαζαφείρη (Γιαταγάνα), ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ταξιαρχῶν καὶ τῶν Συμβούλων Γερβασίου Ἀναγνωστοπούλου Ἱεροδιακόνου, Χρυσοστόμου Θανοπούλου Μοναχοῦ.
Ἐν Αἰγίῳ, Τύποις Κουτσουμπῆ, Ὀκτώβριος 1967.
Σελίδες 28.

RÉSUMÉ

Saint Léontios de Monemvasie

Sous ce titre sont publiés (pp. 61-107) a) La vie du Saint Léontios par le moin Nicéphore de Chios, b) L'éloge du Saint par G. Gémistos, c) L'Hymnologie du Saint. Sont aussi publiées les études de Sp. Lam-bros, J. Voyatzidis, L. Politis, Hélène Aghélomati-Tsougaraki sur la vie du Saint Léontios.