diax
Agioi1

Ἅγιος Ταράσιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (25 Φεβρουαρίου)

15 Ἅγιος Ταράσιος γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καί ἐκπαιδεύθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί εὐγενεῖς, τόν Γεώργιο, κριτή καί πατρίκιο καί τήν Εὐκρατία. Λόγω τῆς μεγάλης του μορφώσεως ἀνυψώθηκε στό ἀξίωμα τοῦ πρωτασηκρίτου.
Οἱ ἐκκλησιαστικές περιστάσεις τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ἀρκετά σοβαρές. Ὑπῆρχε ἀκόμα ὁ πόλεμος τῶν εἰκονομάχων, ἡ δέ θέση τῶν Ὀρθοδόξων ἔγινε ἀκόμη πιό δύσκολη διά τοῦ θανάτου τοῦ Πατριάρχου Παύλου Δ’ τοῦ Κυπρίου (780 – 781 μ.Χ.). Ἡ βασίλισσα Εἰρήνη ἡ Ἀθηναία, ἡ ὁποία ἐπιτρόπευε τόν ἀνήλικο υἱό της Κωνσταντῖνο ΣΤ’ (780 – 798 μ.Χ.), κατανόησε, ὅτι χρειαζόταν ἐκκλησιαστικός ἡγέτης μέ εὐσέβεια, θεολογική κατάρτιση καί διοικητική ἱκανότητα, γιά νά μπορέσει νά ἀνταποκριθεῖ στίς περιστάσεις καί τά προβλήματα. Ἔτσι ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινου-πόλεως ἀπό τούς λαϊκούς ὁ Ἅγιος Ταράσιος παρά τίς ἐπίμονες ἀρνήσεις του, ἀφοῦ ἔλαβε ὑπόσχεση ἀπό τούς βασιλεῖς, ὅτι θά συγκληθεῖ Οἰκουμενική Σύνοδος πού θά ἀντιμετωπίσει τά διάφορα θεολογικά ζητήματα καί τά ἐκκλησιαστικά θέματα. Ἡ χειροτονία τοῦ νέου Πατριάρχου ἔγινε στίς 25 Δεκεμβρίου 784 μ.Χ.

Κατά τήν διάρκεια τῆς πατριαρχίας του ὁ Ἅγιος μερίμνησε γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μέ τήν Δυτική Ἐκκλησία ἐπί Πάπα Ἀδριανοῦ Α’ (771 – 795 μ.Χ.) καί τήν σύγκλιση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό ἔτος 787 μ.Χ., στή Νίκαια, ἡ ὁποία καταδίκασε τούς εἰκονομάχους καί ἀκύρωσε τήν εἰκονομαχική Σύνοδο τοῦ ἔτους 754 μ.Χ. θέτοντας ὡς βάση τοῦ δογματικοῦ καθορισμοῦ τά σχετικά συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ († 4 Δεκμβρίου). Ἡ ὄγδοη συνεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη, στά ἀνάκτορα, ὅπου οἱ βασιλεῖς Εἰρήνη καί Κωνσταντῖνος ὑπέγραψαν τούς Ὅρους τῆς Συνόδου.
Στήν εὐσέβεια καί τό ἐκκλησιαστικό ἦθος τοῦ Ἁγίου ὀφείλεται καί ἡ μέριμνα πού ἔλαβε ἡ Ἐκκλησία κατά τῆς σιμωνίας, τοῦ χρηματισμοῦ δηλαδή γιά τήν ἀπόκτηση ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων καί ἰδιαίτερα τῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων. Παράλληλα ὁ Ἅγιος ἀνέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική καί κοινωνική δράση καί διακρίθηκε γιά τήν ἐλεημοσύνη του πρός τούς πτωχούς.
Ἡ ἀγάπη του πρός τόν μοναχισμό ἐκφράστηκε καί μέ τήν ἵδρυση Μονῆς στό στενό τοῦ Βοσπόρου, στήν ὁποία καί ἐνταφιάσθηκε μετά τήν ὁσιακή κοίμησή του τήν Τετάρτη τῆς Α’ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, τό ἔτος 806 μ.Χ. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ Α’ ὁ Ραγκαβές (811 – 813 μ.Χ.) τόν Μάρτιο τοῦ ἔτους 813 μ.Χ. ἐνέδυσε τόν τάφο τοῦ Ἁγίου μέ ἄργυρο, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι καί αὐτός καί ἡ βασίλισσα Προκοπία τόν σεβασμό τους πρός τήν μνήμη τοῦ Ἁγίου.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ταρασίου ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Βίου ὀρθότητι, καλλωπιζόμενος, φωστήρ ὑπέρλαμπρος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καί τήν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, Συνόδῳ ἐν τῇ Ἑβδόμῃ, προσκυνεῖν ἐκήρυξας, ὀρθοδόξως μακάριε, στῦλος καί ἑδραίωμα, Ἐκκλησίας γενόμενος· διό τούς σούς ἀγῶνας γεραίρει, Πάτερ Ἱεράρχα Ταράσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὀρθοδόξοις δόγμασι, τήν Ἐκκλησίαν φαιδρύνας, καί Χριστοῦ μακάριε, τήν σεβασμίαν Εἰκόνα, σέβεσθαι, καί προσκυνεῖσθαι πᾶσι διδάξας, ἤλεγξας, Εἰκονομάχων ἄθεον δόγμα· διά τοῦτό σοι βοῶμεν· χαίροις ὦ Πάτερ σοφέ Ταράσιε.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὤσπερ μέγας ἥλιος, ταῖς τῶν δογμάτων, καί θαῦμα, τῶν λάμψεσι, φωταγωγεῖς διαπαντός, τῆς οἰκουμένης τό πλήρωμα, οὐρανομύστα, παμμάκαρ Ταράσιε.

Μεγαλυνάριον.
Τύπων καλῶν ἔργων δι’ ἀρετῆς, ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, παραστήσας Πάτερ σαυτόν, τοῦ Χριστοῦ τόν τύπον, ἐν ἱεραῖς Εἰκόσιν, ἐδίδαξας τιμᾶσθαι, ὀρθῶς Ταράσιε.

Ἅγιος Ρηγίνος ὁ Ἱερομάρτυρας (25 Φεβρουαρίου)

15 Ἅγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στή Λεβάδεια τῆς Βοιωτίας στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνα μ.Χ. ἀπό εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τόν βοήθησαν νά λάβει τή θύραθεν παιδεία ἀλλά καί τήν ὀρθόδοξη ἀγωγή. Ἡ ἀγάπη του γιά τόν Κύριο καί ἡ πνευματική του πρόοδος τόν μεταμόρφωσαν σέ σκεῦος ἐκλογῆς καί σέ ναό τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ὁ Ἅγιος ἔζησε τήν ἐποχή πού βασίλευσαν οἱ δύο υἱοί τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ μέν Κωνστάντιος στήν Κωνσταντινούπολη (Ἀνατολή), ὁ δέ Κώνστας στή Ρώμη (Δύση). Καί οἱ δύο διάδοχοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶχαν ἀνατραφεῖ μέ τίς ἀρχές τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλά ὁ μέν Κωνστάντιος εἶχε συνειδητά ἀποδεχθεῖ τόν Ἀρειανισμό, ὁ δέ Κώνστας παρέμεινε πιστός στίς δογματικές ἀποφάσεις τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καί οἱ δύο εἶχαν ὡς κοινά χαρακτηριστικά τῆς θρησκευτικῆς τους πολιτικῆς, ἀφ’ ἑνός μέν τήν καταπολέμηση τῆς ἐθνικῆς θρησκείας, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν ὑπεράσπιση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἐκκλησιαστική τους πολιτική εἶχε ὡς συνέπεια ὄχι μόνο τή συντήρηση, ἀλλά καί τήν διεύρυνση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διασπάσεως μεταξύ τῶν ὀπαδῶν καί τῶν ἀντιπάλων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ συνεχεῖς παρεμβάσεις, αὐθαίρετες ἢ μή, στά ἐκκλησιαστικά πράγματα ὑπῆρξαν πηγή ἐντάσεως στίς ἀρειανικές ἔριδες τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ.

Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀπεστάλη στή νῆσο Σκόπελο ἀπό τόν θεῖο του Ἀχίλλειο († 15 Μαΐου, πολιοῦχος τῆς πόλεως Λάρισας), γιά νά ἐνισχύσει τούς ἐξόριστους πού βρίσκονταν ἐκεῖ καί νά τούς στερεώσει στήν ὀρθόδοξη πίστη.
Σύμφωνα μέ κάποιες πληροφορίες τοῦ Συναξαριστή τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλείου, ὁ Ἅγιος Ρηγίνος παρακολούθησε τίς ἐργασίες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τό ἔτος 325 μ.Χ. μαζί μέ τόν Ἅγιο Ἀχίλλειο. Ὅμως, μολονότι καταδικάσθηκε ὁμόφωνα ἀπό τούς θεοφόρους Πατέρες ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, οἱ ὀπαδοί τοῦ Ἀρείου δέν ἐξέλιπαν καί συνέχισαν νά διαδίδουν τίς αἱρετικές δοξασίες τους. Ἐπικράτησε ἐκ νέου μεγάλη ἀναταραχή στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, κρίση καί κατά συνέπεια χωρισμός σέ δυό παρατάξεις, κάτι πού ἀνησύχησε ἰδιαίτερα τούς δύο αὐτοκράτορες Κωνστάντιο καί Κώνστα. Τελικά οἱ δύο αὐτοκράτορες συμφώνησαν νά συγκληθεῖ στή Σαρδική (Σόφια). Πράγματι, ἡ Σύνοδος συγκλήθηκε στή Σαρδική, τό ἔτος 343 μ.Χ. Στή Σύνοδο ἔλαβε μέρος καί ὁ Ἅγιος Ρηγίνος, ὁ ὁποῖος ἐξόντωσε ὅλες τίς αἱρέσεις μέ τό λόγο του καί τήν τόλμη τῆς γνώμης του.
Μετά τή λήξη τῆς Συνόδου ὁ Ἅγιος Ρηγίνος ἐπέστρεψε στή Σκόπελο. Ἀλλά καί πάλι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ κλυδωνίσθηκε καί ταράχθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἰουλιανό τόν Παραβάτη (361 – 363 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος θέλησε νά ἐπαναφέρει τή θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.
Στή διάρκεια τῶν διωγμῶν πού διέταξε ὁ βασιλέας, ἔφθασε στή Σκόπελο ὁ ἔπαρχος τῆς Ἑλλάδας καί τῶν Σποράδων. Ἀμέσως κάλεσε τόν ποιμενάρχη τῆς Σκοπέλου καί τοῦ ὑπέδειξε νά ἀλλάξει πίστη καί νά ἀσπασθεῖ τήν εἰδωλολατρία. Ὅμως ὁ Ἅγιος περιφρόνησε τήν ὑπόδειξή του καί ἐνέμεινε μέ πνευματική ἀνδρεία καί σταθερότητα στήν πατρῴα εὐσέβεια. Στίς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 362 μ.Χ. ὁδηγήθηκε γιά τελευταῖα φορά ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου. Στίς προτροπές του νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, ὁ Ἅγιος δέν ἔδωσε καμία ἀπάντηση. Ἔτσι ὁδηγήθηκε στό στάδιο τῆς νήσου, ὅπου ὑπέστη καί ἄλλα φρικτά βασανιστήρια καί ἀκολούθως στή θέση «Παλαιό Γεφύρι», ὅπου ἀποκόπηκε ἀπό τόν δήμιο ἡ τίμια κεφαλή του. Τήν νύχτα οἱ Χριστιανοί παρέλαβαν τό τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καί τό ἐνταφίασαν μέσα στό δάσος τοῦ ὑπερκείμενου λόφου, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα ὁ τάφος του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Σκοπέλου προστάτης καί ποιμήν ἐνθεώτατος, ὤφθης Ἱεράρχα Ῥηγῖνε, ὡς τοῦ Πνεύματος σκήνωμα, καί αἵματι σοφέ μαρτυρικῷ, φοινίξας τήν ἁγίαν σου στολήν, διασώζεις ἐκ κινδύνων καί πειρασμῶν, τούς πίστοι ἐκβοῶντάς σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τόν Ἱεράρχην τῆς Σκοπέλου καί διδάσκαλον
Καί τῶν Μαρτύρων κοινωνόν καί ἰσοστάσιον
Μακαρίσωμεν Ῥηγῖνον τόν θεηγόρων·
Τῷ Χριστῷ γάρ ἱεράτευσεν ὡς ἄγγελος
Καί ἀθλήσας διασώζει πάσης θλίψεως
Τούς κραυγάζοντας, χαίροις Πάτερ θεόληπτε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Σκοπέλου θεῖος ποιμήν, Ῥηγῖνε παμμάκαρ, ὁ ἀθλήσας καρτερικῶς· χαίροις Ἐκκλησίας, ὁ φωτοφόρος λύχνος, σοφέ Ἱερομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.

Programma1

Nisteiodromio1
24 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπονται όλες οι τροφές
εκτός από το κρέας 
 
25 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπονται όλες οι τροφές
εκτός από το κρέας
 
26 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπονται όλες οι τροφές
εκτός από το κρέας
 
27 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπονται όλες οι τροφές
εκτός από το κρέας
 
28 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπονται όλες οι τροφές
εκτός από το κρέας
 
29 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπονται όλες οι τροφές
εκτός από το κρέας
 
 1 Μαρτίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπονται όλες οι τροφές
εκτός από το κρέας 
 
 

Κανόνας. Στην αρχαιότητα κανόνας είναι ο χάρακας και κάθε τι πάνω στο οποίο υπολογίζουμε μια ευθεία. Για την ποίηση δεν σημαίνει παρά ένα μετρικό πρότυπο συνεχώς επαναλαμβανόμενο που μας δίνει ως πνευματικό προϊόν ποιητικές στροφές –τα τροπάρια- που μοιάζουν όλα στον ειρμό τους.

Όλη η υμνογραφική παράδοση της Εκκλησίας μας είναι στηριγμένη στην λογική του κανόνα. Ο κανόνας είναι ένα ιδιαίτερο υμνογραφικό είδος που άκμασε ιστορικά μετά το κοντάκιο και έγινε πολύ αγαπητό σύντομα και παντού. Από τον 8ο αιώνα έως και σήμερα η παρουσία του κανόνα σε μια λατρευτική ακολουθία καθιστά ξεχωριστή την ακολουθία αυτή. Κανόνες ψάλλουμε σε κάθε όρθρο, όλες τις μέρες του χρόνου, αλλά όχι μόνο: στις πλέον λαοφιλείς ακολουθίες όπως αυτή των χαιρετισμών της Παναγίας, όποτε τελούμε οποιαδήποτε παράκληση, συχνά στα απόδειπνα. Κανόνα ψάλλουμε κανονικά στον αγιασμό ή στο ευχέλαιο. Με κατάνυξη ακούμε τον Μεγάλο Κανόνα του αγίου Ανδρέα επισκόπου Κρήτης κάθε Σαρακοστή του Πάσχα, αλλά και πανηγυρικά ψάλλουμε το Ανοίξω το στόμα μου και το Χριστός γεννάται, δοξάσατε. Οι κανόνες είναι σχετικά εκτενή ποιήματα, χωρίς ομοιοκαταληξία -η οποία ήταν μάλλον άγνωστη στους βυζαντινούς, ή τουλάχιστον δεν τους συγκινούσε και ιδιαίτερα- που ακολουθούν συγκεκριμένο τρόπο σύνθεσης.

Κεφαλές, οδοδείκτες θα λέγαμε στην σύνθεση κάθε κανόνα είναι οι ειρμοί των εννέα οδών του κάθε κανόνα. Όπως μαρτυρεί και η ονομασία τους, που παραπέμπει σε αυτό που λέμε κι εμείς σήμερα («έχασα τον ειρμό μου», «δεν πιάνω τον ειρμό της σκέψης του» κ.ά.), ειρμός είναι το πρότυπο πάνω στο οποίο θα χτιστεί ένα μικρό ποιηματάκι, η κάθε ωδή του κανόνα. Ειρμοί υπάρχουν αρκετοί, κανόνες όμως πάμπολλοι, οπότε φαίνεται τι κάνουν αυτού του είδους οι ειρμοί: είναι το μετρικό πρότυπο πάνω στο οποίο γράφεται η κάθε ωδή. Εἴρω, άλλωστε, σημαίνει συνδέω, συνάπτω, φέρνω κοντά, κι αυτή είναι η ομορφιά του κανόνα, να έχει καλοφτειαγμένες ωδές που υπακούουν στους ειρμούς, για να μπορούν να ψαλούν εύκολα, χωρίς να τις έχεις ξαναδιαβάσει ποτέ! Οι ψάλτες, στην ουσία, προκειμένου να ψάλουν κανόνες, δεν έχουν παρά να αποστηθίσουν -κι αυτό επιτυγχάνεται κάποια στιγμή με επανάληψη- τη μελωδική γραμμή των 30-40 διαφορετικών πιο γνωστών ειρμών. Γι’ αυτό άλλωστε, σπανίως κάνουν χρήση μουσικών κειμένων κατά την ψαλμώδηση των κανόνων.

Η δουλειά εκείνου που καταπιάνεται με την σύνθεση των ύμνων δεν είναι το ίδιο εύκολη, βέβαια. Πρέπει να ζορίσει αρκετά το μυαλό του και να χάσει για αρκετό καιρό τον ύπνο του, αν θέλει αυτό που γράφει να έχει αισθητική αξία πραγματική και παράλληλα να ανταποκρίνεται στο παραδεδομένο πρότυπο γραφής. Ο Κοσμάς Μαϊουμά λέγεται ότι έσκισε τον δικό του αναστάσιμο κανόνα όταν διάβασε την ανυπέρβλητη σύνθεση του φίλου του Ιωάννη Μανσούρ από τη Δαμασκό, το Αναστάσεως ημέρα του Δαμασκηνού που λέμε μέχρι και σήμερα το Πάσχα. Οι εννέα ωδές για τις οποίες είπαμε πιο πάνω και λογικά οφείλει να έχει κάθε κανόνας- είναι παρμένες από την Παλαιά Διαθήκη, από την εποχή της αναμονής του Μεσσία:

Η α´ είναι του Μωυσή (Έξοδος Κεφ. ΙΕ´, 2-19), όταν βγήκαν οι Ισραηλίτες από την Αίγυπτο. Η β´ επίσης του Μωυσή, όταν κατέστρεψε τις πρώτες πλάκες του Νόμου (Δευτερονόμιο Κεφ. ΙΒ´, 1-43), γι’ αυτό και επειδή είναι θρηνητικό το περιεχόμενό της παραλείπεται από τη θεματολογία των εορταστικών κανόνων. Η γ´ είναι της Αγίας Άννης, μητέρας του προφήτη Σαμουήλ (Α´ Βασιλειών Κεφ. Β´, 1-10). Η δ´ του προφήτη Αββακούμ, ο οποίος προείδε τη γέννηση του Χριστού (Αββακούμ Κεφ. Γ´). Η ε´ του προφήτη Ησαΐα (Ησαΐας Κεφ. ΚΣΤ´, 9-20). Η στ´ του προφήτη Ιωνά, όταν τριημερεύοντας στην κοιλιά του κήτους κατόρθωσε να βγει ζωντανός προτυπώνοντας την Ανάσταση του Χριστού (Ιωνάς Κεφ. Β´, 3-10). Η ζ´ των Αγίων τριών Παίδων (Δανιήλ, Προσευχή Αζαρίου, Κεφ. Γ´, 2-33). Η η´ Ύμνος των τριών Παίδων (Δανιήλ, Ύμνος των τριών Παίδων, Κεφ. Γ´, 33-67) και η θ´ της Θεοτόκου στο Ευαγγέλιο (Λουκά Α´, 47-55). Οι ωδές αυτές έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό που δεν είναι άλλο από την εκρηκτική παρουσία του Θεού στη ζωή τόσων διαφορετικών ανθρώπων που τους οδήγησε σε επίγνωση και λαχτάρα για να τον υμνήσουνε. Εμπνευσμένοι από αυτές, οι ειρμοί των κανόνων της χριστιανικής Εκκλησίας παραλληλίζουν πολύ συχνά στην διατύπωσή τους τον Χριστό, τους αγίους και την Εκκλησία με τα πρόσωπα και τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης.

Ας μην παραλείψουμε να πούμε ότι οι ειρμοί του κανόνα λέγονται και καταβασίες (κατά την κυριακάτικη ακολουθία ή στις εορτές), γιατί, παραδοσιακά, στα μοναστήρια και όπου αλλού τηρείται αυτό το παλαιότερο τυπικό, οι αδελφοί κατεβαίνουν απ’ τα στασίδια την ώρα που τις λένε και σμίγουν οι δύο χοροί των ψαλτών στο κέντρο του ναού.

Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα

Το Συναξάρι γράφει γι’ αυτή την ημέρα:

«Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ , Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως, μνήμην ἄγειν ἐτάχθημεν παρὰ τῶν Ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων, ἀπὸ Ἀδὰμ ἄχρι καὶ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κατὰ γενεαλογίαν, καθὼς ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἱστορικῶς ἠριθμήσατο, ὁμοίως καὶ τῶν προφητῶν καὶ τῶν προφητίδων.»

Και στη συνέχεια μνημονεύονται όλοι οι δίκαιοι (έτσι ονομάζει τους αγίους ανθρώπους στην προ Χριστού εποχή η Εκκλησία) που ευαρέστησαν τον Θεό με τη ζωή τους και, άλλος λίγο, άλλος πολύ προετοίμασαν τον ερχομό του Σωτήρα στον κόσμο, κάτι που καλούμαστε κι εμείς να κάνουμε κάθε μέρα στη ζωή μας: να δημιουργούμε τις συνθήκες για να γεννηθεί ο Χριστός. Ο κατάλογος των ονομάτων ξεκινά από τον Αδάμ και φθάνει ως τον Ιωσήφ τον μνήστορα της Παναγίας μας. «Γενεές δεκατέσσαρες» κι άλλες τόσες, κι άλλες τόσες, όπως θα μας πει και ο ευαγγελιστής, που δεν αξιώθηκαν να δουν τον Χριστό. Ακόμα πιο σκληρή η τύχη με τον στερνό απόγονο αυτής της γενιάς, τον Ιωσήφ: Θα πρέπει να του φανερώσει η μνηστή του ότι κυοφορεί ένα παιδί που δεν είναι δικό του και εκείνος να εμπιστευθεί, πριν από όλα, τη φωνή της καρδιάς του ότι δεν πρόκειται για άλλον, παρά για τον Μεσσία, την προσδοκία των εθνών και τον έπαινο του Ισραήλ.

Ο κόσμος πηγαίνοντας στην Εκκλησία εκείνη την ημέρα άλλοτε απορεί κι άλλοτε δυσανασχετεί με την κουραστική απαρίθμηση εβραϊκών ονομάτων. Σαμουήλ, Ρεβέκκα, Ιακώβ… Τι με νοιάζουν τώρα όλα αυτά; Τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με Εβραίους που έζησαν πριν αιώνες σε άγνωστα μέρη, ντύνονταν αλλόκοτα, μιλούσαν μια παράξενη γλώσσα και είχαν ένα σωρό παράξενες συνήθειες; Τι κοινό έχω εγώ με αυτούς; Γιατί εμφανιστήκαν μπροστά μου, μια ανάσα πριν από την όμορφη ανάπαυλα των εορτών;

Ξεχνάμε ίσως πως η Εκκλησία προσεύχεται να βρεθούμε κοντά στη γλυκειά τους αγκαλιά, μόλις κλείνουμε τα μάτια μας. Ξεχνάμε πως η Εκκλησία δεν ανέλαβε να κηρύξει στον κόσμο ένα ευαγγέλιο βγαλμένο από το μηδέν, πρωτάκουστο, ούτε και να προβεί σε αγαθοεργίες σαν να μην είχε αυτό περάσει ποτέ από το μυαλό των ανθρώπων πιο πριν. Ξεχνάμε και αυτό το πληρῶσαι που απαντά ο Χριστός για τη σχέση του με τον Νόμο και την Διαθήκη του Θεού. Ο Χριστός δεν έρχεται στον κόσμο ως διάττων αστήρ. Πολύ περισσότερο, δεν έρχεται για να λάμψει 3, 10 ή 30 χρόνια και να ξαναγυρίσει στους ουρανούς απ’ όπου κατέβηκε, χωρίς να αλλάξει τίποτα στον κόσμο. Η αντίληψη που έχει για τον χρόνο και την ιστορία η Εκκλησία είναι ενιαία και οδηγεί κάπου. Δεν είναι ένα πυροτέχνημα η εμφάνιση του Χριστού στον κόσμο. Προετοιμάζεται αιώνες αυτή η στιγμή, από το κήρυγμα των προφητών, από την πίστη, τα λάθη και τις δοκιμασίες ενός ολόκληρου λαού που υπομένει, αλλά και την ανθρωπότητα ολόκληρη που στενάζει υπό το ζυγό της αμαρτίας και η πιο ώριμη στιγμή αυτής της προετοιμασίας λέγεται Θεοτόκος Μαρία.

Δεν σταματάει ούτε στον Γολγοθά, ούτε στην Ανάσταση, ούτε στην Πεντηκοστή καν το έργο Θεού και ανθρώπων για τη Σωτηρία. Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι λέει ο Κύριος. Συνεχίζεται ως τη στιγμή αυτή που τελούμε τα προεόρτια της Γέννησής του (κάθε χρόνο). Ο Λόγος σαρκούται στην αυλή της εκκλησίας μόλις βγούμε πάλι στη λιακάδα της ημέρας, στον πρωινό μας καφέ, μα κυρίως «στο πεδίο της μάχης», που είναι αναμενόμενα η συναναστροφή μας με κάθε άνθρωπο, κάθε μέρα, παντού, με όλους και με τον εαυτό μας.

Η Εκκλησία μας σοφά «σφήνωσε» μια Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα αυτήν την ανάμνηση των δικαίων, που κάηκε η καρδιά τους να δουν τον Χριστό, και όμως δεν τον είδαν με τα αισθητά τους μάτια ποτέ. Για να μας πει κάτι ίσως; Για να μας πει πολλά σίγουρα. Ένα από αυτά, πιθανόν το κυριότερο, ότι κάθε στιγμή είναι καιρός προετοιμασίας για να ανταμώσουμε με το σωτήριο του Κυρίου.

Οι καταβασίες που, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας ψάλλονταν αυτήν την Κυριακή μέχρι και πριν από μερικούς αιώνες, έχουν τα τελευταία χρόνια «ξαναβγεί στο φως» και, δειλά δειλά, με τη βοήθεια της λιτής μελωδίας του Πέτρου Βυζαντίου Μπερεκέτη (17ος αιώνας), ηχούν στις εκκλησιές και πάλι.

Ειρμός πρώτης ωδής:

Χριστὸς ἐν πόλει Βηθλεὲμ βρεφουργεῖται
τὴν ἡμῶν ὡς εὔσπλαχνος καινουργῶν φύσιν·
προθύμως δεῦτε γηγενεῖς τῇ καρδίᾳ
ᾆσμα μελῳδὸν ᾄσωμεν τῷ Δεσπότῃ·
εἰς αἰῶνας ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.

 

Ειρμός τρίτης ωδής:

Ὑψιμέδων ἄναρχε εὐμενὲς Λόγε,
ἐπίβλεψον πρόσχες μοι δακρυῤῥοούσῃ
ἡ σεπτὴ ἐβόα σοι πρόπαλαι Ἄννα·
ἀλλ᾿ ὡς ἐκείνης ἤκουσας θρηνῳδούσης
καὶ ἡμῶν στερέωσον τὰς φρένας, ἄναξ,
τοῦ ἀξίως ἀνυμνεῖν σε σοῖς γενεθλίοις.

 

ειρμός τετάρτης ωδής:

Ἀκηκοὼς ὁ προφήτης, Χριστέ, τὴν ἀκοήν σου
ἐφοβήθη, ὅτι μέλλεις ἐκ Παρθένου προελθεῖν.
Καὶ ἐβόησε τρόμῳ· δόξα τῇ δυνάμει σου, Κύριε.

 

ειρμός πέμπτης ωδής:

Ὦ παντεπόπτα τῶν ἀνάκτων τὸ κλέος,
τίς σου τὸ φιλάνθρωπον γηγενῶν οὐ θαυμάσει;
ἐν γῇ γὰρ ὤφθης μὴ λιπὼν τὰ πατρῷα
σήμερον πᾶσαν ἐγκαινίζων τὴν φύσιν
καὶ εἰρήνην ὡς μόνος εἰρηνάρχης βραβεύων.

ειρμός έκτης ωδής:

Εἰς βυθὸν ἀπωλείας ἡ ταλαίπωρος φύσις
Χριστέ μου Λόγε, καταντήσασα πάλαι
ἔκειτο φεῦ μοι! σκοτεινοῖς ἐν κευθμῶσιν·
ἐπεὶ δὲ τῇ σῇ θεϊκῇ δυναστείᾳ
πρὸς οὐρανῶν μετέβη τὰ τερπνότατα κάλλη·
θύσω σοι, σῶτερ, ἐβόα, θυσίαν αἰνέσεως.

ειρμός έβδομης ωδής:

Ὡς οἱ παῖδες πάλαι σοι κράζομεν, Λόγε·
γενοῦ σῶν δούλων ἕρκος φύλαξ καὶ σκέπη
καὶ σῶσον πάντας προσβολῆς ἐναντίας
ὅπως ὑμνοῦντές σε σοῖς γενεθλίοις
εἰς αἰῶνας λέγομεν· εὐλογητὸς εἶ.

ειρμός όγδοης ωδής:

Νεουργὲ τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ σῶστα
ὑμνεῖ σε πᾶσα μετ᾿ ἀγγέλων ἡ κτίσις
σκιρτᾷ χορεύει καὶ ἀγάλλεται τρόμῳ,
εὐλογεῖτε λέγουσα πάντα τὰ ἔργα
τὰ σεπτὰ Γενέθλια τοῦ λυτρωτοῦ μου
σὺν ἐμοὶ εἰς αἰῶνας πόθῳ ὑπερυψοῦντα.

ειρμός ενάτης ωδής:

Χαίροις, πάναγνε θεοδέγμον Μαρία,
χαίροις, ἄχραντε τῶν πεπτωκότων βάσις·
ἐν σοὶ γὰρ ὤφθη σήμερον ὁ Δεσπότης
ὦ θαῦμα! καινουργῶν τοὺς φθαρέντας
καὶ πρὸς φῶς ἐπανάγων τὸ ἀνέσπερον, κόρη.