diax
Agioi1

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (13 Αυγούστου)

15 Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καταγόταν ἀπό ἐπιφανή οἰκογένεια καί γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 580 μ.Χ. Ἔλαβε τή συνήθη ἐγκυκλοπαιδική μόρφωση καί ἐπιδόθηκε ἰδιαίτερα στή σπουδή τῆς φιλοσοφίας. Ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) προσελήφθη ὡς ἀρχιγραμματεύς αὐτοῦ. Παρέμεινε στή θέση αὐτή γιά λίγα μόνο χρόνια, ἀλλά διατήρησε τίς σχέσεις του καί ἀλληλογραφία μέ πρόσωπα τοῦ δημόσιου βίου.
Ἀφοῦ παραιτήθηκε, τό 614 μ.Χ., ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως, ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἀκολούθησε τόν μοναχικό βίο. Ἀσκήτεψε σέ μονή τῆς Χρυσουπόλεως, πού βρισκόταν ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκεῖ ἀπέκτησε ὡς μαθητή τόν Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος τόν ἀκολούθησε σέ ὅλη του τή ζωή.
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἡ συμμόρφωση τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν Θεία διδασκαλία ἀποτελοῦν βάση στερεά, ἐπί τῆς ὁποίας θά οἰκοδομηθεῖ ἡ πνευματική ἀνύψωση τοῦ νοῦ. Πρῶτο βῆμα γιά τόν σκοπό αὐτό ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδυση ἀπό τό νοῦ ὅλων τῶν παθῶν πού τόν ἐνοχλοῦν, τά ὁποία ἔχουν τήν βάση καί τήν ἀφορμή τους στό σῶμα. Καλεῖται δηλαδή ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀκολουθήσει τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν, νά μήν γίνει δοῦλος τῶν φυσικῶν του ὁρμῶν καί παθῶν, ἀλλά νά ἀκολουθήσει τά ὑπέρ φύσιν. Τά ἀποτελέσματα παρουσιάζονται ἀνάλογα πρός τήν ἐκλογή. Ἐκεῖνος πού ἀκολουθεῖ τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν ὑφίσταται καί τήν φυσική φθορά αὐτῶν καί συναλλοιώνεται μέ αὐτά, ἐνῶ ὁ ἀναστάς «τῆς ἐμπαθοῦς περί τά φαινόμενα διαθέσεως, τήν τῶν φαινομένων ἔθυσε κίνησιν καί τήν πρακτικήν κατορθώσας ἔφαγεν ἀρετήν».
Ἡ πράξη τῆς ἀρετῆς εἶναι ἔργο τῆς ἀνθρώπινης καί τῆς θείας δυνάμεως. Κανένα χάρισμα δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μόνο μέ τήν φυσική του δύναμη. Ἡ ἐπιμονή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου στό σημεῖο αὐτό εἶναι φανερή σέ ὅλη του τή διδασκαλία, διότι φοβᾶται μήπως ὁ ἄνθρωπος περιπέσει στό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ Θεός, παρατηρεῖ, ἔδωσε στόν ἄνθρωπο δύναμη, γιά νά πράττει τίς ἀρετές.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀσκήτευε ὁ μακάριος Ὁμολογητής. Ἀλλά ἡ περσική ἀπειλή, πού εἶχε δημιουργήσει γιά τήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία κρίσιμη κατάσταση, ἔσπασε τήν ἡσυχία του καί τόν ἀγώνα του γιά τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν ἀπό τόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Γιά πολλά χρόνια οἱ Πέρσες ἐμφανίζονταν στήν ἀκτή ἀπέναντι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Φαίνετε δέ, ὅτι κατά τήν διάρκεια μιᾶς εἰσβολῆς τους στή Χρυσούπολη, τό 624 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναγκάστηκε νά ἀποσυρθεῖ μέ τούς μαθητές του νοτιότερα, στήν Κύζικο. Ἐκεῖ διέμεινε γιά δύο περίπου χρόνια στή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί συναναστρεφόταν μέ τόν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη μετά τοῦ ὁποίου ἀντήλλαξε ἀργότερα ἐπιστολές. Ἴσως νά εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα τήν συγγραφική του δράση, ἀλλά ἤδη ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἐπιδίδεται ἐντατικά στό ἔργο τῆς συγγραφῆς.
Λόγω συνεχίσεως τῶν Περσικῶν καταδρομῶν ὁ Ἅγιος ὑποχρεώνεται νά φύγει, τό 626 μ.Χ., καί ἀπό τήν Κύζικο. Ἔρχεται γιά λίγο στήν Κρήτη καί στήν συνέχεια μεταβαίνει στήν Ἀφρική. Θεωρεῖται δέ πιθανό νά πέρασε καί ἀπό τήν Κύπρο. Στήν Καρχηδόνα ἐμφανίζεται τήν Πεντηκοστή τοῦ ἔτους 632 μ.Χ., ἀλλά εἶχε φθάσει ἐκεῖ νωρίτερα. Κατά τά χρόνια αὐτά συγγράφει δύο ἀπό τά σπουδαιότερα ἔργα του, τό «Πρός Θαλάσσιον» καί «Περί Ἀποριῶν».
Ἐγκαταβίωσε στήν μονή Εὐκρατᾶ της Καρχηδόνας, ὅπου ἦταν ἐγκατεστημένος καί ἄλλος φυγάς, ἀπό τήν Παλαιστίνη, ὁ Σωφρόνιος. Ἐκεῖ ἔμαθε τίς ἐνέργειες τοῦ νέου Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κύρου, οἱ ὁποῖες ἀπέληξαν τό 633 μ.Χ. στήν ἑνωτική συμφωνία πού διαμόρφωσε τήν αἵρεση τοῦ Μονοενεργητισμοῦ. Ὁ Σωφρόνιος τάχθηκε ἀμέσως ἐναντίον της νέας αὐτῆς μορφῆς τῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως. Στήν θέση του αὐτή τόν ἀκολούθησε ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Ἔτσι συμμετεῖχε στή σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ, ἡ ὁποία συγκλήθηκε τό ἔτος 649 μ.Χ. ἐπί Πάπα Ρώμης Μαρτίνου Α’, ὅπου καταδικάσθηκε ὁ Μονοθελητισμός καί ἀναθεματίσθηκαν ἐκεῖνοι πού ἀνοήτως δογμάτιζαν ὅτι ὁ Χριστός ἔχει μία μόνο θέληση, τή θεία, σέ ἀντίθεση πρός τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔχει δυό θελήσεις, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη, ὡς Θεάνθρωπος. Στήν ἴδια Σύνοδο ἀποδοκιμάσθηκε διάταγμα τοῦ τότε αὐτοκράτορα Κώνσταντος, διά τοῦ ὁποίου δέν ἐπιτρεπόταν ἡ συζήτηση περί Μονοθελητισμοῦ.
Ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας (641 – 668 μ.Χ.) ὀργίσθηκε γι’ αὐτό. Ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τόν ἔξαρχο καί βασιλικό ἐπίτροπο τῆς Ἰταλίας Θεοδόσιο καί ὁδηγήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη μαζί μέ τούς δύο φίλους του Ἀναστασίους. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξόρισε τόν Ἅγιο Μάξιμο, τό 655 μ.Χ. στή Βιζύη, μέσα στό Ρήγιο καί στήν συνέχεια στήν πόλη Πέρβερα. Μετά ἀπό ἕξι χρόνια ἀνακλήθηκε καί πάλι στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπως καί οἱ συμμοναστές του, γιά μία Τρίτη προσπάθεια προσεταιρισμοῦ του. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Ἀναθεματίσθηκε, κακοποιήθηκε καί διαπομπεύθηκε. Ἡ κακοποίηση τοῦ Ἁγίου ἔδωσε ἀφορμή γιά τή διαμόρφωση παραδόσεως περί ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας καί τῆς δεξιᾶς χειρός αὐτοῦ. Μετά ἀπό αὐτά ἐξορίσθηκε στή Λαζική τοῦ Πόντου, στό φρούριο Σχίμαρις, ὅπου καί κοιμήθηκε ὁσίως στίς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 662 μ.Χ.
Τό τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, στή χώρα τῶν Λαζῶν. Ἀπό τόν τάφο του ἔβγαινε φῶς κάθε νύχτα καί φώτιζε τήν περιοχή, γεγονός πού πιστοποιοῦσε τήν ἁγιότητά του.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τήν 21η Ἰανουαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Τήν τῶν λειψάνων σου, ἁγίαν λάρνακα, ἀρωματίζουσαν, ζωῆς τάς χάριτας, ὡς κιβωτόν ἁγιασμοῦ, πλουτήσαντες θεοφόρε, ἐξ αὐτῆς δρεπόμεθα, χάριν θείαν καί ἔλεος, Μάξιμε πανεύφημε, τῆς σοφίας ὁ τρόφιμος· διό μή διαλίπῃς πρεσβεύων, θείας τυχεῖν ἡμᾶς εὐκλείας.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τήν ἐν πρεσβείαις.
Τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρμαχε θεηγόρε, Ὀρθοδοξίας ἀσφάλεια καί λαμπρότης, λύρα τῆς εὐσεβείας καί ὄργανον, καί Μοναστῶν τό θεῖον καί ἱερόν ἀγλάϊσμα, ἀεί ἡμᾶς φρούρει, Πάτερ Μάξιμε.

Μεγαλυνάριον.
Τήν τῶν σῶν λειψάνων θείαν σορόν, πνέουσαν τῷ κόσμῳ, εὐωδίαν τήν μυστικήν, Μάξιμε ἐκ τάφου, κομίσαντες ἐκ πόθου, τῆς σῆς ὁμολογίας, τούς ἄθλους μέλπομεν.

Ἁγία Εἰρήνη ἡ Βασίλισσα (μετονομασθείσα σε Μοναχὴ Ξένη) (13 Αυγούστου)

5ζησε τόν 12ο αἰῶνα μ.Χ. καί ἦταν κόρη ὡραῖα καί ἐνάρετη. Αὐτό τό παρατήρησε ὁ βασιλιάς Ἀλέξιος ὁ Κομνηνός καί τήν πάντρεψε μέ τό γιό του Ἰωάννη, τόν ἐπονομαζόμενο Καλοϊωάννη λόγω τῶν πολλῶν του ἀρετῶν. Ἡ ἐνάρετη λοιπόν βασίλισσα Εἰρήνη, ξόδευε μέ ἁπλοχεριά σέ φιλανθρωπικά ἔργα. Μόνη μάλιστα πήγαινε σέ φτωχικές καλύβες, γιά νά δώσει ὄχι μόνο χρήματα, ἀλλά καί ἀνώτερη ἐνίσχυση καί παρηγοριά τῆς ἐλπίδας στόν Χριστό. Ἐπίσης ἔκτισε γηροκομεῖα καί ξενῶνες, καί ἄφησε σ’ αὐτά μεγάλα χρηματικά ποσά γιά τήν ἀσφαλή καί ἄνετη συντήρησή τους. Στή συνέχεια ὅμως, ἡ Εἰρήνη δοκίμασε μεγάλες θλίψεις. Ὁ ἄντρας της σέ μιά ἐκστρατεία του στή Συρία τό 1143, πέθανε. Ἀργότερα τό ἴδιο συνέβη καί μέ τά δυό ἀπό τά τέσσερα παιδιά της. Τότε ἡ Εἰρήνη, θέλησε νά βρεῖ ἀνακούφιση στίς θλίψεις της μέσα στή μοναχική ζωή. Ἀφοῦ λοιπόν πῆρε καί τή συγκατάθεση τοῦ βασιλιά γιοῦ της Μανουήλ, ἀποσύρθηκε στή μονή Παντοκράτορος, ὅπου καί ἔγινε μοναχή, μετονομασθεῖσα Ξένη. Ἐκεῖ τήν βρῆκε ὁ θάνατος καί τήν κήδευσαν μέ μεγάλη ἁπλότητα, ὅπως ἡ ἴδια τό ἐπιθυμοῦσε. Διότι λίγο πρίν πεθάνει ἔλεγε, ὅτι ἡ βασίλισσα Εἰρήνη εἶχε πεθάνει πρό πολλοῦ, καί δέν ἔμενε πλέον παρά μόνο ἡ μοναχή Ξένη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἁγία Εὐδοκία ἡ βασίλισσα (13 Αυγούστου)

7ταν κόρη τοῦ ἀθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου καί γεννήθηκε τό 401 μ.Χ. και το όνομά της ήταν αρχικά Ἀθηναΐς. Σπούδασε κατά τόν καλύτερο τρόπο τή γραμματική, τή ρητορική καί τή φιλοσοφία.
Ὅταν πέθανε ὁ Λεόντιος, ἄφησε ὅλη τήν περιουσία του στούς γιούς του, καί σ’ αὐτήν ἄφησε μόνο 100 χρυσά νομίσματα. Ὅταν, λοιπόν, ᾖλθε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά διεκδικήσει τά κληρονομικά της δικαιώματα, γνωρίστηκε με την ἀδελφή του Θεοδοσίου τοῦ Β’, Πουλχερία, η οποία κατενθουσιάστηκε ἀπό τά σπάνια χαρίσματα τῆς ἀθηναίας κόρης και την πρόκρινε για σύζυγο του Αυτοκράτορα αδελφού της. Έτσι, παντρεύτηκε τόν Θεοδόσιο και βαπτίστηκε χριστιανή παίρνοντας τό ὄνομα Εὐδοκία.
Ἡ Εὐδοκία, ἀπό τή φύση της γυναῖκα σεμνή, δέν ἀνακατεύθηκε καθόλου μέ τίς βασιλικές ὑποθέσεις. Τήν εἵλκυσε περισσότερο ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό καί ἐπεδίωξε νά ἐπισκεφθεῖ τούς Ἁγίους Τόπους. Ὅταν ὁ σκοπός της πραγματοποιήθηκε, αἰσθάνθηκε τήν ψυχή της νά φτερουγίζει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἐπιστροφή της, ὅμως, στή Βασιλεύουσα, ἐπεφύλασσε ἐκπλήξεις. Οἱ σχέσεις της μέ τόν Θεοδόσιο ψυχράνθηκαν, λόγω συκοφαντιῶν. Γι’ αὐτό, μέ τήν ἄδειά του, ἐπέστρεψε στήν Ἱερουσαλήμ, ὅπου ἵδρυσε πολλά μοναστήρια καί, μέ προσευχή, μελέτη καί «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καί σεμνότητι», τελείωσε τήν ζωή της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Προκοννήσου (Προικοννήσου) (1 Αυγούστου)

5ζησε στά μέσα του 6ου αἰῶνα, ἐπί βασιλέων Ἰουστίνου τοῦ Θράκα καί Ἰουστίνου ἀνεψιοῦ του Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου.
Λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς, ἔγινε ἐπίσκοπος Προκοννήσου ἢ Προικοννήσου, καί πού σήμερα λέγεται Μαρμαράς. Τά ποιμαντικά του καθήκοντα ἐξάσκησε ἄριστα διά τῆς πραότητάς του καί διά τῆς προσευχῆς. Κάποτε μάλιστα θεράπευσε καί τήν κόρη τοῦ βασιλιά Ἰουστινιανοῦ ἀπό δαιμόνιο.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τήν 1η Αὐγούστου. Ἀργότερα ἡ βασίλισσα Θεοδώρα, πρός ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης στόν Ἅγιο, ἔκτισε Μονή στό ὄνομά του, ἐκεῖ ὅπου βρέθηκε τό ἅγιο λείψανό του. Ἐκεῖ κοντά μάλιστα, βρέθηκε καί πηγή ἁγιάσματος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Programma1

Nisteiodromio1
10 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
11 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
12 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
 
13 Αυγούστου 2020
Νηστεία
 
 
14 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
  
15 Αυγούστου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 16 Αυγούστου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές

Ἡ θέα ἀπὸ τὸ δασάκι τῆς Ἀρόης εἶ­ναι χάρμα ὀφθαλμῶν. Μπροστά σου χαίρεσαι τὴ μεγαλούπολη τῆς Πάτρας μὲ τὸν ὑπέροχο Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ τὴν εὐλογεῖ καὶ τὴν προστατεύει... Καὶ στὸ βάθος ἁπλώνεται τὸ γαλάζιο Ἰόνιο ποὺ βαστάζει στὰ νερά του τοὺς Ἁγίους τῶν Ἑπτανήσων.

Ἕνα πρωινὸ κατὰ τὶς 10 ποὺ καθόταν στὸν ἐξώστη τοῦ σπιτιοῦ του διαβάζον­τας τὴν ἐφημερίδα κι ἀγνάντευε πρὸς τὴ θάλασσα ὁ κ. Ἀλέξανδρος, χτύπησαν τὸ κουδούνι τῆς ἐξώπορτάς του τρεῖς μαυροφορεμένες κυρίες. Τοὺς ἄνοιξε ἡ σύζυγός του.

–Ὁρίστε, ποιὸν θέλετε;

–Λέγομαι Πανωραία Νικολάου, εἶπε ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτές, καὶ θέλω νὰ πῶ κάτι στὸν κ. Ἀλέξανδρο τὸν σύζυγό σας, ποὺ ἦταν πολὺ γνωστὸς μὲ τὸν μακαρίτη τὸν Βασίλη τὸν ἄντρα μου.–Περιμένετε μία στιγμὴ νὰ τὸ πῶ στὸ σύζυγό μου.

–Ὁδήγησέ τες στὸ σαλόνι, κάθισε μαζί τους καὶ ἔρχομαι ἀμέσως κι ἐγώ, εἶπε ἐκεῖνος.

Μόλις τὸν εἶδαν οἱ κυρίες, σηκώθηκαν σεβαστικὰ μπροστά του.

–Καθίστε, καθίστε, παρακαλῶ. Συλλυπητήρια γιὰ τὸν σύζυγό σας! Ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύει. Ἦταν ἐξαίρετος ἄνθρωπος καὶ φίλος ὁ Βασίλης.

–Σᾶς εἶδα καὶ στὴν κηδεία, κ. Ἀλέξανδρε, καὶ ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς μοῦ μίλησε γιὰ σᾶς, πῆρα τὸ θάρρος καὶ σᾶς ἐπισκέπτομαι σήμερα, εἶπε ἡ μεγαλύτερη.

–Ὁ Βασίλης ἦταν σπουδαῖος ἄνθρωπος, εἶχε χάρισμα ἀγάπης, ἐφευρετικῆς, καὶ φιλανθρωπίας. Μαζὶ ἤμασταν σὲ μιὰ ὁμάδα τῆς «Χριστιανικῆς Ἑστίας», ποὺ σκοπὸ εἴχαμε νὰ ἐπισκεπτόμαστε τὶς Φυλακές. Πῶς τὰ κατάφερνε λοιπὸν ὁ μακαρίτης καὶ ἔπειθε τοὺς ἐμπόρους καὶ τοῦ δώριζαν πολλὰ εἴδη ρουχισμοῦ – ἐσώρουχα, μπλοῦζες, πουκάμισα κ.λπ. – καὶ γεμίζαμε τὸ πόρτ-μπαγκὰζ τοῦ αὐ­τοκινήτου του γιὰ νὰ τὰ μοιράζουμε στοὺς φυλακισμένους, ποὺ τὰ δεχόταν μὲ δάκρυα στὰ μάτια. Ἀλλὰ σᾶς διέκοψα, μὲ συγχωρεῖτε. Τί θέλετε ἀπὸ μένα, καὶ ἤλθατε στὸ σπίτι μου;

–Ὁ μακαρίτης πολλὲς φορὲς μοῦ εἶχε μιλήσει γιὰ τὸ πῶς καταφέρνατε μὲ τὸν ὡραῖο τρόπο σας, μὲ λίγα ἀλλὰ πειστικὰ λόγια, καὶ βοηθήσατε πολλοὺς φυλακισμένους νὰ μετανοήσουν γιὰ τὴ ζωή τους, νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ κοινωνήσουν, νὰ γίνουν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

–Εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ αὐτό, κ. Πανωραία, δικό Του χάρισμα. Κι ἂν σώθηκε κανείς, θὰ σβησθοῦν μερικὲς ἁμαρτίες μου. Τώρα τί μπορῶ νὰ κάνω;

 

–Ἤλθαμε σὲ σᾶς, κ. Ἀλέξανδρε, γιὰ μιὰ βοήθεια, ὄχι ὑλική. Δόξα τῷ Θεῷ, δὲν ἔχω οἰκονομικὸ πρόβλημα πρὸς τὸ παρόν. Ἄλλη βοήθεια ζητοῦμε ἀπὸ σᾶς μὲ τὶς δύο ἀνιψιές μου ποὺ βλέπετε δίπλα μου.

–Σᾶς ἀκούω εὐχαρίστως.

–Ὁ κουνιάδος μου, καλός, πονετικὸς καὶ εὐαίσθητος ἄνθρωπος, εἶναι ἑτοιμοθάνατος καὶ δὲν ἔχει ἐξομολογηθεῖ οὔτε κοινώνησε ποτέ του. Εἶναι ἄρρωστος καὶ οἱ γιατροὶ λένε ὅτι εἶναι ζήτημα ἂν θὰ βγάλει τὸν μήνα. Τοῦ εἴπαμε ἀρκετὲς φορὲς γιὰ Ἐξομολόγηση καὶ θεία Κοινωνία, ἀλλὰ οὔτε ἤθελε νὰ ἀκούσει. Ἄλλαζε πλευρὸ ἀγριεμένος.

–Εὐχαρίστως νὰ βοηθήσω, κ. Πανωραία. Ἂς προσευχηθοῦμε ὅλοι μας, καὶ ὁ Θεὸς βοηθός. Πῶς τὸν λένε;

–Θανάση.

–Θὰ προσευχηθοῦμε λοιπὸν γιὰ τὸν Ἀθανάσιο καὶ πιστεύω θ’ ἀνοίξει τὴν καρδιά του ὁ Θεός.

Τὸ ἄλλο ἀπόγευμα ὁ Ἀλέξανδρος χτύπησε εὐγενικὰ τὴν πόρτα τοῦ ἀρρώστου Θανάση, ἐνῶ ἡ Πανωραία μὲ τὴ σύζυγο τοῦ Θανάση πέρασαν στὸ διπλανὸ δωμάτιο καὶ ἄρχισαν τὴν προσευχὴ γιὰ τὸν ἄρρωστο.

Μόλις μπῆκε στὸ δωμάτιο τοῦ ἀρρώστου ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Θανάσης τὸν κοίταξε καχύποπτα καὶ μὲ ἄγριο βλέμμα.

–Ποιὸς εἶστε, κύριε; φώναξε ξαφνικά. Δὲν σᾶς γνωρίζω. Οὔτε φωνάξαμε σήμερα κανένα γιατρό! Φύγετε γρήγορα, γιατὶ θὰ τηλεφωνήσω στὸ 100. Φύγετε ἀμέσως! Μαρία! Μαρία! Γυναίκα!!

Στὶς ἀγριοφωνάρες του ἦλθαν ἀπὸ δίπλα οἱ δύο γυναῖκες.

–Πῶς κάνεις ἔτσι, Χριστιανέ μου; εἶπε ἡ γυναίκα του.

–Γιατί ἄφησες καὶ μπῆκε ξένος ἄνθρωπος στὸ σπίτι; Γρήγορα πάρε τὸ 100. Πρὶν φύγει ὁ κλέφτης. Πρόλαβε! Γρήγορα, εἶπα!

–Ἠρεμῆστε, κύριε Θανάση. Εἶμαι φίλος σας, εἶπε ὁ Ἀλέξανδρος.

–Φίλος μου! Πρώτη φορὰ σὲ βλέπω. Ἄσε τὶς πονηριές. Χάσου ἀπὸ μπροστά μου!

–Εἶμαι φίλος τοῦ μακαρίτη τοῦ ἀδελφοῦ σας τοῦ Βασίλη καρδιακός, κύριε Θανάση.

–Τί εἶπες; ρώτησε σὲ χαμηλότερο τώρα τόνο ὁ Θανάσης. Ἤσουν φίλος τοῦ ἀδελφοῦ μου τοῦ Βασίλη;

–Μάλιστα, κύριε Θανάση μου! Καὶ αὐ­τὸς πολλὲς φορὲς μοῦ εἶχε μιλήσει μὲ πολὺ θαυμασμὸ γιὰ τὸν ἀδελφό του τὸν Θανάση.

–Λὲς ἀλήθεια; ἢ πᾶς νὰ μὲ ξεγελάσεις;

–Ὄχι! Καὶ μάλιστα ἦλθα σήμερα γιὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω.

–Νὰ μ’ εὐχαριστήσεις! Γιὰ ποιὸν λόγο;

–Διότι, ὅταν μαζὶ μὲ τὸν μακαρίτη τὸν ἀδελφό σας φορτώναμε αὐτοκίνητα μὲ ροῦχα γιὰ τοὺς φυλακισμένους ποὺ πηγαίναμε τακτικά, ἐσεῖς μὲ τὶς γνωριμίες ποὺ εἴχατε στὴν ἀγορὰ μὲ τοὺς ἐμπόρους γεμίζατε ἀμέσως τὸ αὐτοκίνητο μὲ ροῦχα. Τὸ θυμάστε, κ. Θανάση;

–Τώρα ποὺ τὸ λέτε, κάτι θυμᾶμαι. Κάτι πρόσφερα κι ἐγώ. Τώρα ὅμως φεύγω. Ἀναχωρῶ ἀπὸ τὴ ζωή. Εἶμαι ἑτοιμοθάνατος.

–Μὲ ὅσα κάνατε, κ. Θανάση μου, γιὰ τοὺς φυλακισμένους, ἔχετε πολλὲς ἀποσκευὲς καὶ μάλιστα γεμάτες μὲ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὅμως, συγγνώμη γιὰ τὴν ἀδιάκριτη ἐρώτηση: Τὸ εἰσιτήριο τὸ βγάλατε;

–Τὸ εἰσιτήριο; Ποιὸ εἰσιτήριο;

–Ὅπως γιὰ κάθε ταξίδι, ἔτσι καὶ γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι μας χρειάζεται νὰ φροντίσουμε καὶ γιὰ τὸ εἰσιτήριό μας.

–Πῶς βγαίνει αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο;

–Μὲ τὴν ἱερὴ Ἐξομολόγηση καὶ τὴ θεία Κοινωνία, ἀγαπητέ μου Θανάση. Πολὺ εὔκολα!

–Θὰ φροντίσω. Εὐχαριστῶ πολὺ πάν­τως, τώρα ὅμως ἀφῆστε με γιατὶ πονῶ. Εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ἐπίσκεψή σας καὶ συγγνώμη ποὺ σᾶς κακοπῆρα στὴν ἀρ­χή.

–Δὲν εἶναι τίποτα. Νὰ εἶστε καλά.

Τὴν ἄλλη βδομάδα ὁ Θανάσης εἰσήχθη στὸ Πανεπιστημιακὸ Νοσοκομεῖο τοῦ Ρίου. Ἡ κατάστασή του εἶχε ἐπιδεινωθεῖ. Ὁ Ἀλέξανδρος τὸν ἐπισκεπτόταν πρωὶ καὶ ἀπόγευμα.

–Κύριε Ἀλέξανδρε, φροντίστε, παρακαλῶ, γιὰ τὸ εἰσιτήριό μου. Δὲν αἰσθάνομαι καλά. Μὴν τὸ ξεχάσετε, τοῦ εἶπε ἕνα πρωὶ ὁ ἄρρωστος.

–Ὅλα θὰ γίνουν, Θανάση μου. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψη μου.

Καὶ πράγματι, μὲ τὶς φροντίδες τοῦ Ἀλέξανδρου ἐξομολογήθηκε μὲ δάκρυα στὰ μάτια στὸ δραστήριο ἱερέα τοῦ Νοσοκομείου. Καὶ ἀφοῦ ἀξιώθηκε καὶ κοινώνησε δυὸ φορές, πέταξε ἡ ἐξαγνισμένη ψυχή του στὰ οὐράνια κοντὰ στὸν ἀδελφό του, τὸν Βασίλη.

Πληροφοριακά Στοιχεία
Γράφτηκε από τον/την Νίκος Βαξεβανίδης