diax
Agioi1

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπό τόν Πόντο καί γεννήθηκε σέ ἕνα μικρό χωριό τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, πού λεγόταν Ἀριανζός, τό 330 μ.Χ.
Ναζιανζηνός ὀνομάσθηκε, ἐπειδή ἔζησε τόν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στή Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καί τό πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρίν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολύ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στόν δημόσιο βίο καί ἀνῆκε σέ μία ἰουδαῖο-ἐθνική αἵρεση πού λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή της ἐπηρέασαν τόν σύζυγό της καί τόν ἔκαναν νά μεταστραφεῖ στήν ἀληθινή πίστη.
Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καί Νόννα, δέν εἶχαν παιδιά καί ἱκέτευαν τόν Θεό νά χαρίσει σέ αὐτούς τήν χαρά τῆς τεκνοποιΐας. Καί πράγματι, ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καί ἡ Νόννα γέννησε τόν Ἅγιο Γρηγόριο, τόν ὁποῖο πρίν ἀκόμα αὐτός γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ νά τόν ἀφιερώσει στόν Θεό.
Πολλές φορές ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τούς γονεῖς του μέ τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σέ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τόν Ἰσαάκ.
Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νά μορφώσουν καί νά ἐμφυσήσουν στόν πρωτότοκο υἱό τους τήν ἀγάπη πρός τά γράμματα καί τήν χριστιανική πίστη. Ἀπό τήν παιδική ἡλικία ἐνέπνευσαν σέ αὐτόν ἔντονη καί βαθιά θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτός ἀπό εὐσέβεια καί πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε στόν ἑαυτό του νά ζήσει μέ ἁγνεία καί παρθενία.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στήν δυνατότητα πού εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρές σπουδές. Σπούδασε σέ ὅλα τά τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τή Ναζιανζό, τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τήν Ἀντιόχεια, τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δέν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καί ἡ Ρώμη δέν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιά τούς Ἕλληνες. Στίς πόλεις αὐτές μελέτησε τίς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καί ἄκουσε τούς σοφότερους διδασκάλους, μεταξύ τῶν ὁποίων τόν Δίδυμο τόν Τυφλό, πού τότε διηύθυνε τή θεολογική σχολή τῆς Ἀλεξάνδρειας καί τούς φιλόσοφους Θεσπέσιο στήν Καισάρεια καί Ἰμέριο καί Προαιρέσιο στήν Ἀθήνα. Γιά τόν Προαιρέσιο γίνεται δεκτό ὅτι ἦταν Χριστιανός.

Οἱ σπουδές δέν ἔκαναν τόν Ἅγιο νά ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου καί τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστά στήν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τόν ἑαυτό του μέ τόν Σαούλ πού ἔτρεχε χωρίς νά ξέρει. Αὐτό πού τελικά βρῆκε κατά τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀναφέρει τό γεγονός τῆς φιλίας του μέ τόν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὔρημα καί ἀπό ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.
Ὅταν τελείωσε τίς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν. Ὅμως δέν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καί ἀγωνιοῦσε νά μήν πεθάνει, πρίν ἐπιστρέψει στόν πατέρα του καί βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτό καί ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια στήν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολύ καί παρακάλεσε νά τόν ἐλεήσει ὁ Θεός, νά βοηθήσει νά μήν πνιγεῖ, γιά νά ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Τό βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τό ἐπακολούθησε συνειδητός πνευματικός ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιά τήν κάθαρση, τήν πνευματική πρόοδο, τή θέωση. Μαζί μέ τόν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καί ὁμόψυχό του Ἅγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στόν Πόντο καί παραδόθηκαν κυριολεκτικά στήν προσευχή καί τήν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπό Ἐκεῖνον πού θέλει νά γινόμαστε βιαστές τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καί οἱ δυό μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιά τίς πνευματικές του ἐμπειρίες καί τά οὐράνια χαρίσματα πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτές πρέπει νά ἦταν πολύ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτά πού ἔβλεπε μέ αὐτά τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τόν Κύριο τῆς Δόξας καί ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί εἶδε τά ἄρρητα ρήματα, τή δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γρήγορα κάλεσε ὁ Θεός τόν Γρηγόριο στήν διακονία Του. Τά τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στή Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπό βοηθό καί συνεργάτη στή «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τήν ἱεροσύνη, θέλησε νά τόν χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδή ἔβλεπε στό πρόσωπό του ὄχι μόνο τόν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλά καί τόν ζηλωτή γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργό τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τήν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τό βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατά σάρκα καί πνευματικός πατέρας), πού ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νά εὐλαβεῖται. Ἔκανε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καί χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετά τήν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στήν μόνωση καί τήν προσευχή. Ἀποσύρθηκε λοιπόν στό ἐρημητήριό του, στή γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καί βρῆκε τή γαλήνη καί τήν πορεία του. Καί ἐπέστρεψε μέ εἰρήνη στήν καρδιά νά ἀναλάβει τό πνευματικό του ἔργο, πού τό ἄρχισε μέ τόν περίφημο θεολογικό λόγο περί τοῦ Πάσχα καί τή δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.
Διακονοῦσε μέ ἱερό ζῆλο στό πλευρό τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τόν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο τῆς μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπός του ἦταν νά περιφρουρήσει τή δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπό τίς διεκδικήσεις ἐνός νέου Μητροπολίτη, τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τό γεγονός αὐτό ἔθλιψε ἀκόμη πιό πολύ τόν Γρηγόριο. Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τήν πικρία του. Τελικά ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλά δέν πῆγε ποτέ στά Σάσιμα. Ἕνα χρονικό διάστημα ἔμεινε στή Ναζιανζό, ὡς βοηθός τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στήν παράκλησή του. Καί ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε, τό 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νά ποιμαίνει τήν Ἐκκλησία τῶν Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρίς νά παύσει νά τούς παρακαλεῖ νά ἐκλέξουν καί νά χειροτονήσουν τόν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καί ἐπειδή αὐτό ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τήν πόλη καί κατέφυγε στήν Σελεύκεια τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντά στό Ναό τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τήν εἰρήνη καί τήν ἡσυχία στήν προσευχή καί ἔμεινε ἐκεῖ ἐπί πέντε σχεδόν ἔτη μελετώντας καί συγγράφοντας.
Τήν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοί τόν κάλεσαν στήν Κωνσταντινούπολη νά ἀγωνισθεῖ γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στήν Πόλη δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καί ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δέν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στά χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νά λειτουργεῖ καί νά κηρύττει σέ ἕνα σπίτι πού ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σέ Ναό καί τό ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδή τῆς Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τά περίφημα θεολογικά κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους καί ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοί φανατικοί, πῆραν τήν ἀπόφαση νά τόν ἐξολοθρεύσουν. Τόν ἔβρισαν. Τόν κακολόγησαν. Τόν κτύπησαν. Τόν γρονθοκόπησαν. Τόν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν μάλιστα καί κάποιον νά τόν φονεύσει. Καί θά τόν σκότωνε. Ἀλλά νικημένος ἀπό τήν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στόν ἴδιο τήν ἀλήθεια τήν στιγμή πού εἶχε πάει νά τόν σφάξει.
Μέ ὅπλο τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τή μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως σάν τόν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοί ὅλο καί λιγόστευαν. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπό τό ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τόν κατέστησε τό ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καί τόν ἐνθρόνισε στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δέν εἶχαν ὅλοι τήν ὀρθή κρίση. Μερικοί μεθυσμένοι ἀπό φθόνο κάκιζαν τόν Ἅγιο, διότι δέν πίεζε τόν βασιλέα νά ἀφαιρέσει τίς ἐκκλησίες ἀπό τούς αἱρετικούς καί νά τούς ἀπαγορεύσει νά τελοῦν τήν λατρεία τους. Σέ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀνάγκη τίς λόγχες τοῦ Καίσαρος καί ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετή σάν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καί πράγματι, ἡ ἀλήθεια νίκησε.
Τό ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτή ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τό ἔργο τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τούς Ἀρειανούς καί τούς Πνευματομάχους – Εὐνομιανούς καί συμπλήρωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τό διαμόρφωσε στήν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τόν Ἀπολλιναρισμό, πού διαιροῦσε τόν ἄνθρωπο σέ τρία μέρη (σῶμα, ψυχή καί νοῦ) καί δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τόν Χριστό ἀτελή καί ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τό σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Κυρίου καί τήν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετί πού δέν προσλαμβάνεται ὑπό τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καί ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος καταδίκασε τόν ἀπόλυτο προορισμό, τόν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καί ὁ Λούθηρος καί ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε τόν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικό Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τόν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρό ἐπικήδειο, λόγο πού ἄρχιζε μέ τά λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τόν ἀριθμόν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στήν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο τό κλίμα ἄλλαξε. Ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά συμμετάσχει στήν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μέ τούς Αἰγυπτίους καί Μακεδόνες Ἐπισκόπους. Αὐτοί ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρική ἔναντι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δέν τόν ἀναγνώριζαν σάν κανονικό Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδή τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπό τά Σάσιμα. Καί εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικά καί παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τόν Μάξιμο τόν Κυνικό, πού ἦταν μέν Ὀρθόδοξος ἀλλά ἔμεινε στήν ἱστορία σάν ἕνα αἰνιγματικό πρόσωπο. Ὁ Πέτρος ἔθεσε στήν Σύνοδο τό θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τήν δύναμη νά συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρός τήν ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καί τήν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀηδίασε καί παραιτήθηκε μέ τοῦτα τά λόγια: «Δέν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγώ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στήν Ἐκκλησία, ρίχνω τόν ἑαυτό μου στή θάλασσα». Εὐθύς μετά τήν παραίτησή του λειτούργησε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιά νά ἀποχαιρετίσει τό ποίμνιό του. Καί ἔφυγε χωρίς νά περιμένει νά λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐπέστρεψε στή Ναζιανζό καί γιά λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιά νά γαληνεύσει.
Ὁ Ἅγιος, σέ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τήν ἐκκλησιαστική κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νά κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ὅσα συμβαίνουν ἐκτός αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νά ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τήν ὕπαρξη ἑνότητας στούς κοσμικούς ὀργανισμούς, στίς πόλεις, στούς οἴκους, στό στράτευμα καί ὅμως νά ἀπουσιάζει ἀπό τόν κατ’ ἐξοχήν κήρυκα καί θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τήν Ἐκκλησία καί τούς πιστούς της.
Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δέν σήμαινε ὅτι θά ἔπαυε νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἐπίτευξη ἑνότητας καί γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στήν Ἐκκλησία, γιά τά δύο αὐτά ὑπέρτατα ἀγαθά.
Τό ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρό κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο τόν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καί ἀποσύρθηκε ὁριστικά στήν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ, ὅπου καί κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στήν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καί στό μαρτυρικό Ναό τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας πού ὀνομάζεται Δομνίνου, καθώς ἐπίσης καί στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τό μετέφερε ἀπό τή Ναζιανζό τῆς Καππαδοκίας στήν Κωνσταντινούπολη. Κατά τήν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιά νά ἐκκλησιασθοῦν, στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δέν ἔχουν τήν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρά ταῦτα ἔχουν βάθος καί δύναμη περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλου. Τά ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγή τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτό ἔγινε καί ὁ κατ’ ἐξοχήν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ πηγή τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τάς συμπλοκάς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τήν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καί φοροῦσα σύν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ οὐράνιος θεῖος νοῦς, στόμα τό πυρίπνουν, ὁ τῆς χάριτος ὀφθαλμός, σάλπιγξ εὐσεβείας, πηγή θεολογίας, ὑπερκοσμίων μύστης, σοφέ Γρηγόριε.

Ἅγιος Αὐξέντιος ὁ Νεομάρτυρας (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Νεομάρτυρας Αὐξέντιος, γεννήθηκε τό 1690 στήν ἐπαρχία Βελλᾶς ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Σέ νεαρή ἡλικία μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη καί δούλευε τήν τέχνη τῶν γουναράδων, στό χάνι τό λεγόμενο Μαχμούτ – Πασᾶ. Ἐπιθυμήσας τέρψεις καί ἡδονές ἐγκατέλειψε τήν τέχνη του καί προσλήφθηκε στά βασιλικά καράβια. Ἐκεῖ ξεφαντώνοντας μέ τούς συντρόφους του τούς ἀλλόφυλους, συκοφαντήθηκε ἀπό αὐτούς πώς ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί ἔγινε Μουσουλμάνος. Φοβηθεῖς ἐγκατέλειψε τά καράβια καί ἀφοῦ ἀγόρασε βάρκα ἐξασκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ βαρκάρη. Ὅμως μεταμελήθηκε γιά τά πρότερα σφάλματά του καί καταλήφθηκε ζωηρά ἀπό τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου. Σέ τυχαῖα συνάντηση πού εἶχε μέ τόν Σύγκελλο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, Γρηγόριο Ξηροποταμηνό, τοῦ ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του αὐτό. Λίγο ἀργότερα ὁ Αὐξέντιος ἀναγνωρίσθηκε ἀπό κάποιους ναυτικούς τοῦ τουρκικοῦ στόλου, οἱ ὁποῖοι τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν στό κριτήριο. Ἐκεῖ, παρά τά φρικτά βασανιστήρια, ὁμολόγησε μέ παρρησία ὅτι εἶναι Χριστιανός. Στήν φυλακή τόν ἐπισκέφθηκε ὁ Σύγκελλος Γρηγόριος καί τόν ἐνθάρρυνε νά σταθεῖ μέ ἀνδρεῖο φρόνημα, γιά νά λάβει λαμπρό τό στεφάνι τῆς νίκης ἀπό τόν ἀθλοθέτη Θεό. Ἀνακρινόμενος καί πάλι ὁ Αὐξέντιος εἶπε: «Ἐγώ Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω». Μέ τό ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὁ κριτής ἐξέδωσε ἀπόφαση νά ἐκτελεσθεῖ διά ξίφους.
Ἔτσι ὁ Μάρτυς Αὐξέντιος ὑπέμεινε τό μαρτύριο, ἀποκεφαλισθεῖς στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 1720. Ἡ τιμία κάρα αὐτοῦ, σώζεται στή Μονή Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἅγιος Βλαδίμηρος ὁ Ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης Κιέβου (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Βλαδίμηρος γεννήθηκε τήν 1η Ἰανουαρίου 1848 στό χωριό Μάλιε Μορόσκι τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ταμπώφ τῆς Ρωσίας. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Βασίλειος Νικηφόροβιτς Μπογκογιαβλένσκυ. Ἔμαθε τά πρῶτα γράμματα στό ἐκκλησιαστικό σχολεῖο καί ἔπειτα σπούδασε στή θεολογική σχολή τοῦ Κιέβου. Ὅταν τό 1874 ἀποπεράτωσε τίς σπουδές του, διορίσθηκε ὡς καθηγητής στήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Ταμπώφ, ὅπου καί νυμφεύθηκε.
Ἀπό μικρό παιδί εἶχε κλήση πρός τήν ἱεροσύνη. Ἔτσι, τό ἔτος 1882, χειροτονεῖται πρεσβύτερος καί τοποθετεῖται στό Ναό τοῦ Κοζλώφ. Ἡ πρώτη δοκιμασία δέν ἄργησε νά ἔλθει. Στήν ἀρχή τῆς ἱερατικῆς του διακονίας, μαζί μέ τόν σταυρό τῆς ἱεροσύνης, σηκώνει καί τόν σταυρό τῆς χηρείας. Τό 1886 ἀπεβίωσε ἡ πρεσβυτέρα σύζυγός του καί λίγο ἀργότερα τό μονάκριβο παιδί του.
Ἡ ὑπομονή τοῦ Ἁγίου ἦταν ὅμοια μέ αὐτή τοῦ πολύπαθου Ἰώβ. Φεύγει πλέον ἀπό τόν κόσμο καί ἀκολουθεῖ τή μοναχική ὁδό. Ἐγκαταβιώνει σέ Μονή τοῦ Κοζλώφ καί στίς 6 Φεβρουαρίου 1886 κείρεται μοναχός μέ τό ὄνομα Βλαδίμηρος. Τό ἔτος 1888 ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σταρορούσκϊυ καί καλεῖται νά διακονήσει τό λαό τοῦ Θεοῦ. Ἀφιερώνεται ὁλόψυχα στό πολύπαθο καί ταλαιπωρημένο ποίμνιό του. Ὅλοι ἀναγνώριζαν στό πρόσωπό του τόν ἀληθινό ποιμένα καί πατέρα καί τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ τόν γνησιότατο μιμητή.

Στίς 19 Ἰανουαρίου 1891 ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος Σαμάρα, τό 1892 Ἀρχιεπίσκοπος Καρτάλιν καί Καχεζίας καί στίς 21 Φεβρουαρίου 1898 Μητροπολίτης Μόσχας. Τό ποιμαντικό, φιλανθρωπικό καί κοινωνικό του ἔργο εἶναι τεράστιο. Διακόπτεται, ὅμως καί πάλι, ὅταν ἐκλέγεται, στίς 23 Νοεμβρίου 1912, Μητροπολίτης τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Τό 1915 ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀναθέτει τά καθήκοντα τοῦ Μητροπολίτη Κιέβου.
Σέ κάθε τόπο πού διακονοῦσε ὁ Ἅγιος Βλαδίμηρος ἄφηνε τά ἴχνη τῆς ἁγιότητάς του. Κυριολεκτικά δαπανοῦσε τόν ἑαυτό του γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τά χρόνια ἦταν δύσκολα. Τό ἐπαναστατικό κίνημα ἄρχισε νά φουντώνει. Ὁ Ἅγιος προβλέποντας τά μέλλοντα, μιλώντας πρός τούς σπουδαστές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σεμιναρίου τῆς Μόσχας, ἔλεγε: «Ἴσως νά πιστεύετε ὅτι ὁ Πνευματικός ἄρτος πού δίδει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο ἔχει γίνει πολύ σκληρός, γιά νά φαγωθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους. Θά ἔπρεπε νά ἀναρωτηθοῦμε γιά τό ποιοί ἐμεῖς εἴμαστε καί τί κάνουμε γιά τούς πτωχούς ἀδελφούς μας. Οἱ ἀδελφοί μας πεινᾶνε. Εἶναι στό σκοτάδι. Καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἐργασθοῦμε, γιά νά φωτίσουμε τήν ζωή τους μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τήν πίστη, τήν ἐλπίδα».
Τά γεγονότα τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως (1917) ἀποτέλεσαν, γιά τούς κατοίκους τοῦ Κιέβου, τήν ἀφορμή γιά νά ἐπιχειρήσουν τήν ἀνεξαρτησία τους. Τό Οὐκρανικό συμβούλιο πίεσε τόν Ἅγιο νά προβεῖ σέ ἐκκλησιαστική αὐτονομία. Ἐκεῖνος δέν τό ἔπραξε καί τόν ἐκθρόνισαν. Ἔτσι κατέφυγε στή μονή τῶν Σπηλαίων. Δέν θέλησε νά ὑποχωρήσει παρά τίς ἀπειλές.
Τά γεγονότα τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Μπολσεβίκων δέν ἄφησαν ἀνεπηρέαστο τό Κίεβο, τό ὁποῖο καταλήφθηκε ἀπό τόν ἐπαναστατικό στρατό. Στίς 23 Ἰανουαρίου 1918 οἱ ἐπαναστάτες ἔφθασαν στή Μονή τῶν Σπηλαίων. Τόν συνέλαβαν καί τόν ἐκτέλεσαν. Τό μόνο πού ζήτησε, πρίν τόν ἐκτελέσουν, ἦταν νά τοῦ χαρίσουν λίγη ὥρα, γιά νά προσευχηθεῖ.

 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
20 Ιαναουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
 
21 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
22 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος 
 
23 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
24 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία
 
25 Ιανουαρίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 26 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
 

Την Τετάρτη 23 Μαΐου 2018, στον Μητροπολιτικό Ναό του Ελκομένου Χριστού, με την δέουσα επισημότητα και λαμπρότητα, εόρτασε η ιστορική πόλη της Μονεμβασίας, την 8η επέτειο της επιστροφής της Σταύρωσης του Ελκομένου Χριστού.

Το πρωί της Τετάρτης, τελέστηκε ο Όρθρος και η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία και εψάλη η Ακολουθία, που έχει γράφει ειδικά για την τοπική αυτή εορτή. Μαζί με τον ιερέα της ενορίας Μονεμβασίας π. Κωνσταντίνο Κρυπωτό συμμετείχαν ιερείς της περιοχής και συγκεκριμένα, ο π. Νεκτάριος εφημέριος Αγίου Δημητρίου Ζάρακος, ο π. Μιχαήλ, εφημέριος Ελίκας, ο π. Κωνσταντίνος εφημέριος Δαιμονιάς και ο νεοχειροτονηθέντας ιεροδιάκονος π. Δημήτριος.

Την ημέρα τίμησαν με την παρουσία τους ο Αντιδήμαρχος Μονεμβασίας κ. Γιώργος Βουνελάκης, ο Δημοτικός Σύμβουλος κ. Βασίλειος Κουλουβάκος, και πλήθος πιστών.

Η Μονεμβασία γιορτάζει τέτοια μέρα κάθε χρόνο την επιστροφή του ανυπολόγιστης αξίας θρησκευτικού κειμηλίου της, στο φυσικό του χώρο. Γιορτάζει και θυμάται τους αγώνες και την προσπάθεια όσων πάλαιψαν για το σπουδαίο αυτό σκοπό. Θυμάται και δεν ξεχνά τον πρωτεργάτη όλων, τον άξιο και ακούραστο ποιμενάρχη μας, τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ.κ. Ευστάθιο, ο οποίος με την αμέριστη βοήθεια του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας και του προέδρου αυτής πρωτοπρεσβύτερου π. Κωνταντίνου Κρυπωτού, αλλά και με την συμπαράσταση των αρχών και φορέων, επέτυχε την επιστροφή της Ιεράς Εικόνας στη Μονεμβασία, στις 23 Μαΐου 2011.

Μετά το πέρας της Λειτουργίας ο εφημέριος Μονεμβασίας, ο οποίος ενωρίτερα μίλησε με θέμα «Η σημασία της εικόνος στην Ορθόδοξη λατρεία», τίμησε τον απόστρατο ανώτατο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Γεώργιο Μπολαλά, προσφέροντάς του μια εικόνα του Ελκομένου Χριστού, την οποία μετα από παράκληση του π. Κωνσταντίνου προσέφερε ο Αντιδήμαρχος Μονεμβασίας εκπροσωπώντας τους απανταχού Μονεμβασιώτες, για την καταλυτική του ενέργεια, ως νέου τότε επικεφαλής της Ελληνικής Αστυνομίας, στη σύλληψη του δράστη της κλοπής της Ιεράς Εικόνος.

Διαβάστε παρακάτω απόσπασμα από την ομιλία του π. Κωνταντίνου Κρυπωτού:
«23 Μαΐου καὶ συναθροισθήκαμε σήμερα στὸν ἱερὸ καὶ ἱστορικὸ τοῦτο ναὸ νὰ τελέσουμε τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἐπὶ τῇ μνήμῃ ἐνὸς μεγάλου γεγονότος γιὰ τὸν τόπο μας, τῆς ἐλεύσεως τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ ἱεροῦ παλλαδίου τῆς Μονεμβασίας, ἡ ὁποία ἱερὰ εἰκὼν ἀποθησαυρίζεται στὴν εἰδικὴ προθήκη της γιὰ λόγους ἀσφαλείας. Τί εἶναι ὅμως οἱ ἱερὲς εἰκόνες γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους;

Η εικόνα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε ακόμη και μια απλή εικονογράφηση της Γραφής. Είναι αναπόσπαστο μέρος της Λειτουργίας, αποτελεί «μέσο για να γνωρίσουμε το Θεό και να ενωθούμε μαζί Του.

Ο λόγος και η εικόνα στη Λειτουργία σχηματίζουν μια αξεχώριστη ολότητα, ένα μέσο συντονισμού, μια «πνευματόσφαιρα» θα μπορούσαμε να πούμε, διαμέσου της οποίας η Παράδοση καθιστά επίκαιρο και ζωντανό το Ευαγγέλιο. Έτσι η εικόνα αντιστοιχεί στη Γραφή όχι ως εικονογράφηση, αλλά με τον τρόπο που αντιστοιχούν σε αυτή τα λειτουργικά κείμενα: «τα κείμενα αυτά δεν γεννιούνται για να αναπαράγουν τη Γραφή όπως έχει. Είναι σαν τις υφάνσιμες ύλες. Εναλλάσσοντάς τες και αντιπαραβάλλοντας τα μέρη τους, αποκαλύπτουν το νόημά της, μας υποδεικνύουν τον τρόπο να ζήσουμε το ευαγγελικό κήρυγμα. Η εικόνα, απεικονίζοντας διάφορες στιγμές της αγίας ιστορίας, μεταδίδει με οπτικό τρόπο το νόημά τους και τη ζωτική σημασία τους. Έτσι, με τη λειτουργία και την εικόνα, η Γραφή ζει μέσα στην Εκκλησία και μέσα σε καθένα από τα μέλη της.

Η εικόνα για την ορθοδοξία, είναι τρόπος και στάση ζωής, ήθος και ύφος και ουσιώδης διάσταση της αλήθειας της, σημείο από τα καίρια της διδασκαλίας της και της θεολογίας της και ίσως συνιστά το ενδότερο σημείο του είναι της. Αυτό αποκαλύπτουν τα θέματα και τα στοιχεία της ζωής της και της σκέψεώς της: Η Ανάσταση, η Μεταμόρφωση, ο Χριστός ως εικόνα και απαύγασμα του Πατέρα, ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού, οι Άγιοι ως εικόνες του Χριστού, η Εκκλησία ως εικόνα της Αγίας Τριάδος, η Λειτουργία, ο ορθόδοξος μοναχισμός με τη θεωρία του ακτίστου φωτός. Το καθετί κρύβει το θέμα της εικόνας. Όλα υπάρχουν και βιώνονται, όχι καθεαυτά, αλλά ως διάβαση, αναγωγή, πέρασμα, Πάσχα. Το καθετί βρίσκει τον εαυτό του μέσα στο άλλο, κατά το λόγο του Κυρίου, «ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον Πατέρα». Το καθετί δεν αναπαύεται στον εαυτό του, αλλά οδεύει, διαβαίνει πρός το πρωτότυπο. Αυτή η διάβαση είναι η ουσία της αλήθειας της εικόνας αλλά και της ορθοδοξίας».

Η ιστορία της εικόνας
Η εικόνα της Σταύρωσης είχε κλαπεί το Νοέμβριο του 1979 από τρεις αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρότατες ζημιές στην εικόνα, εφόσον αφαίρεσαν το μουσαμά με την αγιογραφία και έπειτα τεμάχισαν την εικόνα. Η αστυνομία οδηγήθηκε το 1980 στην εξιχνίαση της υπόθεσης και στη σύλληψη των δραστών, ωστόσο το κακό είχε ήδη γίνει. Τη δύσκολη και απαιτητική προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας ανέλαβαν οι καλύτεροι αγιογράφοι της εποχής, οι οποίοι πέτυχαν την επανασυγκόλληση των διαμελισμένων τμημάτων του τέμπλου και στη συνέχεια τοποθέτησαν το μουσαμά με την αγιογραφία του Ελκομένου.

Η εικόνα του Ελκομένου θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες της λεγόμενης Παλαιολόγειας Αναγέννησης και, ως εκ τούτου, αποτελεί ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικό κειμήλιο. Η επιστροφή της εικόνας στη Μονεμβασία έχει μεγάλη σημασία για τον τόπο, γιατί προέρχεται από το μεγαλύτερο ναό της Κάτω Πόλης, του Ελκομένου Χριστού. Ο ναός οφείλει την ονομασία του στην εικόνα που βρέθηκε εκεί στο τέλος του 12ου αιώνα, με το Χριστό να εικονίζεται με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω από τον πόνο. Ο ναός χτίστηκε περίπου το 1000 μ.Χ. και δέχθηκε την πρώτη μετατροπή τον 12ο αιώνα και τη δεύτερη τον 14ο, ενώ το παρεκκλήσι του Αγ. Ιωάννη πλάι στον ναό (όπου εκτίθεται η εικόνα) έχει τη δική του ιστορία, που ανάγεται στους 12ο-17ο αιώνες, οπότε μεγάλο μέρος του καταστράφηκε.