diax
Agioi1

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (13 Αυγούστου)

15 Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καταγόταν ἀπό ἐπιφανή οἰκογένεια καί γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 580 μ.Χ. Ἔλαβε τή συνήθη ἐγκυκλοπαιδική μόρφωση καί ἐπιδόθηκε ἰδιαίτερα στή σπουδή τῆς φιλοσοφίας. Ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) προσελήφθη ὡς ἀρχιγραμματεύς αὐτοῦ. Παρέμεινε στή θέση αὐτή γιά λίγα μόνο χρόνια, ἀλλά διατήρησε τίς σχέσεις του καί ἀλληλογραφία μέ πρόσωπα τοῦ δημόσιου βίου.
Ἀφοῦ παραιτήθηκε, τό 614 μ.Χ., ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως, ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἀκολούθησε τόν μοναχικό βίο. Ἀσκήτεψε σέ μονή τῆς Χρυσουπόλεως, πού βρισκόταν ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκεῖ ἀπέκτησε ὡς μαθητή τόν Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος τόν ἀκολούθησε σέ ὅλη του τή ζωή.
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἡ συμμόρφωση τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν Θεία διδασκαλία ἀποτελοῦν βάση στερεά, ἐπί τῆς ὁποίας θά οἰκοδομηθεῖ ἡ πνευματική ἀνύψωση τοῦ νοῦ. Πρῶτο βῆμα γιά τόν σκοπό αὐτό ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδυση ἀπό τό νοῦ ὅλων τῶν παθῶν πού τόν ἐνοχλοῦν, τά ὁποία ἔχουν τήν βάση καί τήν ἀφορμή τους στό σῶμα. Καλεῖται δηλαδή ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀκολουθήσει τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν, νά μήν γίνει δοῦλος τῶν φυσικῶν του ὁρμῶν καί παθῶν, ἀλλά νά ἀκολουθήσει τά ὑπέρ φύσιν. Τά ἀποτελέσματα παρουσιάζονται ἀνάλογα πρός τήν ἐκλογή. Ἐκεῖνος πού ἀκολουθεῖ τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν ὑφίσταται καί τήν φυσική φθορά αὐτῶν καί συναλλοιώνεται μέ αὐτά, ἐνῶ ὁ ἀναστάς «τῆς ἐμπαθοῦς περί τά φαινόμενα διαθέσεως, τήν τῶν φαινομένων ἔθυσε κίνησιν καί τήν πρακτικήν κατορθώσας ἔφαγεν ἀρετήν».
Ἡ πράξη τῆς ἀρετῆς εἶναι ἔργο τῆς ἀνθρώπινης καί τῆς θείας δυνάμεως. Κανένα χάρισμα δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μόνο μέ τήν φυσική του δύναμη. Ἡ ἐπιμονή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου στό σημεῖο αὐτό εἶναι φανερή σέ ὅλη του τή διδασκαλία, διότι φοβᾶται μήπως ὁ ἄνθρωπος περιπέσει στό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ Θεός, παρατηρεῖ, ἔδωσε στόν ἄνθρωπο δύναμη, γιά νά πράττει τίς ἀρετές.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀσκήτευε ὁ μακάριος Ὁμολογητής. Ἀλλά ἡ περσική ἀπειλή, πού εἶχε δημιουργήσει γιά τήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία κρίσιμη κατάσταση, ἔσπασε τήν ἡσυχία του καί τόν ἀγώνα του γιά τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν ἀπό τόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Γιά πολλά χρόνια οἱ Πέρσες ἐμφανίζονταν στήν ἀκτή ἀπέναντι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Φαίνετε δέ, ὅτι κατά τήν διάρκεια μιᾶς εἰσβολῆς τους στή Χρυσούπολη, τό 624 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναγκάστηκε νά ἀποσυρθεῖ μέ τούς μαθητές του νοτιότερα, στήν Κύζικο. Ἐκεῖ διέμεινε γιά δύο περίπου χρόνια στή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί συναναστρεφόταν μέ τόν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη μετά τοῦ ὁποίου ἀντήλλαξε ἀργότερα ἐπιστολές. Ἴσως νά εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα τήν συγγραφική του δράση, ἀλλά ἤδη ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἐπιδίδεται ἐντατικά στό ἔργο τῆς συγγραφῆς.
Λόγω συνεχίσεως τῶν Περσικῶν καταδρομῶν ὁ Ἅγιος ὑποχρεώνεται νά φύγει, τό 626 μ.Χ., καί ἀπό τήν Κύζικο. Ἔρχεται γιά λίγο στήν Κρήτη καί στήν συνέχεια μεταβαίνει στήν Ἀφρική. Θεωρεῖται δέ πιθανό νά πέρασε καί ἀπό τήν Κύπρο. Στήν Καρχηδόνα ἐμφανίζεται τήν Πεντηκοστή τοῦ ἔτους 632 μ.Χ., ἀλλά εἶχε φθάσει ἐκεῖ νωρίτερα. Κατά τά χρόνια αὐτά συγγράφει δύο ἀπό τά σπουδαιότερα ἔργα του, τό «Πρός Θαλάσσιον» καί «Περί Ἀποριῶν».
Ἐγκαταβίωσε στήν μονή Εὐκρατᾶ της Καρχηδόνας, ὅπου ἦταν ἐγκατεστημένος καί ἄλλος φυγάς, ἀπό τήν Παλαιστίνη, ὁ Σωφρόνιος. Ἐκεῖ ἔμαθε τίς ἐνέργειες τοῦ νέου Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κύρου, οἱ ὁποῖες ἀπέληξαν τό 633 μ.Χ. στήν ἑνωτική συμφωνία πού διαμόρφωσε τήν αἵρεση τοῦ Μονοενεργητισμοῦ. Ὁ Σωφρόνιος τάχθηκε ἀμέσως ἐναντίον της νέας αὐτῆς μορφῆς τῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως. Στήν θέση του αὐτή τόν ἀκολούθησε ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Ἔτσι συμμετεῖχε στή σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ, ἡ ὁποία συγκλήθηκε τό ἔτος 649 μ.Χ. ἐπί Πάπα Ρώμης Μαρτίνου Α’, ὅπου καταδικάσθηκε ὁ Μονοθελητισμός καί ἀναθεματίσθηκαν ἐκεῖνοι πού ἀνοήτως δογμάτιζαν ὅτι ὁ Χριστός ἔχει μία μόνο θέληση, τή θεία, σέ ἀντίθεση πρός τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔχει δυό θελήσεις, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη, ὡς Θεάνθρωπος. Στήν ἴδια Σύνοδο ἀποδοκιμάσθηκε διάταγμα τοῦ τότε αὐτοκράτορα Κώνσταντος, διά τοῦ ὁποίου δέν ἐπιτρεπόταν ἡ συζήτηση περί Μονοθελητισμοῦ.
Ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας (641 – 668 μ.Χ.) ὀργίσθηκε γι’ αὐτό. Ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τόν ἔξαρχο καί βασιλικό ἐπίτροπο τῆς Ἰταλίας Θεοδόσιο καί ὁδηγήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη μαζί μέ τούς δύο φίλους του Ἀναστασίους. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξόρισε τόν Ἅγιο Μάξιμο, τό 655 μ.Χ. στή Βιζύη, μέσα στό Ρήγιο καί στήν συνέχεια στήν πόλη Πέρβερα. Μετά ἀπό ἕξι χρόνια ἀνακλήθηκε καί πάλι στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπως καί οἱ συμμοναστές του, γιά μία Τρίτη προσπάθεια προσεταιρισμοῦ του. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Ἀναθεματίσθηκε, κακοποιήθηκε καί διαπομπεύθηκε. Ἡ κακοποίηση τοῦ Ἁγίου ἔδωσε ἀφορμή γιά τή διαμόρφωση παραδόσεως περί ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας καί τῆς δεξιᾶς χειρός αὐτοῦ. Μετά ἀπό αὐτά ἐξορίσθηκε στή Λαζική τοῦ Πόντου, στό φρούριο Σχίμαρις, ὅπου καί κοιμήθηκε ὁσίως στίς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 662 μ.Χ.
Τό τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, στή χώρα τῶν Λαζῶν. Ἀπό τόν τάφο του ἔβγαινε φῶς κάθε νύχτα καί φώτιζε τήν περιοχή, γεγονός πού πιστοποιοῦσε τήν ἁγιότητά του.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τήν 21η Ἰανουαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Τήν τῶν λειψάνων σου, ἁγίαν λάρνακα, ἀρωματίζουσαν, ζωῆς τάς χάριτας, ὡς κιβωτόν ἁγιασμοῦ, πλουτήσαντες θεοφόρε, ἐξ αὐτῆς δρεπόμεθα, χάριν θείαν καί ἔλεος, Μάξιμε πανεύφημε, τῆς σοφίας ὁ τρόφιμος· διό μή διαλίπῃς πρεσβεύων, θείας τυχεῖν ἡμᾶς εὐκλείας.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τήν ἐν πρεσβείαις.
Τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρμαχε θεηγόρε, Ὀρθοδοξίας ἀσφάλεια καί λαμπρότης, λύρα τῆς εὐσεβείας καί ὄργανον, καί Μοναστῶν τό θεῖον καί ἱερόν ἀγλάϊσμα, ἀεί ἡμᾶς φρούρει, Πάτερ Μάξιμε.

Μεγαλυνάριον.
Τήν τῶν σῶν λειψάνων θείαν σορόν, πνέουσαν τῷ κόσμῳ, εὐωδίαν τήν μυστικήν, Μάξιμε ἐκ τάφου, κομίσαντες ἐκ πόθου, τῆς σῆς ὁμολογίας, τούς ἄθλους μέλπομεν.

Ἁγία Εἰρήνη ἡ Βασίλισσα (μετονομασθείσα σε Μοναχὴ Ξένη) (13 Αυγούστου)

5ζησε τόν 12ο αἰῶνα μ.Χ. καί ἦταν κόρη ὡραῖα καί ἐνάρετη. Αὐτό τό παρατήρησε ὁ βασιλιάς Ἀλέξιος ὁ Κομνηνός καί τήν πάντρεψε μέ τό γιό του Ἰωάννη, τόν ἐπονομαζόμενο Καλοϊωάννη λόγω τῶν πολλῶν του ἀρετῶν. Ἡ ἐνάρετη λοιπόν βασίλισσα Εἰρήνη, ξόδευε μέ ἁπλοχεριά σέ φιλανθρωπικά ἔργα. Μόνη μάλιστα πήγαινε σέ φτωχικές καλύβες, γιά νά δώσει ὄχι μόνο χρήματα, ἀλλά καί ἀνώτερη ἐνίσχυση καί παρηγοριά τῆς ἐλπίδας στόν Χριστό. Ἐπίσης ἔκτισε γηροκομεῖα καί ξενῶνες, καί ἄφησε σ’ αὐτά μεγάλα χρηματικά ποσά γιά τήν ἀσφαλή καί ἄνετη συντήρησή τους. Στή συνέχεια ὅμως, ἡ Εἰρήνη δοκίμασε μεγάλες θλίψεις. Ὁ ἄντρας της σέ μιά ἐκστρατεία του στή Συρία τό 1143, πέθανε. Ἀργότερα τό ἴδιο συνέβη καί μέ τά δυό ἀπό τά τέσσερα παιδιά της. Τότε ἡ Εἰρήνη, θέλησε νά βρεῖ ἀνακούφιση στίς θλίψεις της μέσα στή μοναχική ζωή. Ἀφοῦ λοιπόν πῆρε καί τή συγκατάθεση τοῦ βασιλιά γιοῦ της Μανουήλ, ἀποσύρθηκε στή μονή Παντοκράτορος, ὅπου καί ἔγινε μοναχή, μετονομασθεῖσα Ξένη. Ἐκεῖ τήν βρῆκε ὁ θάνατος καί τήν κήδευσαν μέ μεγάλη ἁπλότητα, ὅπως ἡ ἴδια τό ἐπιθυμοῦσε. Διότι λίγο πρίν πεθάνει ἔλεγε, ὅτι ἡ βασίλισσα Εἰρήνη εἶχε πεθάνει πρό πολλοῦ, καί δέν ἔμενε πλέον παρά μόνο ἡ μοναχή Ξένη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἁγία Εὐδοκία ἡ βασίλισσα (13 Αυγούστου)

7ταν κόρη τοῦ ἀθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου καί γεννήθηκε τό 401 μ.Χ. και το όνομά της ήταν αρχικά Ἀθηναΐς. Σπούδασε κατά τόν καλύτερο τρόπο τή γραμματική, τή ρητορική καί τή φιλοσοφία.
Ὅταν πέθανε ὁ Λεόντιος, ἄφησε ὅλη τήν περιουσία του στούς γιούς του, καί σ’ αὐτήν ἄφησε μόνο 100 χρυσά νομίσματα. Ὅταν, λοιπόν, ᾖλθε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά διεκδικήσει τά κληρονομικά της δικαιώματα, γνωρίστηκε με την ἀδελφή του Θεοδοσίου τοῦ Β’, Πουλχερία, η οποία κατενθουσιάστηκε ἀπό τά σπάνια χαρίσματα τῆς ἀθηναίας κόρης και την πρόκρινε για σύζυγο του Αυτοκράτορα αδελφού της. Έτσι, παντρεύτηκε τόν Θεοδόσιο και βαπτίστηκε χριστιανή παίρνοντας τό ὄνομα Εὐδοκία.
Ἡ Εὐδοκία, ἀπό τή φύση της γυναῖκα σεμνή, δέν ἀνακατεύθηκε καθόλου μέ τίς βασιλικές ὑποθέσεις. Τήν εἵλκυσε περισσότερο ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό καί ἐπεδίωξε νά ἐπισκεφθεῖ τούς Ἁγίους Τόπους. Ὅταν ὁ σκοπός της πραγματοποιήθηκε, αἰσθάνθηκε τήν ψυχή της νά φτερουγίζει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἐπιστροφή της, ὅμως, στή Βασιλεύουσα, ἐπεφύλασσε ἐκπλήξεις. Οἱ σχέσεις της μέ τόν Θεοδόσιο ψυχράνθηκαν, λόγω συκοφαντιῶν. Γι’ αὐτό, μέ τήν ἄδειά του, ἐπέστρεψε στήν Ἱερουσαλήμ, ὅπου ἵδρυσε πολλά μοναστήρια καί, μέ προσευχή, μελέτη καί «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καί σεμνότητι», τελείωσε τήν ζωή της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Προκοννήσου (Προικοννήσου) (1 Αυγούστου)

5ζησε στά μέσα του 6ου αἰῶνα, ἐπί βασιλέων Ἰουστίνου τοῦ Θράκα καί Ἰουστίνου ἀνεψιοῦ του Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου.
Λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς, ἔγινε ἐπίσκοπος Προκοννήσου ἢ Προικοννήσου, καί πού σήμερα λέγεται Μαρμαράς. Τά ποιμαντικά του καθήκοντα ἐξάσκησε ἄριστα διά τῆς πραότητάς του καί διά τῆς προσευχῆς. Κάποτε μάλιστα θεράπευσε καί τήν κόρη τοῦ βασιλιά Ἰουστινιανοῦ ἀπό δαιμόνιο.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τήν 1η Αὐγούστου. Ἀργότερα ἡ βασίλισσα Θεοδώρα, πρός ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης στόν Ἅγιο, ἔκτισε Μονή στό ὄνομά του, ἐκεῖ ὅπου βρέθηκε τό ἅγιο λείψανό του. Ἐκεῖ κοντά μάλιστα, βρέθηκε καί πηγή ἁγιάσματος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Programma1

Nisteiodromio1
10 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
11 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
12 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
 
13 Αυγούστου 2020
Νηστεία
 
 
14 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
  
15 Αυγούστου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 16 Αυγούστου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές

Την Τετάρτη 23 Μαΐου 2018, στον Μητροπολιτικό Ναό του Ελκομένου Χριστού, με την δέουσα επισημότητα και λαμπρότητα, εόρτασε η ιστορική πόλη της Μονεμβασίας, την 8η επέτειο της επιστροφής της Σταύρωσης του Ελκομένου Χριστού.

Το πρωί της Τετάρτης, τελέστηκε ο Όρθρος και η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία και εψάλη η Ακολουθία, που έχει γράφει ειδικά για την τοπική αυτή εορτή. Μαζί με τον ιερέα της ενορίας Μονεμβασίας π. Κωνσταντίνο Κρυπωτό συμμετείχαν ιερείς της περιοχής και συγκεκριμένα, ο π. Νεκτάριος εφημέριος Αγίου Δημητρίου Ζάρακος, ο π. Μιχαήλ, εφημέριος Ελίκας, ο π. Κωνσταντίνος εφημέριος Δαιμονιάς και ο νεοχειροτονηθέντας ιεροδιάκονος π. Δημήτριος.

Την ημέρα τίμησαν με την παρουσία τους ο Αντιδήμαρχος Μονεμβασίας κ. Γιώργος Βουνελάκης, ο Δημοτικός Σύμβουλος κ. Βασίλειος Κουλουβάκος, και πλήθος πιστών.

Η Μονεμβασία γιορτάζει τέτοια μέρα κάθε χρόνο την επιστροφή του ανυπολόγιστης αξίας θρησκευτικού κειμηλίου της, στο φυσικό του χώρο. Γιορτάζει και θυμάται τους αγώνες και την προσπάθεια όσων πάλαιψαν για το σπουδαίο αυτό σκοπό. Θυμάται και δεν ξεχνά τον πρωτεργάτη όλων, τον άξιο και ακούραστο ποιμενάρχη μας, τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ.κ. Ευστάθιο, ο οποίος με την αμέριστη βοήθεια του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Ενορίας και του προέδρου αυτής πρωτοπρεσβύτερου π. Κωνταντίνου Κρυπωτού, αλλά και με την συμπαράσταση των αρχών και φορέων, επέτυχε την επιστροφή της Ιεράς Εικόνας στη Μονεμβασία, στις 23 Μαΐου 2011.

Μετά το πέρας της Λειτουργίας ο εφημέριος Μονεμβασίας, ο οποίος ενωρίτερα μίλησε με θέμα «Η σημασία της εικόνος στην Ορθόδοξη λατρεία», τίμησε τον απόστρατο ανώτατο αξιωματικό της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Γεώργιο Μπολαλά, προσφέροντάς του μια εικόνα του Ελκομένου Χριστού, την οποία μετα από παράκληση του π. Κωνσταντίνου προσέφερε ο Αντιδήμαρχος Μονεμβασίας εκπροσωπώντας τους απανταχού Μονεμβασιώτες, για την καταλυτική του ενέργεια, ως νέου τότε επικεφαλής της Ελληνικής Αστυνομίας, στη σύλληψη του δράστη της κλοπής της Ιεράς Εικόνος.

Διαβάστε παρακάτω απόσπασμα από την ομιλία του π. Κωνταντίνου Κρυπωτού:
«23 Μαΐου καὶ συναθροισθήκαμε σήμερα στὸν ἱερὸ καὶ ἱστορικὸ τοῦτο ναὸ νὰ τελέσουμε τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἐπὶ τῇ μνήμῃ ἐνὸς μεγάλου γεγονότος γιὰ τὸν τόπο μας, τῆς ἐλεύσεως τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ ἱεροῦ παλλαδίου τῆς Μονεμβασίας, ἡ ὁποία ἱερὰ εἰκὼν ἀποθησαυρίζεται στὴν εἰδικὴ προθήκη της γιὰ λόγους ἀσφαλείας. Τί εἶναι ὅμως οἱ ἱερὲς εἰκόνες γιὰ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους;

Η εικόνα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε ακόμη και μια απλή εικονογράφηση της Γραφής. Είναι αναπόσπαστο μέρος της Λειτουργίας, αποτελεί «μέσο για να γνωρίσουμε το Θεό και να ενωθούμε μαζί Του.

Ο λόγος και η εικόνα στη Λειτουργία σχηματίζουν μια αξεχώριστη ολότητα, ένα μέσο συντονισμού, μια «πνευματόσφαιρα» θα μπορούσαμε να πούμε, διαμέσου της οποίας η Παράδοση καθιστά επίκαιρο και ζωντανό το Ευαγγέλιο. Έτσι η εικόνα αντιστοιχεί στη Γραφή όχι ως εικονογράφηση, αλλά με τον τρόπο που αντιστοιχούν σε αυτή τα λειτουργικά κείμενα: «τα κείμενα αυτά δεν γεννιούνται για να αναπαράγουν τη Γραφή όπως έχει. Είναι σαν τις υφάνσιμες ύλες. Εναλλάσσοντάς τες και αντιπαραβάλλοντας τα μέρη τους, αποκαλύπτουν το νόημά της, μας υποδεικνύουν τον τρόπο να ζήσουμε το ευαγγελικό κήρυγμα. Η εικόνα, απεικονίζοντας διάφορες στιγμές της αγίας ιστορίας, μεταδίδει με οπτικό τρόπο το νόημά τους και τη ζωτική σημασία τους. Έτσι, με τη λειτουργία και την εικόνα, η Γραφή ζει μέσα στην Εκκλησία και μέσα σε καθένα από τα μέλη της.

Η εικόνα για την ορθοδοξία, είναι τρόπος και στάση ζωής, ήθος και ύφος και ουσιώδης διάσταση της αλήθειας της, σημείο από τα καίρια της διδασκαλίας της και της θεολογίας της και ίσως συνιστά το ενδότερο σημείο του είναι της. Αυτό αποκαλύπτουν τα θέματα και τα στοιχεία της ζωής της και της σκέψεώς της: Η Ανάσταση, η Μεταμόρφωση, ο Χριστός ως εικόνα και απαύγασμα του Πατέρα, ο άνθρωπος ως εικόνα του Θεού, οι Άγιοι ως εικόνες του Χριστού, η Εκκλησία ως εικόνα της Αγίας Τριάδος, η Λειτουργία, ο ορθόδοξος μοναχισμός με τη θεωρία του ακτίστου φωτός. Το καθετί κρύβει το θέμα της εικόνας. Όλα υπάρχουν και βιώνονται, όχι καθεαυτά, αλλά ως διάβαση, αναγωγή, πέρασμα, Πάσχα. Το καθετί βρίσκει τον εαυτό του μέσα στο άλλο, κατά το λόγο του Κυρίου, «ο εωρακώς εμέ εώρακε και τον Πατέρα». Το καθετί δεν αναπαύεται στον εαυτό του, αλλά οδεύει, διαβαίνει πρός το πρωτότυπο. Αυτή η διάβαση είναι η ουσία της αλήθειας της εικόνας αλλά και της ορθοδοξίας».

Η ιστορία της εικόνας
Η εικόνα της Σταύρωσης είχε κλαπεί το Νοέμβριο του 1979 από τρεις αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρότατες ζημιές στην εικόνα, εφόσον αφαίρεσαν το μουσαμά με την αγιογραφία και έπειτα τεμάχισαν την εικόνα. Η αστυνομία οδηγήθηκε το 1980 στην εξιχνίαση της υπόθεσης και στη σύλληψη των δραστών, ωστόσο το κακό είχε ήδη γίνει. Τη δύσκολη και απαιτητική προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας ανέλαβαν οι καλύτεροι αγιογράφοι της εποχής, οι οποίοι πέτυχαν την επανασυγκόλληση των διαμελισμένων τμημάτων του τέμπλου και στη συνέχεια τοποθέτησαν το μουσαμά με την αγιογραφία του Ελκομένου.

Η εικόνα του Ελκομένου θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες της λεγόμενης Παλαιολόγειας Αναγέννησης και, ως εκ τούτου, αποτελεί ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικό κειμήλιο. Η επιστροφή της εικόνας στη Μονεμβασία έχει μεγάλη σημασία για τον τόπο, γιατί προέρχεται από το μεγαλύτερο ναό της Κάτω Πόλης, του Ελκομένου Χριστού. Ο ναός οφείλει την ονομασία του στην εικόνα που βρέθηκε εκεί στο τέλος του 12ου αιώνα, με το Χριστό να εικονίζεται με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω από τον πόνο. Ο ναός χτίστηκε περίπου το 1000 μ.Χ. και δέχθηκε την πρώτη μετατροπή τον 12ο αιώνα και τη δεύτερη τον 14ο, ενώ το παρεκκλήσι του Αγ. Ιωάννη πλάι στον ναό (όπου εκτίθεται η εικόνα) έχει τη δική του ιστορία, που ανάγεται στους 12ο-17ο αιώνες, οπότε μεγάλο μέρος του καταστράφηκε.