diax
Agioi1

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (13 Αυγούστου)

15 Ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής καταγόταν ἀπό ἐπιφανή οἰκογένεια καί γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 580 μ.Χ. Ἔλαβε τή συνήθη ἐγκυκλοπαιδική μόρφωση καί ἐπιδόθηκε ἰδιαίτερα στή σπουδή τῆς φιλοσοφίας. Ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου (610 – 641 μ.Χ.) προσελήφθη ὡς ἀρχιγραμματεύς αὐτοῦ. Παρέμεινε στή θέση αὐτή γιά λίγα μόνο χρόνια, ἀλλά διατήρησε τίς σχέσεις του καί ἀλληλογραφία μέ πρόσωπα τοῦ δημόσιου βίου.
Ἀφοῦ παραιτήθηκε, τό 614 μ.Χ., ἀπό τό ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως, ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἀκολούθησε τόν μοναχικό βίο. Ἀσκήτεψε σέ μονή τῆς Χρυσουπόλεως, πού βρισκόταν ἔναντι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί διετέλεσε ἡγούμενος αὐτῆς. Ἐκεῖ ἀπέκτησε ὡς μαθητή τόν Ἀναστάσιο, ὁ ὁποῖος τόν ἀκολούθησε σέ ὅλη του τή ζωή.
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Μαξίμου ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ἡ συμμόρφωση τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν Θεία διδασκαλία ἀποτελοῦν βάση στερεά, ἐπί τῆς ὁποίας θά οἰκοδομηθεῖ ἡ πνευματική ἀνύψωση τοῦ νοῦ. Πρῶτο βῆμα γιά τόν σκοπό αὐτό ἀποτελεῖ ἡ ἀπόδυση ἀπό τό νοῦ ὅλων τῶν παθῶν πού τόν ἐνοχλοῦν, τά ὁποία ἔχουν τήν βάση καί τήν ἀφορμή τους στό σῶμα. Καλεῖται δηλαδή ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἀκολουθήσει τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν, νά μήν γίνει δοῦλος τῶν φυσικῶν του ὁρμῶν καί παθῶν, ἀλλά νά ἀκολουθήσει τά ὑπέρ φύσιν. Τά ἀποτελέσματα παρουσιάζονται ἀνάλογα πρός τήν ἐκλογή. Ἐκεῖνος πού ἀκολουθεῖ τήν κίνηση τῶν αἰσθητῶν ὑφίσταται καί τήν φυσική φθορά αὐτῶν καί συναλλοιώνεται μέ αὐτά, ἐνῶ ὁ ἀναστάς «τῆς ἐμπαθοῦς περί τά φαινόμενα διαθέσεως, τήν τῶν φαινομένων ἔθυσε κίνησιν καί τήν πρακτικήν κατορθώσας ἔφαγεν ἀρετήν».
Ἡ πράξη τῆς ἀρετῆς εἶναι ἔργο τῆς ἀνθρώπινης καί τῆς θείας δυνάμεως. Κανένα χάρισμα δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μόνο μέ τήν φυσική του δύναμη. Ἡ ἐπιμονή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου στό σημεῖο αὐτό εἶναι φανερή σέ ὅλη του τή διδασκαλία, διότι φοβᾶται μήπως ὁ ἄνθρωπος περιπέσει στό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ Θεός, παρατηρεῖ, ἔδωσε στόν ἄνθρωπο δύναμη, γιά νά πράττει τίς ἀρετές.

Ἔτσι, λοιπόν, ἀσκήτευε ὁ μακάριος Ὁμολογητής. Ἀλλά ἡ περσική ἀπειλή, πού εἶχε δημιουργήσει γιά τήν Βυζαντινή Αὐτοκρατορία κρίσιμη κατάσταση, ἔσπασε τήν ἡσυχία του καί τόν ἀγώνα του γιά τήν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν ἀπό τόν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Γιά πολλά χρόνια οἱ Πέρσες ἐμφανίζονταν στήν ἀκτή ἀπέναντι ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη. Φαίνετε δέ, ὅτι κατά τήν διάρκεια μιᾶς εἰσβολῆς τους στή Χρυσούπολη, τό 624 μ.Χ., ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀναγκάστηκε νά ἀποσυρθεῖ μέ τούς μαθητές του νοτιότερα, στήν Κύζικο. Ἐκεῖ διέμεινε γιά δύο περίπου χρόνια στή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καί συναναστρεφόταν μέ τόν Ἐπίσκοπο Ἰωάννη μετά τοῦ ὁποίου ἀντήλλαξε ἀργότερα ἐπιστολές. Ἴσως νά εἶχε ἀρχίσει νωρίτερα τήν συγγραφική του δράση, ἀλλά ἤδη ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἐπιδίδεται ἐντατικά στό ἔργο τῆς συγγραφῆς.
Λόγω συνεχίσεως τῶν Περσικῶν καταδρομῶν ὁ Ἅγιος ὑποχρεώνεται νά φύγει, τό 626 μ.Χ., καί ἀπό τήν Κύζικο. Ἔρχεται γιά λίγο στήν Κρήτη καί στήν συνέχεια μεταβαίνει στήν Ἀφρική. Θεωρεῖται δέ πιθανό νά πέρασε καί ἀπό τήν Κύπρο. Στήν Καρχηδόνα ἐμφανίζεται τήν Πεντηκοστή τοῦ ἔτους 632 μ.Χ., ἀλλά εἶχε φθάσει ἐκεῖ νωρίτερα. Κατά τά χρόνια αὐτά συγγράφει δύο ἀπό τά σπουδαιότερα ἔργα του, τό «Πρός Θαλάσσιον» καί «Περί Ἀποριῶν».
Ἐγκαταβίωσε στήν μονή Εὐκρατᾶ της Καρχηδόνας, ὅπου ἦταν ἐγκατεστημένος καί ἄλλος φυγάς, ἀπό τήν Παλαιστίνη, ὁ Σωφρόνιος. Ἐκεῖ ἔμαθε τίς ἐνέργειες τοῦ νέου Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Κύρου, οἱ ὁποῖες ἀπέληξαν τό 633 μ.Χ. στήν ἑνωτική συμφωνία πού διαμόρφωσε τήν αἵρεση τοῦ Μονοενεργητισμοῦ. Ὁ Σωφρόνιος τάχθηκε ἀμέσως ἐναντίον της νέας αὐτῆς μορφῆς τῆς χριστολογικῆς αἱρέσεως. Στήν θέση του αὐτή τόν ἀκολούθησε ὁ Ἅγιος Μάξιμος. Ἔτσι συμμετεῖχε στή σύνοδο τοῦ Λατερανοῦ, ἡ ὁποία συγκλήθηκε τό ἔτος 649 μ.Χ. ἐπί Πάπα Ρώμης Μαρτίνου Α’, ὅπου καταδικάσθηκε ὁ Μονοθελητισμός καί ἀναθεματίσθηκαν ἐκεῖνοι πού ἀνοήτως δογμάτιζαν ὅτι ὁ Χριστός ἔχει μία μόνο θέληση, τή θεία, σέ ἀντίθεση πρός τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔχει δυό θελήσεις, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη, ὡς Θεάνθρωπος. Στήν ἴδια Σύνοδο ἀποδοκιμάσθηκε διάταγμα τοῦ τότε αὐτοκράτορα Κώνσταντος, διά τοῦ ὁποίου δέν ἐπιτρεπόταν ἡ συζήτηση περί Μονοθελητισμοῦ.
Ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας (641 – 668 μ.Χ.) ὀργίσθηκε γι’ αὐτό. Ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπό τόν ἔξαρχο καί βασιλικό ἐπίτροπο τῆς Ἰταλίας Θεοδόσιο καί ὁδηγήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη μαζί μέ τούς δύο φίλους του Ἀναστασίους. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξόρισε τόν Ἅγιο Μάξιμο, τό 655 μ.Χ. στή Βιζύη, μέσα στό Ρήγιο καί στήν συνέχεια στήν πόλη Πέρβερα. Μετά ἀπό ἕξι χρόνια ἀνακλήθηκε καί πάλι στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπως καί οἱ συμμοναστές του, γιά μία Τρίτη προσπάθεια προσεταιρισμοῦ του. Ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Ἀναθεματίσθηκε, κακοποιήθηκε καί διαπομπεύθηκε. Ἡ κακοποίηση τοῦ Ἁγίου ἔδωσε ἀφορμή γιά τή διαμόρφωση παραδόσεως περί ἀποκοπῆς τῆς γλώσσας καί τῆς δεξιᾶς χειρός αὐτοῦ. Μετά ἀπό αὐτά ἐξορίσθηκε στή Λαζική τοῦ Πόντου, στό φρούριο Σχίμαρις, ὅπου καί κοιμήθηκε ὁσίως στίς 13 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 662 μ.Χ.
Τό τίμιο λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, στή χώρα τῶν Λαζῶν. Ἀπό τόν τάφο του ἔβγαινε φῶς κάθε νύχτα καί φώτιζε τήν περιοχή, γεγονός πού πιστοποιοῦσε τήν ἁγιότητά του.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται τήν 21η Ἰανουαρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τήν ὡραιότητα.
Τήν τῶν λειψάνων σου, ἁγίαν λάρνακα, ἀρωματίζουσαν, ζωῆς τάς χάριτας, ὡς κιβωτόν ἁγιασμοῦ, πλουτήσαντες θεοφόρε, ἐξ αὐτῆς δρεπόμεθα, χάριν θείαν καί ἔλεος, Μάξιμε πανεύφημε, τῆς σοφίας ὁ τρόφιμος· διό μή διαλίπῃς πρεσβεύων, θείας τυχεῖν ἡμᾶς εὐκλείας.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τήν ἐν πρεσβείαις.
Τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρμαχε θεηγόρε, Ὀρθοδοξίας ἀσφάλεια καί λαμπρότης, λύρα τῆς εὐσεβείας καί ὄργανον, καί Μοναστῶν τό θεῖον καί ἱερόν ἀγλάϊσμα, ἀεί ἡμᾶς φρούρει, Πάτερ Μάξιμε.

Μεγαλυνάριον.
Τήν τῶν σῶν λειψάνων θείαν σορόν, πνέουσαν τῷ κόσμῳ, εὐωδίαν τήν μυστικήν, Μάξιμε ἐκ τάφου, κομίσαντες ἐκ πόθου, τῆς σῆς ὁμολογίας, τούς ἄθλους μέλπομεν.

Ἁγία Εἰρήνη ἡ Βασίλισσα (μετονομασθείσα σε Μοναχὴ Ξένη) (13 Αυγούστου)

5ζησε τόν 12ο αἰῶνα μ.Χ. καί ἦταν κόρη ὡραῖα καί ἐνάρετη. Αὐτό τό παρατήρησε ὁ βασιλιάς Ἀλέξιος ὁ Κομνηνός καί τήν πάντρεψε μέ τό γιό του Ἰωάννη, τόν ἐπονομαζόμενο Καλοϊωάννη λόγω τῶν πολλῶν του ἀρετῶν. Ἡ ἐνάρετη λοιπόν βασίλισσα Εἰρήνη, ξόδευε μέ ἁπλοχεριά σέ φιλανθρωπικά ἔργα. Μόνη μάλιστα πήγαινε σέ φτωχικές καλύβες, γιά νά δώσει ὄχι μόνο χρήματα, ἀλλά καί ἀνώτερη ἐνίσχυση καί παρηγοριά τῆς ἐλπίδας στόν Χριστό. Ἐπίσης ἔκτισε γηροκομεῖα καί ξενῶνες, καί ἄφησε σ’ αὐτά μεγάλα χρηματικά ποσά γιά τήν ἀσφαλή καί ἄνετη συντήρησή τους. Στή συνέχεια ὅμως, ἡ Εἰρήνη δοκίμασε μεγάλες θλίψεις. Ὁ ἄντρας της σέ μιά ἐκστρατεία του στή Συρία τό 1143, πέθανε. Ἀργότερα τό ἴδιο συνέβη καί μέ τά δυό ἀπό τά τέσσερα παιδιά της. Τότε ἡ Εἰρήνη, θέλησε νά βρεῖ ἀνακούφιση στίς θλίψεις της μέσα στή μοναχική ζωή. Ἀφοῦ λοιπόν πῆρε καί τή συγκατάθεση τοῦ βασιλιά γιοῦ της Μανουήλ, ἀποσύρθηκε στή μονή Παντοκράτορος, ὅπου καί ἔγινε μοναχή, μετονομασθεῖσα Ξένη. Ἐκεῖ τήν βρῆκε ὁ θάνατος καί τήν κήδευσαν μέ μεγάλη ἁπλότητα, ὅπως ἡ ἴδια τό ἐπιθυμοῦσε. Διότι λίγο πρίν πεθάνει ἔλεγε, ὅτι ἡ βασίλισσα Εἰρήνη εἶχε πεθάνει πρό πολλοῦ, καί δέν ἔμενε πλέον παρά μόνο ἡ μοναχή Ξένη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἁγία Εὐδοκία ἡ βασίλισσα (13 Αυγούστου)

7ταν κόρη τοῦ ἀθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου καί γεννήθηκε τό 401 μ.Χ. και το όνομά της ήταν αρχικά Ἀθηναΐς. Σπούδασε κατά τόν καλύτερο τρόπο τή γραμματική, τή ρητορική καί τή φιλοσοφία.
Ὅταν πέθανε ὁ Λεόντιος, ἄφησε ὅλη τήν περιουσία του στούς γιούς του, καί σ’ αὐτήν ἄφησε μόνο 100 χρυσά νομίσματα. Ὅταν, λοιπόν, ᾖλθε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά διεκδικήσει τά κληρονομικά της δικαιώματα, γνωρίστηκε με την ἀδελφή του Θεοδοσίου τοῦ Β’, Πουλχερία, η οποία κατενθουσιάστηκε ἀπό τά σπάνια χαρίσματα τῆς ἀθηναίας κόρης και την πρόκρινε για σύζυγο του Αυτοκράτορα αδελφού της. Έτσι, παντρεύτηκε τόν Θεοδόσιο και βαπτίστηκε χριστιανή παίρνοντας τό ὄνομα Εὐδοκία.
Ἡ Εὐδοκία, ἀπό τή φύση της γυναῖκα σεμνή, δέν ἀνακατεύθηκε καθόλου μέ τίς βασιλικές ὑποθέσεις. Τήν εἵλκυσε περισσότερο ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, γι’ αὐτό καί ἐπεδίωξε νά ἐπισκεφθεῖ τούς Ἁγίους Τόπους. Ὅταν ὁ σκοπός της πραγματοποιήθηκε, αἰσθάνθηκε τήν ψυχή της νά φτερουγίζει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἐπιστροφή της, ὅμως, στή Βασιλεύουσα, ἐπεφύλασσε ἐκπλήξεις. Οἱ σχέσεις της μέ τόν Θεοδόσιο ψυχράνθηκαν, λόγω συκοφαντιῶν. Γι’ αὐτό, μέ τήν ἄδειά του, ἐπέστρεψε στήν Ἱερουσαλήμ, ὅπου ἵδρυσε πολλά μοναστήρια καί, μέ προσευχή, μελέτη καί «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καί σεμνότητι», τελείωσε τήν ζωή της.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Θαυματουργός Ἀρχιεπίσκοπος Προκοννήσου (Προικοννήσου) (1 Αυγούστου)

5ζησε στά μέσα του 6ου αἰῶνα, ἐπί βασιλέων Ἰουστίνου τοῦ Θράκα καί Ἰουστίνου ἀνεψιοῦ του Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου.
Λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς, ἔγινε ἐπίσκοπος Προκοννήσου ἢ Προικοννήσου, καί πού σήμερα λέγεται Μαρμαράς. Τά ποιμαντικά του καθήκοντα ἐξάσκησε ἄριστα διά τῆς πραότητάς του καί διά τῆς προσευχῆς. Κάποτε μάλιστα θεράπευσε καί τήν κόρη τοῦ βασιλιά Ἰουστινιανοῦ ἀπό δαιμόνιο.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά τήν 1η Αὐγούστου. Ἀργότερα ἡ βασίλισσα Θεοδώρα, πρός ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης στόν Ἅγιο, ἔκτισε Μονή στό ὄνομά του, ἐκεῖ ὅπου βρέθηκε τό ἅγιο λείψανό του. Ἐκεῖ κοντά μάλιστα, βρέθηκε καί πηγή ἁγιάσματος.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx
Programma1

Nisteiodromio1
10 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
11 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
12 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
 
13 Αυγούστου 2020
Νηστεία
 
 
14 Αυγούστου 2020
Νηστεία 
 
  
15 Αυγούστου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 16 Αυγούστου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές

Τί είναι Πάσχα;
Το Πάσχα είναι ο προορισμός ενός ταξιδιού, ενός μεγάλου ταξιδιού, είναι το ζητούμενο, το τέλος, της λέξης τέλος λαμβανομένης με την αρχαιοελληνική έννοια, δηλαδή του σκοπού. Είναι η προσδοκία του κάθε ανθρώπου. Και λέω του κάθε ανθρώπου γιατί το Πάσχα είναι η προσδοκία όχι μόνον ενός Χριστιανού, αλλά είναι η προσδοκία κάθε ανθρώπου ακόμη κι αν αυτός δεν το γνωρίζει. Είναι το πέρασμα. Για αν αντιληφθούμε τί σημαίνει Πάσχα, θα πρέπει αρχικά να δούμε από πού λαμβάνει το όνομά του.
Πάσχα είναι ο εξελληνισμός της εβραϊκής λέξης Πεσάχ, που σημαίνει πέρασμα. Για τους εβραίους, οι οποίοι κι εκείνοι εόρταζαν και μέχρι σήμερα εορτάζουν το Πάσχα ήταν το πέρασμα από τη δουλεία της Αιγύπτου στην ελευθερία. Το οποίο νοηματοδοτείτο αυτή ακριβώς η ελευθερία από το πέρασμα, από τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας.
Για τον Χριστιανό τώρα, το Πάσχα συνεχίζει να είναι ένα πέρασμα, αλλά είναι ένα πέρασμα από τη δουλεία της φθοράς και του θανάτου στην ελευθερία της ζωής. Για αυτό και το Πάσχα είναι η εορτή των εορτών, είναι αυτό το οποίο νοηματοδοτεί όλη την Εκκλησία. Όμως, επειδή, όπως προείπαμε, αποτελεί τον προορισμό ενός ταξιδιού για να αντιληφθούμε αυτόν ακριβώς τον προορισμό, θα πρέπει λίγο να περιδιαβούμε το ταξίδι, το οποίο ταξίδι δεν είναι τίποτε άλλο από το Τριώδιο.

Ξεκινάει από το Τριώδιο, δηλαδή το ταξίδι;
Ακριβώς.

Και το Τριώδιο τί είναι, όταν λέμε ξεκινάει το Τριώδιο, το συνηθίζουμε, αλλά στην ουσία;
Ακριβώς. Λέμε ξεκίνησε το Τριώδιο ή άνοιξε το Τριώδιο. Τί είναι το Τριώδιο; Είναι ένα βιβλίο. Όπως ακριβώς το ακούτε. Ένα μεγάλο βιβλίο, το οποίο γιατί λέγεται Τριώδιο; Διότι ενώ στην Εκκλησία πάντοτε στον Όρθρο είθισται οι κανόνες οι οποίοι ψάλλονται να έχουν 9 ωδές ο καθένας, οι κανόνες που το Τριώδιο περιλαμβάνει έχουν μόνο 3 ωδές. Τρεις, λοιπόν, ωδές → Τριώδιο. Από αυτές τις 3 ωδές, επειδή το νόημά τους το θεολογικό είναι τόσο ισχυρό, πήρε την ονομασία ολόκληρο το βιβλίο. Τριώδιο είναι το βιβλίο αυτό το οποίο διαβάζεται και στην ουσία μάς προετοιμάζει στο να καταφέρουμε κι εμείς να βιώσουμε το Πάσχα.

Είναι δηλαδή για προετοιμασία.
Ακριβώς. Είναι μια καθαρή προπαρασκευαστική περίοδος.

Προπαρασκευαστική. Ας ξεκινήσουμε από εκεί. Δηλαδή, ποια είναι αυτή η προπαρασκευαστική περίοδος;
Λοιπόν, κάθε μεγάλη γιορτή στην Εκκλησία έχει οπωσδήποτε μία προπαρασκευαστική περίοδο, ώστε ο Χριστιανός να μπορέσει να εισαχθεί ομαλά σε αυτήν την εορτή. Βλέπουμε για παράδειγμα ότι προπαρασκευαστική περίοδο έχουν τα Χριστούγεννα, προπαρασκευαστική περίοδο, μία ολόκληρη προπαρασκευαστική περίοδος είναι ο Δεκαπενταύγουστος, που μας προετοιμάζει για την Κοίμηση της Παναγίας.
Αφού, λοιπόν, οι άλλες οι εορτές, οι μεγάλες εορτές έχουν προπαρασκευαστική περίοδο, δεν θα μπορούσε η εορτή των εορτών, η μεγαλύτερη εορτή όλων των εορτών να μην έχει. Έτσι, λοιπόν, έχει το Τριώδιο.


Αρχικά, προπαρασκευαστική περίοδος για το Πάσχα ήταν μόνο η Μεγάλη Εβδομάδα, δηλαδή το Τριώδιο ξεκινούσε το Σάββατο του Λαζάρου και ολοκληρωνόταν το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ. Στη συνέχεια προσετέθησαν οι έξι εβδομάδες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ενώ στη συνέχεια προσετέθησαν άλλες τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, δηλαδή στην ουσία έχουμε την εντατική προετοιμασία της Μεγάλης Εβδομάδος, την προετοιμασία και την προπαρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και έχουμε πλέον και μία προετομασία για την προετοιμασία, που είναι οι τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Έτσι, φτάσαμε σήμερα, από πολύ νωρίς μάλλον, ήδη από τους πρώτους αιώνες, το Τριώδιο να ξεκινάει ακριβώς δέκα εβδομάδες πριν από το Πάσχα και έτσι να μιλάμε για 70 ημέρες ψυχοσωματικής προετοιμασίας.

Άρα είναι πολύ περισσότερες από τις 40, που προετοιμαζόμαστε ψυχοσωματικά.
Ακριβώς. 70 ολόκληρες ημέρες, στις οποίες πλέον, από την εβδομηκοστή μέρα, εάν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τον χρόνο να λειτουργεί αντίστροφα, ήδη ξεκινάει ο Χριστιανός ένα βήμα. Ένα βήμα μέχρι να φτάσει τελικά στην εβδομηκοστή ημέρα, που είναι η μέρα του Πάσχα.

Και την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, τί εορτάζουμε; Με τί ξεκινάμε;
Πολύ ωραία. Η πρώτη Κυριακή θα λέγαμε μας εισάγει στο κλίμα της Εκκλησίας. Μας εισάγει στο πνεύμα, το οποίο, βέβαια, θα έπρεπε να επικρατεί όλο τον χρόνο, αλλά εντατικοποιείται κυρίως εκείνη την περίοδο, η οποία Κυριακή είναι η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου.
Γνωστή η παραβολή. Ανεβαίνουν στο Ιερό δύο άνθρωποι, ο ένας ήταν Τελώνης, ο άλλος Φαρισαίος. Και για να ερμηνεύσουμε, για να μεταφράσουμε με σημερινές έννοιες τους δύο όρους, ο Τελώνης ήταν ο φοροεισπράκτορας, όμως, ο φοροεισπράκτορας εκείνος ο οποίος εισέπραττε τους φόρους για τους Ρωμαίους, του οποίου, όμως, του έδινε ο νόμος το δικαίωμα να κάνει όσες προσαυξήσεις ήθελε. Άρα, ο Τελώνης δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα σημερινό τοκογλύφο. Ενώ ο Φαρισαίος αντίστοιχα ήταν ο τηρητής τού νόμου, ο διδάσκαλος, ο καθώς πρέπει. Θα μπορούσαμε να πούμε κάτι σαν ένας καθηγητής Θεολογίας του Πανεπιστημίου ή ένας ανώτατος κληρικός τής εποχής εκείνης.
Πηγαίνουν, λοιπόν, και οι δύο στο Ιερό και ξεκινάει ο μεν Φαρισαίος να προσεύχεται: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, που δεν είμαι έτσι, που δεν είμαι κλέφτης, που δεν είμαι άρπαγας, που νηστεύω, που κάνω ελεημοσύνες, κλπ.». Δηλαδή, ξεκινάει ο Φαρισαίος προσευχόμενος να εξιστορεί όλα τα του τα καλά έργα, να περιαυτολογεί, δηλαδή. Και μάλιστα, είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο Φαρισαίος στην προσευχή του αυτή δεν λέει ψέμματα. Ό,τι λέει, το κάνει όντως. Όντως νηστεύει, όντως αποδεκατεί τα υπάρχοντά του, όντως, ό,τι λέει όντως το κάνει. Αντιθέτως, λέει, ο Τελώνης, ο τοκογλύφος, ο περιθωριακός για τις ημέρες τις δικές μας, ο εγκληματίας, ο άνθρωπος της νύχτας, ο τελειωμένος, ας μη μας τρομάζουν οι λέξεις, καθόταν πίσω-πίσω στο Ιερό, γονατιστός, τύπτοντας το στήθος του, χτυπώντας το στήθος του, έλεγε μόνο μία φράση: Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Θεέ μου, λυπήσου με τον αμαρτωλό. Και καταλήγει, βέβαια, η περικοπή, ότι ο Φαρισαίος έφυγε από το Ιερό καταδικασμένος από το Θεό, ενώ ο Τελώνης έφυγε μάλλον δεδικαιωμένος, πολύ περισσότερο εξαγνισμένος από ό,τι ο Φαρισαίος. Για ποιο λόγο; Γιατί ο Τελώνης δεν είχε καμία αρετή, είχε όμως μία, η οποία αναπλήρωνε όλες τις άλλες και δεν είναι άλλη από την ταπείνωση. Αντιθέτως, ο Φαρισαίος μπορεί να είχε όλες τις άλλες αρετές, αλλά είχε ένα πάθος το οποίο κατέστρεφε όλες τις άλλες αρετές του, το οποίο πάθος δεν είναι άλλο από την υπερηφάνεια.
Έτσι, λοιπόν, πρώτη, με την έναρξη του Τριωδίου η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι κοίτα Χριστιανέ, κοίτα άνθρωπε, τώρα θα μπεις σε ένα στάδιο, σε μία περίοδο αγώνων, δοκιμασίας, κάθαρσης, προσευχής και κανόνισε ό,τι κάνεις να το επισφραγίσεις με την ταπείνωσή σου, ώστε να είναι αρεστό στο Θεό. Διαφορετικά, οτιδήποτε και αν κάνεις, εάν έχεις την αλαζονεία και την υπερηφάνεια του Φαρισαίου, θα έχεις ακριβώς κι εσύ την κατάληξη του Φαρισαίου. Όλα αυτά θα γίνουν θυσία προς το διάβολο και όχι προς το Θεό. Αφού η ταπείνωση, σύμφωνα με την Εκκλησία και τους Πατέρες της Εκκλησίας αποτελεί τη μόνη μέθοδο δικαιώσεώς μας απέναντι στο Θεό. Είναι η πρώτη όλων των αρετών, χωρίς την οποία όλες αναιρούνται, όλες κατανικώνται και όλες καταργούνται από τον εγωισμό μας.

Μας είπατε πριν τί γιορτάζουμε την πρώτη Κυριακή τού Τριωδίου. Τη δεύτερη Κυριακή;
Τη δεύτερη Κυριακή, το δεύτερο σκαλοπάτι, αφού την πρώτη Κυριακή η Εκκλησία μας μας διδάσκει την ταπείνωση, τη δεύτερη Κυριακή μας προβάλλει μία άλλη παραβολή, εκείνη του Ασώτου Υιού, η οποία παραβολή αποτελεί το Ευαγγέλιο του Ευαγγελίου. Και μάλιστα, θα πουν χαρακτηριστικά οι Πατέρες της Εκκλησίας ότι ακόμη και αν χανόταν όλο το Ευαγγέλιο και παρέμενε μόνο η παραβολή του Ασώτου Υιού, δεν θα χάναμε τίποτα από το νόημα και το πνεύμα τού Ευαγγελίου.
Και αυτή γνωστή. Ένας πατέρας, ποιος είναι ο πατέρας; Ο Θεός. Έχει δύο γιους. Ποιοι είναι οι γιοι; Όλοι εμείς. Ο ένας, λοιπόν, από τους δύο, ο μικρότερος, μάλιστα, θα του πει κάποια στιγμή «δώσμου ό,τι μου ανήκει, διότι θέλω να φύγω». Πόσοι δεν είναι αυτοί, οι οποίοι κυρίως την περίοδο της νεότητάς τους θέλουν να κάνουν την επανάστασή τους και να απομακρυνθούν από το Θεό. Νόμιζε ο μικρός γιος ότι το να ζει μαζί με τον Πατέρα ήταν μία δέσμευση, μία φυλακή. Όπως πολλές φορές και ο άνθρωπος νομίζει ότι το να ζει κοντά στο Θεό, ακολουθώντας τις εντολές τού Θεού, αποτελεί έναν περιορισμό. Έτσι, λοιπόν, ο μικρός γιος φεύγει. Ο Πατέρας δεν θα του πει κάτσε, μη, θα τον αφήσει στην απόλυτη ελευθερία του, στην απόλυτη ελευθερία όπως μας αφήνει ο Θεός όλους μας. Θα φύγει ο μικρός γιος, θα πάει, λέει, σε μία χώρα μακρινή, όπου θα φάει όλη του την ουσία. Και το Ευαγγέλιο δεν λέει ότι θα φάει όλη την περιουσία του, αλλά όλη την ουσία του. Αλλά πολύ σύντομα, λέει, θα έρθει πείνα.
Πάντοτε η απομάκρυνση από το Θεό τον πρώτο καιρό μας χαροποιεί, μέχρι να κορεσθεί πλέον ο άνθρωπος. Όταν θα κορεστεί, θα αντιληφθεί το κενό του και θα δει ότι η ζωή που ζει μακριά από το Θεό είναι μία ζωή μιζέριας και απόλυτης κατάπτωσης. Θα βόσκει χοίρους, θα πέσει πολύ χαμηλά, ώστε κάποια στιγμή να έρθει σεαυτόν, όπως λέει το Ευαγγέλιο και να σκεφτεί «μα, πόσοι δούλοι του Πατέρα μου κάθονται στο σπίτι και ζουν πλουσιοπάροχα. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ. Θα επιστρέψω και θα του ζητήσω να με δεχτεί πίσω, όχι ως γιο του, αλλά ως έναν από τους δούλους.». Το οποίο και κάνει. Επιστρέφει. Ο Πατέρας τον περιμένει στην είσοδο του σπιτιού, δεν τον ρωτάει «πού ήσουν, τί έκανες, στα είπα εγώ, καλά να πάθεις», αλλά τον αγκαλιάζει, του βάζει καινούρια ρούχα και δίδει εντολή να γίνει μεγάλη γιορτή, διότι επέστρεψε ο μικρός του γιος.
Και την ώρα που γίνεται το μεγάλο γλέντι αυτό, επιστρέφει ο μεγάλος γιος από το χωράφι, ακούει όλο αυτό το γλέντι, ρωτάει έναν από τους δούλους τί συμβαίνει, του λέει ο δούλος, και τότε οργισμένος ο μεγάλος γιος δεν ήθελε να μπει, θεωρώντας ότι δεν άξιζε αυτή η γιορτή στον μικρό του αδερφό.
Σπουδαία νοήματα. Θα μπορούσε μόνο για αυτήν την παραβολή κανείς να μιλάει ολόκληρες ημέρες. Η αγάπη του Θεού-πατέρα, το κατάντημα της αμαρτίας, η δύναμη της μετάνοιας, η οποία σβήνει τα πάντα, και από την άλλη ο μεγάλος γιος, ο οποίος συμβολίζει το σημερινό θρησκόληπτο, ο οποίος νομίζει ότι ο Παράδεισος του ανήκει, ο οποίος νομίζει ότι είναι καλύτερος από όλους και ο οποίος σε κάθε πνευματική χαρά τού διπλανού του, τον οποίο θεωρεί αμαρτωλό, αντί να χαρεί, λυπείται και οργίζεται.
Και τελικά κλείνει αυτή η παραβολή με τον μικρό γιο να βρίσκεται μέσα στο γλέντι, δηλαδή μέσα στη Βασιλεία του Θεού, ενώ με το μεγάλο γιο, ο οποίος δεν απομακρύνθηκε ποτέ δίπλα από τον Πατέρα του, έστω και σωματικά, να βρίσκεται έξω.

Κατ’ επιλογή του, βέβαια, αυτό.
Με επιλογή του, ακριβώς. Δεν τον αφήνει και πάλι, δεν τον αφήνει ο εγωισμός. Ο εγωισμός, ο οποίος είδαμε να κατατρώει και να καταστρέφει τον Φαρισαίο της προηγούμενης Κυριακής, ο ίδιος εγωισμός καταστρέφει και το μεγάλο γιο.
Άρα βλέπουμε πώς έρχεται η δεύτερη Κυριακή να συμπληρώσει την πρώτη.
Είναι ο εγωισμός και το ενδόμυχο μίσος απέναντι στον άλλον.
Ας σκεφτούμε λίγο όλους αυτούς τους θρησκόληπτους ανθρώπους, οι οποίοι δυστυχώς μπορεί να είναι μέρα νύχτα στην Εκκλησία, από μικρά παιδιά στην Εκκλησία, αλλά ποτέ δεν αντιλήφθησαν ποιο είναι το πνεύμα της Εκκλησίας. Άνθρωποι οι οποίοι κατατρώγονται από τα πάθη τους, από την κακία τους, από τον εγωισμό τους. Άνθρωποι οι οποίοι θεωρούν ότι μόνον εκείνοι τηρούν τις εντολές του Θεού και καταδικάζουν όλους τους άλλους.

Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι είναι σαν να γίνεται κάτι μηχανικά, να έχει χάσει όλη την ουσία και να γίνεται μηχανικά αυτό το πράγμα.
Ακριβώς. Όπως ακριβώς μηχανικά βρισκόταν ο μεγάλος γιος όλα αυτά τα χρόνια δίπλα στον Πατέρα. Μπορεί σωματικά να ήταν εκεί, αλλά πνευματικά δεν ήταν εκεί. Αντιθέτως, ο μικρός γιος μπορεί σωματικά να έλειπε, αλλά σκεφτόταν τον Πατέρα. Ο μικρός γιος, για να το πούμε έτσι πολύ απλά και κατανοητά, είχε κότσια. Είχε κότσια αρχικά να φύγει, να εγκαταλείψει τον Πατέρα του, αλλά είχε ακόμη μεγαλύτερο θάρρος να πει «θα ρίξω τα μούτρα μου και θα γυρίσω στον Πατέρα».
Για αυτό και η πνευματική ζωή σήμερα χρειάζεται κότσια. Αυτό που έλεγε ο όσιος Παΐσιος, ότι ο Θεός μας θέλει λεβέντες, μας θέλει άρχοντες, δεν μας θέλει κακομοίρηδες.
Ο μεγάλος γιος ήταν κακομοίρης. Ήταν δίπλα στον Πατέρα αλλά στην ουσία ποτέ δεν υπήρξε δίπλα στον Πατέρα. Αντιθέτως, ο μικρός έκανε την επανάστασή του απέναντι στον Πατέρα και μετά είχε το θάρρος να κάνει και την επανάστασή του απέναντι στην αμαρτία. Και τελικά δικαιώνεται. Ενώ ο μεγάλος, ο αναμάρτητος, δεν αμάρτησε ποτέ, πάντοτε, όμως, ενδόμυχα ήθελε να αμαρτήσει, για αυτό και ήταν πολύ χειρότερες από τον μικρό τον αμαρτωλό.
Για αυτό και πάρα πολλοί λένε ότι μπορούμε να μιλάμε όχι για την παραλαβή του Ασώτου Υιού, γιατί τελικά ποιος ήταν άσωτος από τους δύο, ο μικρός ή ο μεγάλος; Μάλλον ο μεγάλος.

Πάμε στην τρίτη Κυριακή.
Πάμε στην τρίτη Κυριακή. Την Κυριακή της Απόκρεω. Δηλαδή, την Κυριακή των Αποκρεών. Η Εκκλησία, θα πρέπει να πούμε, ότι η νηστεία δεν ξεκινάει την Καθαρά Δευτέρα, αλλά ξεκινάει μία εβδομάδα πριν, όπου κατ’ αυτήν την εβδομάδα την προ της Καθαρά Δευτέρας έχουμε κατάλυση σε γαλακτοκομικά, αυγά, κλπ., αλλά δεν έχουμε κατάλυση σε κρέας.

Εξ ου και το Απόκρεω. Είναι σύνθετη λέξη.
Ακριβώς, Απόκριες. Από αυτήν την Κυριακή, την τρίτη Κυριακή, ο Χριστιανός από την επομένη, δηλαδή την Δευτέρα, θα απέχει από το κρέας. Εξ ου και Κυριακή των Αποκρεών.
Τί εορτάζουμε την Κυριακή αυτή; Γιορτάζουμε, μάλλον θυμόμαστε, σκεφτόμαστε την Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου. Είδαμε ότι στην πρώτη και τη δεύτερη Κυριακή τού Τριωδίου η Εκκλησία μάς υπενθύμισε πόσο ελεήμων, πολυέλεος και φιλεύσπλαχνος είναι ο Θεός. Τώρα, όμως, έρχεται να μας πει ότι, ναι μεν, είναι όλα αυτά, αλλά συγχρόνως είναι και δίκαιος Κριτής, ο οποίος κατά την Δευτέρα Παρουσία θα μας κρίνει. Και πώς θα μας κρίνει; Το πώς θα μας κρίνει το διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο, το οποίο ακούμε στις Εκκλησίες εκείνη την ημέρα, το οποίο προέρχεται από τον Ματθαίο, ότι όταν, λέει, θα έρθει ο Χριστός μέσα στη δόξα του, τότε, λέει, θα τους μαζέψει όλους και θα τους κάνει τις εξής ερωτήσεις.
Επείνασα γαρ, και δώκατέ μοι φαγήν. Εδίψησα και εποτίσατέ με. Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθαί με, εν φυλακή ήμην και ήλθατε προς με.
Με λίγα λόγια εσείς, λέει, θα μπείτε στη Βασιλεία μου γιατί πείνασα και με ταΐσατε, επειδή δίψασα και με ποτίσατε, γιατί ήμουν ξένος και με βάλατε στο σπίτι σας, γιατί ήμουν γυμνός και με ντύσατε, γιατί ήμουν άρρωστος και με επισκεφθήκατε, γιατί ήμουν στην φυλακή και ήρθατε να με δείτε. Ενώ αντίστοιχα, εκείνους τους οποίους θα τους οδηγήσει στην κόλαση, θα τους οδηγήσει στην κόλαση επειδή ακριβώς δεν έκαναν όλα τα παραπάνω.
Με πόση σοφία οι Πατέρες της Εκκλησίας ορίζουν την κάθε Κυριακή! Μας καλούν από την Κυριακή της Απόκρεω σε νηστεία. Μας καλούν σε μία πνευματική εγρήγορση, μας καλούν σε πνευματικούς αγώνες, αλλά συγχρόνως μας λένε ότι δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε και τον διπλανό μας. Η Τεσσαρακοστή δεν είναι μια περίοδος όπου είμαι μόνος εγώ, μόνος μόνο Θεό. Είναι μια περίοδος όπου είμαι εγώ με το Θεό και εγώ με τους συνανθρώπους μου, τους διπλανούς μου.

Συλλογική, δεν είναι ατομική.
Ακριβώς, η Εκκλησία δεν αφήνει κανένα απολύτως παραθυράκι. Συνήθως ο νόμος αφήνει παραθυράκια τα οποία εκμεταλλεύονται οι έξυπνοι δικηγόροι. Η Εκκλησία δεν αφήνει κανένα απολύτως παραθυράκι. Μόλις πας να ξεφύγεις από κάπου, θα σου βάλει αμέσως το φρένο, το όριο.
Δευτέρα Παρουσία, λοιπόν,