diax
Agioi1

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατά τήν ἐποχή τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπό τόν Πόντο καί γεννήθηκε σέ ἕνα μικρό χωριό τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, πού λεγόταν Ἀριανζός, τό 330 μ.Χ.
Ναζιανζηνός ὀνομάσθηκε, ἐπειδή ἔζησε τόν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στή Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καί τό πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρίν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολύ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στόν δημόσιο βίο καί ἀνῆκε σέ μία ἰουδαῖο-ἐθνική αἵρεση πού λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καί ἡ ἀρετή της ἐπηρέασαν τόν σύζυγό της καί τόν ἔκαναν νά μεταστραφεῖ στήν ἀληθινή πίστη.
Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καί Νόννα, δέν εἶχαν παιδιά καί ἱκέτευαν τόν Θεό νά χαρίσει σέ αὐτούς τήν χαρά τῆς τεκνοποιΐας. Καί πράγματι, ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καί ἡ Νόννα γέννησε τόν Ἅγιο Γρηγόριο, τόν ὁποῖο πρίν ἀκόμα αὐτός γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ νά τόν ἀφιερώσει στόν Θεό.
Πολλές φορές ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τούς γονεῖς του μέ τόν Ἀβραάμ καί τή Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σέ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τόν Ἰσαάκ.
Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νά μορφώσουν καί νά ἐμφυσήσουν στόν πρωτότοκο υἱό τους τήν ἀγάπη πρός τά γράμματα καί τήν χριστιανική πίστη. Ἀπό τήν παιδική ἡλικία ἐνέπνευσαν σέ αὐτόν ἔντονη καί βαθιά θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτός ἀπό εὐσέβεια καί πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε στόν ἑαυτό του νά ζήσει μέ ἁγνεία καί παρθενία.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στήν δυνατότητα πού εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρές σπουδές. Σπούδασε σέ ὅλα τά τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τή Ναζιανζό, τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τήν Ἀντιόχεια, τήν Ἀλεξάνδρεια, τήν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δέν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καί ἡ Ρώμη δέν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιά τούς Ἕλληνες. Στίς πόλεις αὐτές μελέτησε τίς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καί ἄκουσε τούς σοφότερους διδασκάλους, μεταξύ τῶν ὁποίων τόν Δίδυμο τόν Τυφλό, πού τότε διηύθυνε τή θεολογική σχολή τῆς Ἀλεξάνδρειας καί τούς φιλόσοφους Θεσπέσιο στήν Καισάρεια καί Ἰμέριο καί Προαιρέσιο στήν Ἀθήνα. Γιά τόν Προαιρέσιο γίνεται δεκτό ὅτι ἦταν Χριστιανός.

Οἱ σπουδές δέν ἔκαναν τόν Ἅγιο νά ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου καί τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστά στήν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τόν ἑαυτό του μέ τόν Σαούλ πού ἔτρεχε χωρίς νά ξέρει. Αὐτό πού τελικά βρῆκε κατά τήν διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀναφέρει τό γεγονός τῆς φιλίας του μέ τόν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὔρημα καί ἀπό ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.
Ὅταν τελείωσε τίς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν. Ὅμως δέν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καί ἀγωνιοῦσε νά μήν πεθάνει, πρίν ἐπιστρέψει στόν πατέρα του καί βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτό καί ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια στήν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολύ καί παρακάλεσε νά τόν ἐλεήσει ὁ Θεός, νά βοηθήσει νά μήν πνιγεῖ, γιά νά ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Τό βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τό ἐπακολούθησε συνειδητός πνευματικός ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιά τήν κάθαρση, τήν πνευματική πρόοδο, τή θέωση. Μαζί μέ τόν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καί ὁμόψυχό του Ἅγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στόν Πόντο καί παραδόθηκαν κυριολεκτικά στήν προσευχή καί τήν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπό Ἐκεῖνον πού θέλει νά γινόμαστε βιαστές τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καί οἱ δυό μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιά τίς πνευματικές του ἐμπειρίες καί τά οὐράνια χαρίσματα πού ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτές πρέπει νά ἦταν πολύ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτά πού ἔβλεπε μέ αὐτά τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τόν Κύριο τῆς Δόξας καί ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί εἶδε τά ἄρρητα ρήματα, τή δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γρήγορα κάλεσε ὁ Θεός τόν Γρηγόριο στήν διακονία Του. Τά τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στή Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπό βοηθό καί συνεργάτη στή «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τήν ἱεροσύνη, θέλησε νά τόν χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδή ἔβλεπε στό πρόσωπό του ὄχι μόνο τόν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλά καί τόν ζηλωτή γιά τήν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργό τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τήν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τό βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατά σάρκα καί πνευματικός πατέρας), πού ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νά εὐλαβεῖται. Ἔκανε ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καί χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετά τήν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στήν μόνωση καί τήν προσευχή. Ἀποσύρθηκε λοιπόν στό ἐρημητήριό του, στή γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καί βρῆκε τή γαλήνη καί τήν πορεία του. Καί ἐπέστρεψε μέ εἰρήνη στήν καρδιά νά ἀναλάβει τό πνευματικό του ἔργο, πού τό ἄρχισε μέ τόν περίφημο θεολογικό λόγο περί τοῦ Πάσχα καί τή δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.
Διακονοῦσε μέ ἱερό ζῆλο στό πλευρό τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τόν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο τῆς μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπός του ἦταν νά περιφρουρήσει τή δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπό τίς διεκδικήσεις ἐνός νέου Μητροπολίτη, τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τό γεγονός αὐτό ἔθλιψε ἀκόμη πιό πολύ τόν Γρηγόριο. Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τήν πικρία του. Τελικά ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλά δέν πῆγε ποτέ στά Σάσιμα. Ἕνα χρονικό διάστημα ἔμεινε στή Ναζιανζό, ὡς βοηθός τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στήν παράκλησή του. Καί ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε, τό 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νά ποιμαίνει τήν Ἐκκλησία τῶν Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρίς νά παύσει νά τούς παρακαλεῖ νά ἐκλέξουν καί νά χειροτονήσουν τόν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καί ἐπειδή αὐτό ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τήν πόλη καί κατέφυγε στήν Σελεύκεια τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντά στό Ναό τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τήν εἰρήνη καί τήν ἡσυχία στήν προσευχή καί ἔμεινε ἐκεῖ ἐπί πέντε σχεδόν ἔτη μελετώντας καί συγγράφοντας.
Τήν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοί τόν κάλεσαν στήν Κωνσταντινούπολη νά ἀγωνισθεῖ γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στήν Πόλη δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καί ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δέν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στά χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νά λειτουργεῖ καί νά κηρύττει σέ ἕνα σπίτι πού ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σέ Ναό καί τό ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδή τῆς Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τά περίφημα θεολογικά κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους καί ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοί φανατικοί, πῆραν τήν ἀπόφαση νά τόν ἐξολοθρεύσουν. Τόν ἔβρισαν. Τόν κακολόγησαν. Τόν κτύπησαν. Τόν γρονθοκόπησαν. Τόν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν μάλιστα καί κάποιον νά τόν φονεύσει. Καί θά τόν σκότωνε. Ἀλλά νικημένος ἀπό τήν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στόν ἴδιο τήν ἀλήθεια τήν στιγμή πού εἶχε πάει νά τόν σφάξει.
Μέ ὅπλο τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τή μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως σάν τόν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοί ὅλο καί λιγόστευαν. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπό τό ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τόν κατέστησε τό ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καί τόν ἐνθρόνισε στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δέν εἶχαν ὅλοι τήν ὀρθή κρίση. Μερικοί μεθυσμένοι ἀπό φθόνο κάκιζαν τόν Ἅγιο, διότι δέν πίεζε τόν βασιλέα νά ἀφαιρέσει τίς ἐκκλησίες ἀπό τούς αἱρετικούς καί νά τούς ἀπαγορεύσει νά τελοῦν τήν λατρεία τους. Σέ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀνάγκη τίς λόγχες τοῦ Καίσαρος καί ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετή σάν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καί πράγματι, ἡ ἀλήθεια νίκησε.
Τό ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτή ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τό ἔργο τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τούς Ἀρειανούς καί τούς Πνευματομάχους – Εὐνομιανούς καί συμπλήρωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τό διαμόρφωσε στήν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τόν Ἀπολλιναρισμό, πού διαιροῦσε τόν ἄνθρωπο σέ τρία μέρη (σῶμα, ψυχή καί νοῦ) καί δίδασκε ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τόν Χριστό ἀτελή καί ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τό σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Κυρίου καί τήν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετί πού δέν προσλαμβάνεται ὑπό τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καί ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος καταδίκασε τόν ἀπόλυτο προορισμό, τόν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καί ὁ Λούθηρος καί ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε τόν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικό Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τόν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρό ἐπικήδειο, λόγο πού ἄρχιζε μέ τά λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τόν ἀριθμόν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στήν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο τό κλίμα ἄλλαξε. Ἔφθασε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά συμμετάσχει στήν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μέ τούς Αἰγυπτίους καί Μακεδόνες Ἐπισκόπους. Αὐτοί ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρική ἔναντι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δέν τόν ἀναγνώριζαν σάν κανονικό Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδή τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπό τά Σάσιμα. Καί εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικά καί παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τόν Μάξιμο τόν Κυνικό, πού ἦταν μέν Ὀρθόδοξος ἀλλά ἔμεινε στήν ἱστορία σάν ἕνα αἰνιγματικό πρόσωπο. Ὁ Πέτρος ἔθεσε στήν Σύνοδο τό θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τήν δύναμη νά συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρός τήν ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καί τήν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀηδίασε καί παραιτήθηκε μέ τοῦτα τά λόγια: «Δέν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγώ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στήν Ἐκκλησία, ρίχνω τόν ἑαυτό μου στή θάλασσα». Εὐθύς μετά τήν παραίτησή του λειτούργησε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιά νά ἀποχαιρετίσει τό ποίμνιό του. Καί ἔφυγε χωρίς νά περιμένει νά λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐπέστρεψε στή Ναζιανζό καί γιά λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιά νά γαληνεύσει.
Ὁ Ἅγιος, σέ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τήν ἐκκλησιαστική κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νά κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντός τῆς Ἐκκλησίας μέ τά ὅσα συμβαίνουν ἐκτός αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νά ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τήν ὕπαρξη ἑνότητας στούς κοσμικούς ὀργανισμούς, στίς πόλεις, στούς οἴκους, στό στράτευμα καί ὅμως νά ἀπουσιάζει ἀπό τόν κατ’ ἐξοχήν κήρυκα καί θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τήν Ἐκκλησία καί τούς πιστούς της.
Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δέν σήμαινε ὅτι θά ἔπαυε νά ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἐπίτευξη ἑνότητας καί γιά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στήν Ἐκκλησία, γιά τά δύο αὐτά ὑπέρτατα ἀγαθά.
Τό ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρό κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο τόν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καί ἀποσύρθηκε ὁριστικά στήν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ, ὅπου καί κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στήν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καί στό μαρτυρικό Ναό τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στήν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας πού ὀνομάζεται Δομνίνου, καθώς ἐπίσης καί στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τό ἱερό λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τό μετέφερε ἀπό τή Ναζιανζό τῆς Καππαδοκίας στήν Κωνσταντινούπολη. Κατά τήν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιά νά ἐκκλησιασθοῦν, στό Ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δέν ἔχουν τήν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρά ταῦτα ἔχουν βάθος καί δύναμη περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλου. Τά ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγή τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτό ἔγινε καί ὁ κατ’ ἐξοχήν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ πηγή τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Ὁ ποιμενικός αὐλός τῆς θεολογίας σου, τάς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γάρ τά βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καί τά κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλά πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τάς συμπλοκάς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τήν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καί φοροῦσα σύν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ οὐράνιος θεῖος νοῦς, στόμα τό πυρίπνουν, ὁ τῆς χάριτος ὀφθαλμός, σάλπιγξ εὐσεβείας, πηγή θεολογίας, ὑπερκοσμίων μύστης, σοφέ Γρηγόριε.

Ἅγιος Αὐξέντιος ὁ Νεομάρτυρας (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Νεομάρτυρας Αὐξέντιος, γεννήθηκε τό 1690 στήν ἐπαρχία Βελλᾶς ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Σέ νεαρή ἡλικία μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη καί δούλευε τήν τέχνη τῶν γουναράδων, στό χάνι τό λεγόμενο Μαχμούτ – Πασᾶ. Ἐπιθυμήσας τέρψεις καί ἡδονές ἐγκατέλειψε τήν τέχνη του καί προσλήφθηκε στά βασιλικά καράβια. Ἐκεῖ ξεφαντώνοντας μέ τούς συντρόφους του τούς ἀλλόφυλους, συκοφαντήθηκε ἀπό αὐτούς πώς ἀρνήθηκε τόν Χριστό καί ἔγινε Μουσουλμάνος. Φοβηθεῖς ἐγκατέλειψε τά καράβια καί ἀφοῦ ἀγόρασε βάρκα ἐξασκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ βαρκάρη. Ὅμως μεταμελήθηκε γιά τά πρότερα σφάλματά του καί καταλήφθηκε ζωηρά ἀπό τόν πόθο τοῦ μαρτυρίου. Σέ τυχαῖα συνάντηση πού εἶχε μέ τόν Σύγκελλο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, Γρηγόριο Ξηροποταμηνό, τοῦ ἐξομολογήθηκε τόν πόθο του αὐτό. Λίγο ἀργότερα ὁ Αὐξέντιος ἀναγνωρίσθηκε ἀπό κάποιους ναυτικούς τοῦ τουρκικοῦ στόλου, οἱ ὁποῖοι τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν στό κριτήριο. Ἐκεῖ, παρά τά φρικτά βασανιστήρια, ὁμολόγησε μέ παρρησία ὅτι εἶναι Χριστιανός. Στήν φυλακή τόν ἐπισκέφθηκε ὁ Σύγκελλος Γρηγόριος καί τόν ἐνθάρρυνε νά σταθεῖ μέ ἀνδρεῖο φρόνημα, γιά νά λάβει λαμπρό τό στεφάνι τῆς νίκης ἀπό τόν ἀθλοθέτη Θεό. Ἀνακρινόμενος καί πάλι ὁ Αὐξέντιος εἶπε: «Ἐγώ Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω». Μέ τό ἄκουσμα τῶν λόγων αὐτῶν ὁ κριτής ἐξέδωσε ἀπόφαση νά ἐκτελεσθεῖ διά ξίφους.
Ἔτσι ὁ Μάρτυς Αὐξέντιος ὑπέμεινε τό μαρτύριο, ἀποκεφαλισθεῖς στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 1720. Ἡ τιμία κάρα αὐτοῦ, σώζεται στή Μονή Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἅγιος Βλαδίμηρος ὁ Ἱερομάρτυρας Μητροπολίτης Κιέβου (25 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Βλαδίμηρος γεννήθηκε τήν 1η Ἰανουαρίου 1848 στό χωριό Μάλιε Μορόσκι τῆς ἐπαρχίας τοῦ Ταμπώφ τῆς Ρωσίας. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Βασίλειος Νικηφόροβιτς Μπογκογιαβλένσκυ. Ἔμαθε τά πρῶτα γράμματα στό ἐκκλησιαστικό σχολεῖο καί ἔπειτα σπούδασε στή θεολογική σχολή τοῦ Κιέβου. Ὅταν τό 1874 ἀποπεράτωσε τίς σπουδές του, διορίσθηκε ὡς καθηγητής στήν ἐκκλησιαστική σχολή τοῦ Ταμπώφ, ὅπου καί νυμφεύθηκε.
Ἀπό μικρό παιδί εἶχε κλήση πρός τήν ἱεροσύνη. Ἔτσι, τό ἔτος 1882, χειροτονεῖται πρεσβύτερος καί τοποθετεῖται στό Ναό τοῦ Κοζλώφ. Ἡ πρώτη δοκιμασία δέν ἄργησε νά ἔλθει. Στήν ἀρχή τῆς ἱερατικῆς του διακονίας, μαζί μέ τόν σταυρό τῆς ἱεροσύνης, σηκώνει καί τόν σταυρό τῆς χηρείας. Τό 1886 ἀπεβίωσε ἡ πρεσβυτέρα σύζυγός του καί λίγο ἀργότερα τό μονάκριβο παιδί του.
Ἡ ὑπομονή τοῦ Ἁγίου ἦταν ὅμοια μέ αὐτή τοῦ πολύπαθου Ἰώβ. Φεύγει πλέον ἀπό τόν κόσμο καί ἀκολουθεῖ τή μοναχική ὁδό. Ἐγκαταβιώνει σέ Μονή τοῦ Κοζλώφ καί στίς 6 Φεβρουαρίου 1886 κείρεται μοναχός μέ τό ὄνομα Βλαδίμηρος. Τό ἔτος 1888 ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σταρορούσκϊυ καί καλεῖται νά διακονήσει τό λαό τοῦ Θεοῦ. Ἀφιερώνεται ὁλόψυχα στό πολύπαθο καί ταλαιπωρημένο ποίμνιό του. Ὅλοι ἀναγνώριζαν στό πρόσωπό του τόν ἀληθινό ποιμένα καί πατέρα καί τοῦ φιλανθρώπου Χριστοῦ τόν γνησιότατο μιμητή.

Στίς 19 Ἰανουαρίου 1891 ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος Σαμάρα, τό 1892 Ἀρχιεπίσκοπος Καρτάλιν καί Καχεζίας καί στίς 21 Φεβρουαρίου 1898 Μητροπολίτης Μόσχας. Τό ποιμαντικό, φιλανθρωπικό καί κοινωνικό του ἔργο εἶναι τεράστιο. Διακόπτεται, ὅμως καί πάλι, ὅταν ἐκλέγεται, στίς 23 Νοεμβρίου 1912, Μητροπολίτης τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Τό 1915 ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀναθέτει τά καθήκοντα τοῦ Μητροπολίτη Κιέβου.
Σέ κάθε τόπο πού διακονοῦσε ὁ Ἅγιος Βλαδίμηρος ἄφηνε τά ἴχνη τῆς ἁγιότητάς του. Κυριολεκτικά δαπανοῦσε τόν ἑαυτό του γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Τά χρόνια ἦταν δύσκολα. Τό ἐπαναστατικό κίνημα ἄρχισε νά φουντώνει. Ὁ Ἅγιος προβλέποντας τά μέλλοντα, μιλώντας πρός τούς σπουδαστές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σεμιναρίου τῆς Μόσχας, ἔλεγε: «Ἴσως νά πιστεύετε ὅτι ὁ Πνευματικός ἄρτος πού δίδει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο ἔχει γίνει πολύ σκληρός, γιά νά φαγωθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους. Θά ἔπρεπε νά ἀναρωτηθοῦμε γιά τό ποιοί ἐμεῖς εἴμαστε καί τί κάνουμε γιά τούς πτωχούς ἀδελφούς μας. Οἱ ἀδελφοί μας πεινᾶνε. Εἶναι στό σκοτάδι. Καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἐργασθοῦμε, γιά νά φωτίσουμε τήν ζωή τους μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, τήν πίστη, τήν ἐλπίδα».
Τά γεγονότα τῆς Ὀκτωβριανῆς ἐπαναστάσεως (1917) ἀποτέλεσαν, γιά τούς κατοίκους τοῦ Κιέβου, τήν ἀφορμή γιά νά ἐπιχειρήσουν τήν ἀνεξαρτησία τους. Τό Οὐκρανικό συμβούλιο πίεσε τόν Ἅγιο νά προβεῖ σέ ἐκκλησιαστική αὐτονομία. Ἐκεῖνος δέν τό ἔπραξε καί τόν ἐκθρόνισαν. Ἔτσι κατέφυγε στή μονή τῶν Σπηλαίων. Δέν θέλησε νά ὑποχωρήσει παρά τίς ἀπειλές.
Τά γεγονότα τῆς ἐπαναστάσεως τῶν Μπολσεβίκων δέν ἄφησαν ἀνεπηρέαστο τό Κίεβο, τό ὁποῖο καταλήφθηκε ἀπό τόν ἐπαναστατικό στρατό. Στίς 23 Ἰανουαρίου 1918 οἱ ἐπαναστάτες ἔφθασαν στή Μονή τῶν Σπηλαίων. Τόν συνέλαβαν καί τόν ἐκτέλεσαν. Τό μόνο πού ζήτησε, πρίν τόν ἐκτελέσουν, ἦταν νά τοῦ χαρίσουν λίγη ὥρα, γιά νά προσευχηθεῖ.

 

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
20 Ιαναουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
 
21 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
22 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος 
 
23 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
24 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία
 
25 Ιανουαρίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 26 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
 

Ὁδηγίες γιὰ τὴν τέλεση Βαπτίσεως
Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι γονεῖς, προκειμένου νὰ βαπτίσουν τὸ παιδί τους, πρέπει νὰ ἐνεργήσουν ὡς ἑξῆς:

1. Γενικὰ
α) Σὲ ὅποιον Ναὸ καὶ ἂν τελέσουν τὸ Μυστήριο, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ προκαθορίσουν ἐγκαίρως, τὴν ἡμέρα καὶ ὥρα τέλεσής του μὲ τὸν Ἐφημέριο.

β) Πρὶν τὴν ὥρα τῆς Βάπτισης ἢ νωρίτερα νὰ προσκομίσουν στὸν Ἐφημέριο, τὴν Ληξιαρχικὴ Πράξη γέννησης τοῦ παιδιοῦ, ἡ ὁποία ἔχει ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸ Δῆμο, στὸν ὁποῖο ἔχει δηλωθεῖ ἡ γέννησή του.

γ) Ἐὰν ἐπιθυμοῦν νὰ τελέσουν τὸ Μυστήριο, ὄχι στὸ Ναὸ τῆς Ἐνορίας τους, ἀλλὰ σὲ ἄλλη Ἐνορία, τότε πρέπει νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν Ἐφημέριο τῆς Ἐνορίας τους νὰ μεταβιβάσει τὴν Ληξιαρχικὴ Πράξη γέννησης τοῦ παιδιοῦ, στὸ Ναὸ ὅπου θὰ τελεσθεῖ τὸ Μυστήριο. Συνιστᾶται νὰ τελεῖται τὸ Μυστήριο στὸ Ναὸ τῆς Ἐνορίας κατοικίας τοῦ νηπίου, ἀφοῦ ἐκεῖ θὰ συνεχίσει νὰ ἔχει τὴν Ἐκκλησιαστικὴ ἀναφορὰ και συναναστροφή του.

δ) Ὁ Ἱερέας ποὺ τέλεσε τὸ Μυστήριο ἐκδίδει Δήλωση Βαπτίσεως.

ε) Ἡ Δήλωση Βαπτίσεως κατατίθεται, ἐντὸς μηνὸς στὸ Ληξιαρχεῖο τοῦ Δήμου, ὅπου εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ γέννηση τοῦ παιδιοῦ.

στ) Ἀνάδοχος τοῦ παιδιοῦ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀλλόδοξος ἢ ἀλλόθρησκος, ἀλλὰ καὶ Ὀρθόδοξος, ὁ ὁποῖος ἔχει τελέσει μόνο πολιτικὸ Γάμο.

ζ) Τέκνα προερχόμενα ἀπὸ γονεῖς ποὺ ἔχουν τελέσει μόνο πολιτικὸ γάμο, βαπτίζονται ἐφόσον ὁ Ἀνάδοχος ἐγγυᾶται τὴν κατήχηση τοῦ νεοφωτίστου.

2. Εἰδικὲς περιπτώσεις
α) Σὲ περίπτωση ποὺ μὲ δικαστικὴ Ἀπόφαση, τὴν ἐπιμέλεια τοῦ παιδιοῦ ἔχει ὁ ἕνας γονεὺς ἢ κηδεμόνας γιὰ τὴν τέλεση τοῦ Μυστηρίου καὶ τὴν Ὀνοματοδοσία ἀπαιτεῖται Ὑπεύθυνη Δήλωση τοῦ ἑτέρου γονέα ὅτι συμφωνεῖ ἢ σὲ κατάσταση Κηδεμονίας, ἀμφοτέρων τῶν γονέων, ὅτι συμφωνοῦν.

β) Σὲ περίπτωση διαφωνίας τῶν γονέων, γιὰ τὸ Βάπτισμα ἢ τὴν Ὀνοματοδοσία μπορεῖ αὐτὰ νὰ γίνουν κατόπιν Δικαστικῆς Ἀποφάσεως.

Προσοχή! Δικαστικὴ ἀπόφαση, ἡ ὁποία ἀναθέτει μόνο τὴν ἐπιμέλεια τοῦ τέκνου, προσωρινὴ ἢ μή, στὸν ἕνα ἐκ τῶν δύο γονέων, δὲν καλύπτει τὸν Ἐφημέριο γιὰ τὴν τέλεση Βαπτίσεως.

γ) Γιὰ κάθε περίπτωση, πρὶν τὸ βάπτισμα ἀνηλίκου, οἱ γονεῖς, μὲ ἐπίδειξη τῆς ἀστυνομικῆς ταυτότητός τους, γιὰ τὴν συμφωνία τῶν στοιχείων τους μὲ τὴν Ληξιαρχικὴ πράξη, ὑπογράφουν ἐνώπιον τοῦ Ἐφημερίου γιὰ τὸ θρήσκευμα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ νηπίου.

Σὲ περίπτωση ἀπουσίας ἑνὸς γονέως, ὁ ἐφημέριος μπορεῖ νὰ τελέσει τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, ὅταν ὁ ἕτερος γονεὺς προσκομίσει θεωρημένο ἀντίγραφο, εἴτε τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως θανάτου, εἴτε τῆς σχετικῆς δικαστικῆς ἀπόφασης, βάσει τῶν ὁποίων ὁ ἀπουσιάζων γονεὺς κηρύττεται ρητῶς ἄφαντος ἢ ἔκπτωτος ἀπὸ τὴ γονικὴ μέριμνα.

δ) Σὲ περίπτωση ἀπουσίας τοῦ ἑνὸς γονέως λόγῳ εὐλόγου κωλύμματος (ἀσθενείας, ἀποδημίας κλπ.), τότε ὁ Ἐφημέριος μπορεῖ νὰ προχωρήσει στὴν τέλεση τοῦ Βαπτίσματος, ἐφ᾿ ὅσον ἐκ μέρους τοῦ ἀπόντος γονέως ὑποβληθεῖ, εἴτε βεβαίωση ἐνώπιον συμβολαιογράφου, εἴτε ὑπεύθυνη δήλωση μὲ τὸ γνήσιο τῆς ὑπογραφῆς θεωρημένο, ὅτι συγκατατίθεται γιὰ τὴν βάπτιση τοῦ τέκνου κατὰ τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ μὲ τὸ συγκεκριμένο ὄνομα.

στ) Σὲ περίπτωση διάστασης ἢ διαζυγίου ἢ ὅταν ἡ μητέρα τοῦ ἀνήλικου τέκνου ἐπικαλεῖται ὅτι πατέρας τοῦ τέκνου εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν ἀναγραφόμενο στὴν Ληξιαρχικὴ πράξη γεννήσεως, ὁ Ἐφημέριος 1) ὀφείλει νὰ ἀναζητήσει τὸν πατέρα, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται στὴν ληξιαρχικὴ πράξη καὶ νὰ λάβει τὴν συγκατάθεσή του γραπτῶς 2) ἂν ἔχει προσβληθεῖ ἡ πατρότητα ἢ ἔχει ἀναγνωρισθεῖ τὸ τέκνον ἑκούσια, ὁ Ἐφημέριος μπορεῖ νὰ δεχθεῖ ὡς πατέρα τὸν προσδιοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Ληξιαρχείου, διὰ νεωτέρας σημειώσεως καὶ διορθώσεως ἐπὶ τῆς ληξιαρχικῆς πράξης γεννήσεως.

ζ) Σὲ περίπτωση ἄγαμης μητέρας, ἐπειδὴ αὐτὴ ἀσκεῖ μόνη της τὴ γονικὴ μέριμνα, ὁ Ἐφημέριος μπορεῖ νὰ τελέσει τὴν Βάπτιση καὶ νὰ δώσει ὄνομα, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἄγαμη μητέρα συμπληρώσει Ὑπεύθυνη Δήλωση τοῦ Ν.1599/86, μὲ θεωρημένο τὸ γνήσιο τῆς ὑπογραφῆς της, στὴν ὁποία θὰ δηλώνει ὑπευθύνως ὅτι ἀσκεῖ ἀποκλειστικῶς τὴ γονικὴ μέριμνα ἐπὶ τοῦ ἀνήλικου τέκνου της, ὅτι δὲν ὑφίσταται δικαστικὴ ἀπόφαση, ἡ ὁποία νὰ ἀπονέμει δικαίωμα ἀσκήσεως γονικῆς μέριμνας καὶ στὸν πατέρα τοῦ ἀνήλικου τέκνου καί, τέλος, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸ ἀνήλικο τέκνο της νὰ βαπτισθεῖ κατὰ τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ νὰ λάβει συγκεκριμένο ὄνομα.

η) Ἡ ἀναγραφὴ στὸ βιβλίο Βαπτίσεων ἑνὸς Ὀνόματος, ἡ ἐκφώνηση ὅμως δύο ὀνομάτων, κατὰ τὴν Κατήχηση καὶ τὴν τριπλῆ Κατάδυση δὲν ἐπιτρέπεται.

Γιὰ τὴν προσέλευση στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
Ἑτεροδόξων καὶ Ἀλλοθρήσκων
Α. Ἐνήλικες
Στὴν περίπτωση ποὺ Ἑτερόδοξος ἢ Ἀλλόθρησκος θελήσει νὰ ἐνταχθεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἰσχύουν τὰ ἑξῆς:

α) Ἐὰν εἶναι Ρωμαιοκαθολικός, χρίεται διὰ τοῦ Ἁγίου Μύρου. (σημ.: βαπτίζεται κανονικά).

β) Ἐὰν εἶναι Προτεστάντης καὶ ΕΧΕΙ Τριαδικὸ Βάπτισμα, χρίεται διὰ τοῦ ἁγίου Μύρου. (σημ.: βαπτίζεται κανονικά).

γ) Ἐὰν εἶναι Προτεστάντης καὶ ΔΕΝ ἔχει Τριαδικὸ Βάπτισμα (βλ.Σημ.), βαπτίζεται κανονικά.

δ) Ἐὰν εἶναι ἀλλόθρησκος (Μουσουλμάνος, Βουδιστής, κλπ.) ἢ ἄθρησκος βαπτίζεται. (βλ.Ἑνότητα Γ´).

Σημ. Πρόκειται γιὰ αἱρετικὲς παραφυάδες, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι καὶ οἱ ἑξῆς: Ἀγαπινισμός, Ἀδελφοὶ ἐλευθέρου Πνεύματος, Ἀντβεντισταὶ τῆς Ἑβδόμης Ἡμέρας, Βοημοὶ Ἀδελφοί, Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τῆς Πεντηκοστῆς, Καθαροί, Κουάκεροι, Μορμόνοι, Χριστάδελφοι, τὰ Παιδιὰ τοῦ Μῶ, Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς, Ἀντιτριαδικὲς Πεντηκοστιανὲς Ὁμάδες (Κοινωνία τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, Ἀνανεωμένοι Χριστιανοὶ κλπ), ὑπερκοινοτικὲς Πεντηκοστιανὲς Κινήσεις (Εὐαγγελικὴ Ἀδελφότης ἢ Πεντηκοστή, Πανελλήνιος Χριστιανικὴ Ἀδελφότης) κλπ.

Β. Νήπια
1. Ἑτερόδοξοι ἢ Ἀλλόθρησκοι γονεῖς, ὑποβάλλουν σχετικὴ αἴτηση -Ὑπεύθυνη Δήλωση, ξεχωριστὴ ὁ καθένας τους, μὲ θεωρημένο τὸ γνήσιο τῆς ὑπογραφῆς, στὸν Ἐφημέριο τῆς Ἐνορίας τῆς κατοικίας τους στὴν ὁποία ἀναφέρουν ὅτι ἐπιθυμοῦν τὸ νήπιό τους νὰ βαπτισθεῖ.

2. Σὲ περίπτωση ποὺ στὴν προσκομιζόμενη Ληξιαρχικὴ Πράξη γεννήσεως σημειώνεται συγκεκριμένο ὄνομα, ὁ Ἐφημέριος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλει τὸ δοθὲν ὄνομα, οὔτε νὰ προσθέσει ἄλλο ἀπὸ τὸ ἀρχικῶς δοθέν, ἢ σὲ περίπτωση δύο ὀνομάτων, νὰ ἀφαιρέσει τὸ ἕνα.

Ἐὰν οἱ γονεῖς ἀσκοῦν ἀφόρητη πίεση ἐπὶ τοῦ Ἐφημερίου γιὰ μεταβολὴ τοῦ δοθέντος ὀνόματος, ὁ Ἐφημέριος ὀφείλει νὰ ζητήσει ὑπεύθυνη Δήλωση ξεχωριστὴ ἀπὸ τὸν κάθε γονέα, μὲ θεωρημένο τὸ γνήσιο τῆς ὑπογραφῆς, στὴν ὁποία ὁ κάθε γονεύς, θὰ δηλώνει ὅτι ἐπιθυμεῖ τὸ παιδί του νὰ βαπτισθεῖ κατὰ τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ νὰ λάβει συγκεκριμένο ὄνομα.

Ὁ Ἐφημέριος, ἐπίσης, προειδοποιεῖ τοὺς γονεῖς πρὶν τὸ Βάπτισμα, ὅτι ἐφ᾿ ὅσον στὴ Δήλωση Βαπτίσεως ἀναγραφεῖ ἄλλο ὄνομα, ἄσχετο ἀπ᾿ αὐτὸ τῆς Ληξιαρχικῆς Πράξης, τὸ ἁρμόδιο Ληξιαρχεῖο θὰ τοὺς παραπέμψει στὸ ἀντίστοιχο Πρωτοδικεῖο, πρὸς ἔκδοση δικαστικῆς ἀπόφασης, ἡ ὁποία θὰ διευκρινίζει ποιό ἀπὸ τὰ δύο ὀνόματα ἰσχύει.

3. Σὲ περίπτωση ποὺ ὁ ἕνας μόνο γονέας ἐπιθυμεῖ τὴν Βάπτιση, ἀπαιτεῖται Δικαστικὴ Ἀπόφαση.

4. Ἀπαραιτήτως, πρέπει νὰ ὑπάρχει Ὀρθόδοξος Ἀνάδοχος (Νονὸς) ὁ ὁποῖος καὶ θὰ ἀναλάβει μεταβαπτισματικὰ τὴν Κατήχηση τοῦ ἀνηλίκου.

Γ. Ἐνήλικες (προσέλευση)
1) Ὁ Ἑτερόδοξος ἢ Ἀλλόθρησκος συμπληρώνει Αἴτηση Βαπτίσεως, στὴν ὁποία καταγράφει ὅλα τὰ προσωπικὰ στοιχεῖα του (ὄνομα, διεύθυνση, θρήσκευμα, Χώρα προέλευσης κλπ.) στὴν ὁποία ἀναφέρει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ γίνει Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος ἀβιάστως καὶ ἐλευθέρως καὶ τὴν ὁποία ὑποβάλλει στὸν ἐνοριακὸ Ναό, τῆς περιοχῆς κατοικίας του.

2) Ὁ Ἐφημέριος διαβιβάζει τὴν Αἴτησή στὴν Ἱ. Μητρόπολη , δηλώνοντας, ὅτι ὁ Αἰτῶν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐνταχθεῖ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, καὶ εἰσηγεῖται νὰ Κατηχηθεῖ καὶ νὰ Βαπτισθεῖ.

3) Ἡ Μητροπολη ἐγκρίνει τὴν Αἴτηση καὶ καθορίζει τὸν Κατηχητή, καθὼς καὶ τὸν χρόνο τῆς Κατήχησης καὶ τῆς Βάπτισης.

4) Μετὰ τὴν τέλεση τοῦ Βαπτίσματος ὁ Νεοφώτιστος Ἕλληνας, καταθέτει τὴ Βεβαίωση Βαπτίσεως στὸν Δῆμο, ὅπου εἶναι ἐγγεγραμμένος. Σὲ περίπτωση Ἀλλοδαπῶν, ὁ Νεοφώτιστος κρατᾶ τὴν Βεβαίωση Βαπτίσματος πρὸς πιστοποίηση τοῦ Θρησκεύματος ὅπου δεῖ.