diax
Agioi1

Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ σοφὸς διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας (14 Ιουλίου)

15 Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὁ πάμφτωχος καί διαχρονικός αὐτός φωστήρας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ μέγιστος διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Γένους μας, γεννήθηκε στήν Χώρα τῆς Νάξου τό ἔτος 1749 ἀπό εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους γονεῖς, τόν Ἀντώνιο καί τήν Ἀναστασία Καλλιβρούτση. Κατά τήν βάπτισή του ἔλαβε τό ὄνομα Νικόλαος. Νηπιόθεν γαλουχήθηκε μέ τά ζωογόνα νάματα τῆς εὐσεβείας καί τῆς πίστεως καί ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσία Κυρίου», ὅπως παραγγέλλει ὁ θεῖος Παῦλος (Ἐφεσ. στ’ 4). Τήν ἔμφυτη πρός τά θεία κλήση του, αὔξησε ἡ χριστιανική ἀγάπη πού πῆρε ἀπό τό οἰκογενειακό του περιβάλλον καί μάλιστα ἀπό τήν ἐκλεκτή του μητέρα, τήν δέ εὐφυΐα του ἐκαλλιέργησε καί πολλαπλασίασε ἡ μελέτη καί ἡ σπουδή.
Προώδευε στήν ἀρετή καί στήν γνώση κατά τρόπο θαυμαστό. Κατ’ ἀρχήν, φοίτησε στήν γενέτειρά του καί στήν Σχολή Ἁγίου Γεωργίου περιοχῆς Γρόττας, Χώρας Νάξου, μέ διδάσκαλο τόν Ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο, αὐτάδελφο τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τίς γνώσεις του συμπλήρωσε στήν περίφημη Εὐαγγελική Σχολή τῆς Σμύρνης, ὅπου φοίτησε γιά πέντε χρόνια, μέ διδάσκαλο τόν Ἰερόθεο Βουλισμά, διευθυντή τῆς Σχολῆς αὐτῆς. Τόσο διέπρεψε ὁ Ἅγιος Νικόδημος στίς σπουδές του, ὥστε, ἐνῶ σπούδαζε, ἐδίδασκε τούς συμμαθητές του. Καί ὁ Ἰερόθεος ἀργότερα τόν παρακαλοῦσε νά ἔρθει στήν Σμύρνη γιά νά τόν διαδεχθεῖ στή διεύθυνση τῆς Σχολῆς αὐτῆς. Στήν Σμύρνη ἔλαβε ὁ Νικόδημος πληθωρική μόρφωση, πού ἐκτός ἀπό τή θεολογική ἐπιστήμη περιελάμβανε ἀκόμα γνώσεις φιλοσοφικές, οἰκονομικές, ἰατρικές, ἀστρονομικές καί στρατιωτικές.
Μελετοῦσε πολύ τήν Ἁγία Γραφή, τούς Πατέρες, καί ὅλους τους ποιητές. Ἦταν ἄριστος χειριστῆς τοῦ λόγου, γνώριζε τήν Κλασσική Φιλολογία καί τήν Ἰαμβική Γλώσσα. Μιλοῦσε ἄριστα τήν γαλλική, ἰταλική καί λατινική γλώσσα ἐπίσης. Εἶχε προικιστεῖ ἀπό τόν Πανάγαθο μέ σπάνια χαρίσματα, ὅπως εἶναι ἡ ἰσχυρότατη μνήμη, ἡ ὀξύτατη νοημοσύνη, ἡ ἀστραποβόλα ἀντίληψη κ.λπ. Ὅ,τι μελετοῦσε μία φορά μποροῦσε νά τό θυμᾶται καί νά τό ἀπαγγέλει ἀπ’ ἔξω σέ ὅλη του τή ζωή. Ὁλόκληρα κεφάλαια τῆς Γραφῆς ἀπήγγειλε ἀπό στήθους καί θυμόταν ὅλους τους κώδικες τῶν Βιβλιοθηκῶν τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὑπῆρξε ἕνα πραγματικό φαινόμενο γιά τήν ἐποχή του καί τό κέντρο τοῦ θαυμασμοῦ καί τοῦ παραδειγματισμοῦ.
Τό ἔτος 1770, ἀφοῦ ἀπεφοίτησε ἀπό τήν Σχολή, ἐπέστρεψε στήν Νάξο. Τότε, γιά μία πενταετία περίπου ἐργάστηκε ὡς Γραμματέας τῆς Μητροπόλεως Παροναξίας μέ τήν ἐποπτεία καί τήν καθοδήγηση τοῦ Μητροπολίτου Παροναξίας Ἀνθίμου τοῦ Γ’ (1742 – 1779). Ἡ μητέρα του ἐμόνασε στήν Ἱερά Μονή Χρυσοστόμου Νάξου, μέ τό ὄνομα Ἀγάθη. Ὁ Νικόδημος ἦταν λάτρης τῆς μοναστικῆς πολιτείας. Αὐτή τήν ἔμφυτη ἐπιθυμία του γιγάντωσε ἡ γνωριμία του μέ σπουδαίους μοναχούς τοῦ Ἁγίου Ὅρους καί μέ ἄλλες προσωπικότητες, ὅπως εἶναι ὁ Ἅγιος Μακάριος Νοταρᾶς, Ἐπίσκοπος Κορίνθου κ.λπ.
Τό ἔτος 1775 ἦρθε στήν Μονή Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Νικόδημος. Ὡς μοναχός διεκρίθη γιά τήν ὁσιότητα τοῦ βίου του, τούς πνευματικούς του ἀγῶνες καί γιά τήν ἀσκητικότητά του. Πνευματοφόρος, Θεοχαρίτωτος καί γνήσιος Πατέρας καί ὀρθόδοξος θεολόγος διδάσκαλος, δυναμικά ἀπέκρουσε τίς αἱρέσεις καί τίς κακοδοξίες τῶν ἡμερῶν του. Εἶναι ὁ πρύτανης τῶν «Κολυβάδων», αὐτῶν πού ἤθελαν δηλαδή τά Ἱερά Μνημόσυνα τῶν νεκρῶν νά γίνονται Σάββατο καί ὄχι Κυριακή.

Ἕνεκα τῆς ἐμμονῆς του στὶς παραδόσεις καὶ στὸ Πνεῦμα τῶν Ἱερῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑπέστη ταπεινώσεις καὶ διωγμούς. Ὅμως, αὐτὰ τοῦ χάρισαν καὶ τὸν στέφανο τοῦ ὁμολογητοῦ. Ἀκτημοσύνη, παρθενία καὶ ὑπακοὴ εἶναι τὰ μεγέθη τὰ ὁποῖα ἔφθασε καὶ ἐβίωσε σὲ πληρότητα. Ὑπῆρξε ἕνας ἀετὸς τοῦ Πνεύματος, ποὺ πέταξε ἀπὸ τὸ Νότιο στὸ Βόρειο Αἰγαῖο, ἀπὸ τὴν ἁγιοτόκο Νάξο στὸν ἁγιοτρόφο Ἄθωνα. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὶς μοναστικὲς ἀρετὲς ὑπηρέτησε καὶ τὸ ἔργο τῆς διδαχῆς, συγγράφοντας.
Κατὰ διαστήματα ἔρχεται σὲ ἔρημες περιοχὲς γιὰ περισσότερη ἄσκηση. Ἔβλεπε νοερά, ζοῦσε καθημερινὰ τὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ συγχρόνως ἔβλεπε καὶ τὰ συμβαίνοντα στὸν περίγυρο. Δὲν ἔβλεπε μόνο τὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ τὴν γῆ. Αἰσθάνεται τὸν πόνο τῶν Ὀρθοδόξων ποὺ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς δουλείας ἀγωνίζονται. Καὶ πρὸς χάρην τοῦ κόσμου προσεύχεται. Κοπιάζει, ἀγρυπνεῖ, παρακαλεῖ, συγγράφει, μάχεται κατὰ τῶν δαιμόνων. Δὲν κινεῖται ἄγονα, μονόπλευρα καὶ νοσηρά. Ἀντίθετα πονάει γιὰ τοὺς ἀδελφούς του καὶ τὴν σωτηρία τους. Καὶ καρποὶ τῆς ἀγάπης του γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο εἶναι οἱ πάνω ἀπὸ ἑκατὸ τόμοι τῶν συγγραμμάτων του, τὰ κυριώτερα ἀπὸ τὰ ὁποία εἶναι:
«Αόρατος Πόλεμος», «Πνευματικὰ Γυμνάσματα», «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιον», «Κῆπος Χαρίτων»‚ «Νέον Μαρτυρολόγιον», «Ἐορτοδρόμιον», «Συναξαριστής», «Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Παύλου».
Λάτρης τοῦ Τυπικοῦ καὶ τῆς Λατρείας τῆς Ἐκκλησίας μας, λάτρης καὶ μιμητῆς τῶν ἁγίων, μέχρι τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του, ἀδιάκοπα ἐπικοινωνοῦσε μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, τὸν Ὁποῖο τόσο δυνατὰ ἀγάπησε καὶ εὐηρέστησε.
Εἶναι αὐτὸς ποὺ πρῶτος τονίζει τὴν ἀξία καὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς συχνῆς μας συμμετοχῆς στὸ Ἱερὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἔγραψε μάλιστα καὶ εἰδικὰ βιβλία, μὲ τὸν τίτλο «Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως». Δέχθηκε τὸ ταξίδι γιὰ τὸν οὐρανὸ πανέτοιμος, μὲ ἤρεμη τὴν συνείδηση ὅτι ἄξια ἀγωνίσθηκε τὸν «καλὸν ἀγώνα». Μὲ τὴν καθημερινή του συμμετοχὴ στὸ σωστικὸ Δεῖπνο τῆς ζωῆς, μὲ τὴν ἔντονη μυστηριακή του ζωή, ποὺ κορυφώθηκε τὶς τελευταῖες μέρες λίγο πρὶν κλείσει τὰ μάτια του, μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, παρέδωσε τὴν ψυχὴ του τὴν ὀσιακὴ στὸν Κύριο, τὴν Τετάρτη 14 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1809, τὶς πρῶτες ὀρθρινὲς ὧρες καὶ σὲ ἡλικία μόλις 60 ἐτῶν, καὶ στὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων, στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Τὰ τελευταῖα του λόγια ἦταν ἡ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στοὺς μαθητὲς του ὅταν τὸν ρώτησαν ἂν ἡσυχάζει: «Τὸν Χριστὸ ἔβαλα μέσα μου καὶ πῶς νὰ μὴ ἡσυχάσω;».
Τὴν εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του μὲ θλίψη ἔμαθε ὁ ἐκκλησιαστικός, θεολογικός, μοναστικὸς καὶ ὄχι μόνο, κόσμος τῆς ἐποχῆς του. Σημειώνει ὁ χρονογράφος σχετικὰ μὲ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου: «Ἀνατέλλοντος τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου, εἰς τὴν γῆν, ἐβασίλευσεν ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἔλειψεν ὁ πύρινος στύλος, ὁ ὁδηγῶν τὸν νέον Ἰσραὴλ εἰς εὐσέβειαν. Ἐκρύβη ἡ νεφέλη ἡ δροσίζουσα τοὺς τηκομένους τῷ καύσωνι τῶν ἁμαρτιών».
Εἶναι ἀκόμη χαρακτηριστικὴ καὶ ἡ σκέψη τὴν ὁποία ἐξέφρασε τότε ἕνας Χριστιανός. «Πατέρες μου, καλύτερον ἦτο νὰ ἀπέθνησκαν σήμερα χίλιοι χριστιανοὶ καὶ ὄχι ὁ Νικόδημος».
Κατὰ καιρούς, πολλὰ ἐγκώμια γράφτηκαν γιὰ τὸν Ἅγιο Νικόδημο, ὅπως: «Ὑπῆρξε ὁ μέγιστος τῶν μονασάντων ἀπὸ συστάσεως τοῦ Ἁγίου Ὄρους», «Υπήρξε ὁ πάντοτε πενία τρυχόμενος καὶ γιγαντωθεῖς πρὸ τῆς ἀσήμου ἠμῶν γενεάς».
Κατὰ τὸν V. Grumel, «ὑπῆρξε κανονολόγος, λειτουργιολόγος, ἁγιογράφος, δηλαδὴ ἑρμηνευτῆς τῶν Γραφῶν, ἀσκητικὸς συγγραφεύς, ἐκδότης βιβλίων, εἴς τῶν πλέον γονίμων συγγραφέων καὶ ἀναμφιβόλως ὁ πλέον φιλόπονος Μοναχός, παρὰ τοῦ ὁποίου δοξάζεται ἡ ἑλληνικὴ Ἐκκλησία».
Κατὰ τὸν Θ. Σπεράντσον, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρόδρομος τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας. Ο Luis Petit γράφει πὼς ὁ Νικόδημος μὲ τὰ βιβλία του ἀντικατέστησε τὸ ζωντανὸ κήρυγμα τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ κ.λπ. Ὁ Ἱερὸς Νικόδημος ἀναμφίβολα ὑπῆρξε ὁ κορυφαῖος ἐκφραστῆς τοῦ ὀσιακοῦ βίου καὶ ἡ θύρα ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα. Εἶναι ὁ ἐξαίσιος θεολόγος καὶ ὁ ἀσίγαστος διαχρονικὸς διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοῦ Γένους. Ἀποτελεῖ δὲ σπανιότατο φαινόμενο συνδυασμοῦ σπανίων θείων χαρισμάτων, ἁγιότητος βίου, ἀσκήσεως καὶ συγγραφικῆς παραγωγῆς. Ὅτι καὶ ὅσα ἂν ποῦμε γιὰ τὴν μορφὴ αὐτὴ δὲν λέμε τίποτα, οὔτε καὶ μποροῦμε νὰ τὴν κλείσουμε στὶς λίγες αὐτὲς γραμμές.
Ὁ ἴδιος, ἐξυμνώντας τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, ἔλεγε: «Ἂν μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεριλάβει μέσα σὲ ἕνα κουτάλι τὴν θάλασσα, ἄλλο τόσο μπορεῖ καὶ νὰ ἐξυμνήσει τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο». Καὶ ἐμεῖς λοιπὸν ἐπαναλαμβάνουμε τὸ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, καὶ λέμε: «Ἂν μπορεῖ κανεὶς νὰ συμπεριλάβει μέσα σ’ ἕνα κουτάλι τὴ θάλασσα, ἔτσι μπορεῖ ν’ ἀναφερθεῖ ἐπαρκῶς στὸν Ὅσιο Νικόδημο».
Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπάξια ἀπὸ τὸ ἔτος 1955 τὸν κατέταξε στὶς δέλτους τοῦ Ἁγιολογίου της. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεώς του, στὸ πέρασμα τόσων χρόνων, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄσβεστος καὶ πάμφωτος φάρος, ποὺ φωτίζει καὶ κατευθύνει τὴν πορεία ὅλων μας πρὸς τὴν ἀκύμαντη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἡ αἰώνια πανευτυχία καὶ ἡ ἀληθινὴ δόξα. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή, μᾶς καλεῖ νὰ κινηθοῦμε, ὁ βίος τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου!
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ἑορτάζει κατὰ τὴν καθιερωμένη Πανήγυρη τῆς 14ης Ἰουλίου. Ὠσαύτως, ἑορτάζει τὴν πρώτη Κυριακὴ τοῦ Σεπτεμβρίου, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσα προσφάτως Σύναξη τῶν Πέντε Ἁγίων της Παροναξίας, ἡ ὁποία τελεῖται στὸ νεόδμητο Ι. Ναὸ τῶν Ναξίων Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καὶ Νικολάου τοῦ Πλανά, στὴν πόλη τῆς Νάξου. Ἀκόμη, τὴν Τρίτη Κυριακὴ τοῦ Σεπτεμβρίου στὴν Πάρο, ὅπου ἐπίσης τελεῖται ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων.
Οἱ Ἀσματικὲς Ἀκολουθίες τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, οἱ ὁποῖες εὑρίσκονται σὲ λειτουργικὴ χρήση, συντάχθηκαν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Ὑμνογράφο, Μοναχὸ Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Πατρὼν κ. Νικόδημο, καθὼς καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ἡγούμενο τῆς Ἱ. Μονῆς Λειμῶνος Λέσβου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Τὴν ὡραιότητα.
Σοφίας χάριτι, Πάτερ κοσμούμενος, σάλπιγξ θεόφθογγος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καὶ ἀρετῶν ὑφηγητής, Νικόδημε θεηγόρε· πᾶσι γὰρ παρέθηκας, σωτηρίας διδάγματα, βίου καθαρότητος, διεκφαίνων τὴν ἔλλαμψιν, τῷ πλούτῳ τῶν ἐνθέων σου λόγων, δι’ ὧν ὡς φῶς τῷ κόσμῳ ἔλαμψας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἐναρέτου πολιτείας μύστην ἄριστον, καὶ εὐσεβείας θεοφόρητον διδάσκαλον,
ἡ Ὀρθόδοξος γεραίρει σε Ἐκκλησία· Οὐρανόθεν γὰρ τὸ χάρισμα δεξάμενος,
καταυγάζεις τοῖς ἐνθέοις σου συγγράμμασι, τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Νικόδημε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας νέος φωστήρ, καὶ Ἁγίου Ὄρους, ἐγκαλώπισμα ἱερόν· χαίροις Μοναζόντων, ὁ φωτοφόρος λύχνος, Νικόδημε παμμάκαρ, Νάξου τὸ καύχημα.

Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ Ὁμολογητής (14 Ιουλίου)

5ζησε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Λέοντα Ε’ τοῦ εἰκονομάχου (813 – 820) καὶ ἦταν γιὸς γονέων εὐσεβῶν τοῦ Φωτεινοῦ καὶ τῆς Θεοκτίστης, ἀδελφός του δὲ ἦταν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης.
Λόγω τῆς ἀξιέπαινης ζωῆς του, ἐκλέχτηκε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ἀφοῦ ἀρχιεράτευσε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα, ἐπανῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη μὲ βασιλικὴ προσταγή. Παρουσιάστηκε στὸν βασιλιὰ καὶ μὲ θάρρος ὁμολόγησε πὼς σέβεται καὶ τιμᾶ τὶς ἅγιες εἰκόνες.
Τότε, μετὰ ἀπὸ διάφορες κακοπάθειες καὶ φυλακίσεις, ἐξορίστηκε σὲ κάποιο νησί. Κατόπιν ὁ δυσεβὴς βασιλιὰς Θεόφιλος, ἔκανε νὰ δοκιμάσει ὁ Ἰωσὴφ σκληρότερες κακοπάθειες καὶ σκοτεινότερες φυλακές.
Ἔτσι μέσα στὴν πείνα καὶ τὴν δίψα, καὶ τὶς διάφορες θλίψεις, ἔφυγε γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ (832).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εἰκὼν πέλων ἔμψυχος, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, Εἰκόνα τὴν ἄχραντον, τοῦ Ζωοδότου Χριστοῦ, τιμᾶν ἀνεκήρυξας· ὅθεν ὁμολογίας, διαπρέψας ἀγῶσιν, ὤφθης Θεσσαλονίκης, Ἰωσὴφ ποιμενάρχης· διό σε ὁ Δεσπότης τῶν ὅλων ἐδόξασε.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Ἡ θεηγόρος τῶν διδαγμάτων σου λύρα, τὰς τοῦ Σωτῆρος ἐμεγάλυνεν ὑψώσεις, Ὀρθοδοξίας πᾶσι τὸ εὔσημον, καὶ τῶν σεπτῶν Είκόνων, τῆν τιμῆν ἐξαγγέλλουσα, σοφὲ Ἰωσὴφ Πατέρων καύχημα.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας ἠ λαμπηδών, καὶ Θεσσαλονίκης, ποιμενάρχης καὶ ἀρωγός· χαίροις ὁ ποικίλας, τῇ σῇ ὁμολογίᾳ, ὦ Ἰωσὴφ θεόφρον, στολὴν τὴν ἔνθεον.

Programma1

Nisteiodromio1
13 Ιουλίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
14 Ιουλίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
15 Ιουλίου 2020
Νηστεία 
 
 
16 Ιουλίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
17 Ιουλίου 2020
  Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
18 Ιουλίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 19 Ιουλίου 2020
   Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 

To πρόσωπο του Αναδόχου είναι ιερό, συνάπτει δεσμούς πνευματικής συγγένειας με τον Αναδεκτό και την οικογένειά του. Και λόγω της φύσεώς του λειτουργήματός του επιβάλλεται να τυγχάνει εμπιστοσύνης και εγκρίσεως της Εκκλησίας. Ο Ανάδοχος πρέπει να ξαναβρεί το ρόλο του, δηλ να γίνει για τον Αναδεκτό «εγγυητής εις Χριστόν, ώστε τηρείν τα της πίστεως και Χριστιανικώς ζήν».
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει: «Ότι αν οι Ανάδοχοι ήξεραν το τι λένε, τι υπόσχονται κατά τις κατηχήσεις και το βάπτισμα και τι μεγάλη ευθύνη αναλαμβάνουν, δεν θα ήθελαν να βαπτίσουν, ούτε και αν με θερμά παρακάλια τους παρότρυναν».
Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει σχετικά με τον Ανάδοχο: «Αναδόχους ποιείσθαι φιλευσεβείς και διδασκάλους σχεδόν της πίστεως».
Ο σύγχρονος άγιος κοιμηθείς Γέροντας της Ρουμανίας π.Κλεόπας Ήλιε έλεγε για τους Αναδόχους: «Αντιλαμβάνονται όσοι γίνονται Ανάδοχοι, ότι θα δώσουν λόγο ενώπιον του θεού για τα πνευματικά των παιδιά; Μπορούμε να πούμε ότι πολλοί Ανάδοχοι σώζονται από τα πνευματικά τους παιδιά, εάν τα αναθρέψουν με φόβο θεού. Αλλά οι περισσότεροι τιμωρούνται για την οκνηρία και αδιαφορία των προς τα πνευματικά τους παιδιά».
Γενικά-εισαγωγικά
1. Ο Ανάδοχος είναι ο πνευματικός πατέρας ή η πνευματική μητέρα.
2. Ο Ανάδοχος προκειμένου να αναλάβει τη βαριά διακονία του οφείλει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, όχι μόνο στα χαρτιά του, αλλά και σε όλη τη βιωτή του.
3. Ο Ανάδοχος οφείλει να κάνει Μυστηριακή ζωή, να μετέχει απαραιτήτως των μυστηρίων της εξομολογήσεως και της τακτικής θείας Κοινωνίας.
4. Ο Ανάδοχος οφείλει να μελετά το Λόγο του Θεού, όπως αυτός είναι αποτυπωμένος μέσα στην Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
5. Ο Ανάδοχος οφείλει απαραιτήτως να εκκλησιάζεται τακτικά, να έχει γνήσια λειτουργική ζωή και όχι μόνον κατά τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης, Πάσχα και Χριστούγεννα, και μάλιστα μόνο για άναμμα κεριού ή στο προαύλιο του ναού.
6. Ο Ανάδοχος οφείλει να γνωρίζει εκτός της Αγίας Γραφής και τους βίους των Αγίων, Πατερικά συγγράμματα, τα λεγόμενα θρησκευτικά βιβλία. Να γνωρίζει καλά την ορθόδοξη πίστη.
7. Ο Ανάδοχος οφείλει να τηρεί κατά γράμμα τις Παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, όπως νηστείες και προσευχές. Δεν μπορεί για παράδειγμα να πηγαίνει ο Ανάδοχος τον Αναδεκτό του στο ναό για να τον μεταλάβει κι ο ίδιος ποτέ του να μη δίδει πρώτος το παράδειγμα της μετοχής στα Άχραντα Μυστήρια.
8. Ο Ανάδοχος οφείλει εκτός των υλικών δώρων, τα οποία για την Εκκλησία θεωρούνται υποδεέστερα, όποιας μάρκας κι αν αυτά είναι, να προσφέρει πνευματικά δώρα, όπως είναι πνευματικά βιβλία, CD, DVDκ.α
9. Ο Ανάδοχος οφείλει να μαθαίνει στον Αναδεκτό του την προσευχή, τον τακτικό εκκλησιασμό, τις επισκέψεις σε μέρη πνευματικά, ως είναι οι εκκλησίες μας, τα μοναστήρια μας, τα κατηχητικά σχολεία, οι πνευματικές κατασκηνώσεις, συνάξεις κ.α
10. Ο Ανάδοχος οφείλει να συμβάλει για την ορθόδοξη πνευματική πορεία του Αναδεκτού του. Δεν νοείται ο Ανάδοχος να βλέπει μόνο τον Αναδεκτό του μία ή δύο φορές το χρόνο. Η τακτική επικοινωνία μεταξύ τους θεμελιώνει γερές πνευματικές βάσεις και μάλιστα σε εποχές δύσκολες πού όλα γύρω μας είναι διαβρωμένα και σάπια. Ο Ανάδοχος μπορεί να ορθώσει λόγο δυνατό και πολλές φορές καθοριστικό σε λάθος επιλογές του Αναδεκτού του και να αποτρέψει κάτι που ούτε η ίδια η οικογένεια μπορεί να πετύχει. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει οι σχέσεις μεταξύ των γονέων, Αναδόχου και Αναδεκτού να είναι σταθερές και ακύμαντες από μικρότητες που δημιουργεί ο κοσμικός βίος. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος είναι πρόσωπο του σπιτιού, έχει λόγο, δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε εκλαμβάνεται ως δωροθέτης και «Santa Claus».
11. Ο Ανάδοχος ενδιαφέρεται για τις πνευματικές επιδόσεις του Αναδεκτού του όποιες και αν είναι αυτές, χαίρεται όταν υπάρχει χαρά και κλαίει μαζί του όταν υπάρχει αποτυχία, δυστυχία και θλίψη. Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού υπάρχει ένας πνευματικός δεσμός μεγάλος που δεν μπορεί να διαρραγεί με τίποτα. Δηλαδή κι αν ακόμη ο Αναδεκτός έχει παιδί ίδιας ηλικίας με το βαπτιστήρι του πρέπει, όπως αγωνίζεται για το ίδιο το σαρκικό του παιδί, εξίσου να πασχίζει και για το πνευματικό του παιδί. Οι ίντριγκες και τα φαβορί που κατά καιρούς συμβαίνουν στην παραπάνω περίπτωση δεν ανήκουν σε αληθινές πνευματικές σχέσεις που δημιουργεί η Αναδοχή, αλλά σε επιφανειακές σχέσεις που έχουν μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού ημερομηνία λήξεως.
12. Ο Ανάδοχος δεν τελειώνει το έργο του στο ναό ανήμερα στης Βαπτίσεως. Ούτε όλη η γιορτή, ή το πανηγύρι όπως κάποιοι το ονομάζουν, τελειώνει με ένα τραπέζι που οφείλουν να κάνουν οι γονείς του νεοβαπτιζόμενου σ’αυτόν. Αλλά ίσα ίσα από την ημέρα της βαπτίσεως ο Ανάδοχος επωμίζεται μεγάλη πνευματική ευθύνη. Μπορεί σήμερα η επιδερμική προσέγγιση του μυστηρίου να μην οδηγεί στο ποθούμενον της ορθοδόξου καθιερώσεως του σκοπού του θεσμού του Αναδόχου αλλά αυτό δεν αίρει την αληθινή αιτία υπάρξεως του, ασχέτως με τον τρόπο που σήμερα αυτός ο θεσμός προσεγγίζεται. Η κατάσταση αυτή δεν ζημιώνει αυτή την ίδια την ύπαρξη της Θεοΐδρυτης Εκκλησίας, αλλά αδικεί όλους εμάς που δεν συμμορφωνόμεθα στις Εντολές του Θεού, της Αγίας μας Εκκλησίας και των Ιερών Παραδόσεων μας. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος οφείλει και πρέπει να βρει και πάλι τον αρχικό του σκοπό υπάρξεως, που δεν είναι άλλος, του πνευματικού πατέρα και εν Χριστώ αδελφού.
13. Στην αρχαία Εκκλησία των πρώτων αιώνων υπάρξεώς Της ο Ανάδοχος ως θεσμός δεν υπήρχε στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα γιατί τα Βαπτίσματα των χριστιανών γίνονταν σε προχωρημένη ηλικία. Αυτό σήμαινε ότι ο βαπτιζόμενος όχι μόνον είχε επίγνωση του τι έκανε, αλλά προκειμένου να ασπαζόταν τον Χριστιανισμό έπρεπε να περάσει από δοκιμασία εξετάσεων, σχετικά με την πιστοποίηση της Ορθοδοξίας και Ορθοπραξίας του. Γεγονός που διασφάλιζε την υγιά παρουσία του μέσα στην Εκκλησία. Από τότε που στην Εκκλησία μας καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός ως απαραίτητος θεσμός την ευθύνη για την πνευματική άνδρωση των νηπίων, μαζί με τους γονείς αναλαμβάνουν και οι Ανάδοχοι. Η παρουσία των Αναδόχων είναι λοιπόν εκ προοιμίου μια ασφαλιστική δικλείδα για την Εκκλησία, ότι το νήπιο θα αναπτυχθεί εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, μέσα στο Ορθόδοξο περιβάλλον της χριστιανικής κατά πάντα οικογένειας, μέσα στον Ορθόδοξο ναό με τον τακτικό Εκκλησιασμό και τη αδιάλειπτη άσκηση της Μετοχής των Αχράντων Μυστηρίων και της προσευχής. Αυτήν την εγγύηση της ορθοδοξότητας των βαπτισμένων πιστών μελών Της η Εκκλησία την φιλτράρει δια μέσου των Ορθοδόξων Αναδόχων, πιστών κατά πάντα τέκνων της. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι για να γίνει κάποιος Ανάδοχος οφείλει να έχει τη σφραγίδα της Ορθοδοξότητάς του. Αυτό η Εκκλησία το διασφαλίζει ανά τους αιώνες με το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Άρα Ανάδοχος μπορεί να γίνει μόνον εκείνος που μετανοεί και κατά συνέπεια εκείνος που κάνει πνευματική ζωή. Δηλαδή Ανάδοχος γίνεται ο κάθε αμαρτωλός, ενσυνείδητα όμως μετανοημένος, δια του μυστηρίου της Εξομολογήσεως.
14. O Aνάδοχος οφείλει να σέβεται την Εκκλησία και το ιερατείο. Δεν μπορεί να αναλαμβάνει κάποιος να βαπτίσει και να αποστρέφεται την Εκκλησία και τους υπουργούς των Ιερών Μυστηρίων Της, δηλαδή τους ιερείς. Οφείλει ο κάθε Ανάδοχος να αποδέχεται τις πνευματικές συστάσεις και νουθεσίες των ιερέων χωρίς εγωισμούς και απαξιώσεις. Τελευταίως, εξαιτίας του ότι πολλοί εκ των πιστών μας έχουν απομακρυνθεί από την Εκκλησία απόμεινε στους ιερείς να κρατούν, ως μόνοι θεματοφύλακες, τις Ιερές Παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Αυτό έχει ως συνέπεια να δέχονται εκ μέρους των «πιστών» πολλές φορές απειλές για δημοσιεύσεις σε ΜΜΕ και εξευτελισμούς προκειμένου να επιτύχουν αυτοί το όποιο απάδον προς τα θεσμά της Εκκλησίας θέλημά τους. Για παράδειγμα τελευταίως πολλά ευτράπελα συμβαίνουν στους ναούς εκ μέρους των Αναδόχων, αλλά και των γονέων των νηπίων που προσέρχονται στους Ορθόδοξους Ναούς μας. Π.χ εμφανίζονται Ανάδοχοι που πλήρωσαν για πολύχρωμα μπαλόνια να επιθυμούν το στολισμό τους μέσα στους Ιερούς Ναούς. Κάποιοι άλλοι σκέπτονται να παρουσιάσουν προγράμματα ζογκλέρ και κλόουν μέσα στο ναό, προκειμένου να διασκεδάσουν τους παρευρισκομένους , κάποιοι άλλοι επιμένουν στο στολισμό της κολυμβήθρας, ως μη όφειλε περιττά έξοδα, με κάθε είδους στολίσματα. Και μπορεί εν πρώτοις να αποδέχεται η Εκκλησία τα στολίσματα με αληθινά άνθη, καθότι στολίζει και η ίδια τα εικονίσματα των Αγίων της μ’αυτά, όμως απάδει στο στολισμό της κολυμβήθρας να κρέμονται κλόουν, παιχνιδάκια, αυτοκινητάκια, αρκουδάκια, ψαράκια κι αυτά ακόμη τα άνθη και ο,τιδήποτε ακαθόριστο και βέβηλο για το ίδιο το Μυστήριο. Πόσο μάλλον όταν ειδωλολατρικές μορφές και σχήματα προβάλλονται μέσα στον ορθόδοξο χώρο της.
15. Εκτός τούτων των ανωτέρω πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Ανάδοχοι οφείλουν να εμβαθύνουν και στους διάφορους ακόμη συμβολισμούς των τελουμένων στο μυστήριο του Βαπτίσματος, αλλά και των ειδών που χρησιμοποιούνται στο μυστήριο. Είδη όπως έλαιο, πρέπει πάντοτε να είναι ελαιόλαδο, λαμπάδες από γνήσιο κερί μελίσσης, λαμπάδα βαπτίσεως και όχι στάτ κεριού με στολίσματα εξεζητημένα και προσβλητικά καθότι κατά την ψαλμωδία του «όσοι εις Χριστόν» θα πρέπει ο Ανάδοχος μετά λαμπάδος και νεοβαπτιζομένου να κάνουν γύρους πέριξ της κολυμβήθρας. Αλλά και τα ρούχα, τα λεγόμενα «εμφώτια» του νεοβαπτιζομένου πρέπει να είναι λευκά, γιατί συμβολίζουν την αγνότητα και καθαρότητα. Ως εκ τούτου χρωματιστά ρούχα, χρωμάτων μπλε για τα αγοράκια και ροζ ή κόκκινα για τα κοριτσάκια απάδουν στον ανωτέρω συμβολισμό και δεν γίνονται αποδεκτά από την Εκκλησία.
16. Το πόσο σπουδαία θεωρεί την πνευματική σχέση μεταξύ αναδόχου και αναδεκτού η Ορθόδοξη Εκκλησία φαίνεται και εκ του γεγονότος ότι θεωρεί αυτή τη σχέση πλέον ως συγγένεια και για τον λόγο αυτό κωλύει(=απαγορεύει) την τέλεση θρησκευτικού γάμου μεταξύ τους. Φυσικά το κώλυμα αυτό ίσχυε στην Ορθόδοξη Ελλάδα μας μέχρι τότε που ήταν σε ισχύ Νόμου μόνον ο θρησκευτικός γάμος. Από τότε όμως που εισήχθη και ισχύει στην Ελλάδα ο πολιτικό γάμος (1982) το κώλυμα αυτό δεν ισχύει πλέον για την πολιτεία. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει ως κώλυμα και είναι μεγάλη αμαρτία.
17. Ένα παράδοξο φαινόμενο που παρατηρείται τελευταίως στην Εκκλησία μας είναι η παρουσία πολλών Αναδόχων. Αυτό δεν συνηθίζεται κατά την Ορθόδοξη Παράδοσή μας. Η ικανοποίηση πιθανόν πολλών φίλων μας και η ωφεμιλιστική εμπορευματοποίηση του Μυστηρίου εκ μέρους των γονέων, τους οδηγεί να επιλέγουν πολλούς Αναδόχους, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι κ.ο.κ Όμως αυτό αντιβαίνει καθ’ολοκληρίαν στο γεγονός ότι εκ της κολυμβήθρας ένας κανονικά αναδέχεται στην αγκαλιά του τον Αναδεκτό του. Δεν είναι δυνατόν σε τρεις αγκαλιές να αναδεχθεί το νήπιο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν οι Ανάδοχοι είναι περισσότεροι. Ας είμαστε πιο συγκρατημένοι σε τέτοιου είδους αποφάσεις εμείς οι μεγαλύτεροι γονείς. Το παιδί πρέπει να έχει έναν Ανάδοχο, να τον γνωρίζει και να συναναστρέφεται μαζί του. Καθίσταται δύσκολο οι πολλοί Ανάδοχοι να βλέπουν είτε από κοινού τον Αναδεκτό τους είτε χωριστά. Μάλιστα σήμερα που τα προγράμματα των ανθρώπων είναι τόσο δύσκολα και ο χρόνος επαφής καθίσταται πολυτέλεια, αντιλαμβανόμεθα τι θα γίνεται όταν οι τρεις, τέσσερις ή και παραπάνω Ανάδοχοι αποφασίζουν σε διαφορετικές ημέρες και ώρες να συναντούν τον Αναδεκτό τους!
Ορισμένα πράγματα πρέπει να τα βλέπουμε όχι βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα. Όπως η σαρκική πατρότητα χρεώνεται στον πατέρα του παιδιού, έτσι και η πνευματική πατρότητα ασκείται από έναν Ανάδοχο, και όχι από πολλά πρόσωπα. Εάν ακόμα είναι μόδα οι πολλοί Ανάδοχοι, να ξέρουμε ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει μόδα, αλλά πίστη. Ως εκ τούτου είναι διαφορετικά το να ζει κάποιος εκκλησιαστικά, από κάποιον άλλο που ζει μόνον κοσμικά. Αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα της Εκκλησίας μας, ότι ενώ η ίδια δεν μπορεί να συμβουλεύει για τη μόδα, το τι θα φορεθεί μια σαιζόν ή να προτείνει δια μέσου των Μ.Μ.Ε. για τρόπους ζωής ή ηθικής τον κόσμο, ο κόσμος που ζει μακριά από αυτήν(ενν. την Εκκλησία) να προσπαθεί να εισάγει καινοφανή ήθη και έθιμα, απάδοντα προς την ίδια την Εκκλησία και μάλιστα απαιτητικά και απειλητικά! Αυτό όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί με τίποτε άλλο, εκτός από εκκοσμίκευση και αλλοίωση των Ορθοδόξων Παραδόσεων μας που θεματοφύλακες τυγχάνουν οι επίσκοποι και το ιερατείο. Ως εκ τούτου κάθε φορά που προσπαθούν να εισάγονται νέα έθιμα και πρωτοτυπίες επιδειξιομανίας στα της Εκκλησίας μας, εκείνο που πρέπει να γίνεται, όχι μόνον εκ μέρους των κληρικών, αλλά και εκ μέρους των πιστών, που αγαπούν και σέβονται την Εκκλησία, είναι η απόρριψη και η συμμόρφωση στα της Ιεράς Παραδόσεώς μας, κατά το του αποστόλου Παύλου «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις». Για παράδειγμα η νεοφανής συνήθεια να στολίζονται με μπαλόνια οι Ναοί εξωτερικά κατά τα Βαπτίσματα, αντί να ιεροποιεί τον χώρο που προσερχόμαστε να αγιασθούμε, τον αποιεροποιεί, οπότε εύκολα χάνεται και ο προσανατολισμός για τον οποίο και προσερχόμαστε, δηλ. ο αγιασμός μας.
18. Με τα όσα προαναφέραμε καλό θα είναι όσοι σκέπτονται να γίνουν Ανάδοχοι να κάνουν πρώτα οι ίδιοι πνευματική υπακοή σε πνευματικό-εξομολόγο, να δείχνουν επίγνωση της εκκλησιαστικής ζωής τους και να μορφώνονται ζώντας χριστιανικά τον εν Τριάδι Θεό, ούτως ώστε να φέρουν σε αίσιον πέρας το δύσκολο έργο τους που είναι η πνευματική πατρότητα. Στην προοπτική αυτή, καλόν θα είναι και οι κληρικοί να έχουν μια καλή επαφή ή καλύτερα να οργανώνουν κάποιες συναντήσεις με τους Αναδόχους πριν τη βάπτιση. Στις επαφές αυτές ο ιερεύς μπορεί να καθοδηγεί σωστά τον μέλλοντα Ανάδοχο. Κατά ενορίες μπορεί να συστήνονται και «Σχολές Αναδόχων» για την προετοιμασία καλών και χριστιανών Αναδόχων.

ΠΗΓΗ: Βιβλίο «Θέλεις να γίνεις ανάδοχος;» του π.Θεμιστοκλέους Στ.Χριστοδούλου, εκδόσεις Ομολογία.